Περιμένοντας τον Θανάση Παπακωνσταντίνου έξω από το στούντιο που κάνει πρόβες πριν από τις συναυλίες του με τον Σωκράτη Μάλαμα, αναρωτιόμουν από πού να ξεκινήσω τις ερωτήσεις. Καθώς είμαστε άνθρωποι της ίδιας γενιάς, μεγαλωμένοι με τα σαχλά τραγούδια της χούντας και έχοντας κάνει περίπου της ίδιες μουσικές ανακαλύψεις που έκαναν όλοι οι σημερινοί σχεδόν 60άρηδες,

η περίπτωση του Θανάση Παπακωνσταντίνου και η εξαιρετική δημοφιλία του κυρίως στο πολυπόθητο ηλικιακό κοινό 25-40, με περισσότερα από 14.000 εισιτήρια προπωλημένα για τη sold out πλέον συναυλία στις 9 Ιουνίου στην Πλατεία Νερού και την προσθήκη δεύτερης ημερομηνίας στις 15 Ιουνίου, η ερώτηση ήρθε σχεδόν φυσικά. Γιατί ένας δημιουργός τόσο δημοφιλής δεν κάνει πιο συχνά εμφανίσεις; Και πιάσαμε την ιστορία από την αρχή.

«Στην αρχή λοιπόν, δεν ήθελα να παίζω στον κόσμο, μου αρκούσε αυτό που έβγαινε την ώρα της «γέννας», αυτή η πληρότητα μου αρκούσε. Σιγά-σιγά είδα πως όταν θέλεις να επικοινωνήσεις τα τραγούδια με τον κόσμο, πρέπει να έρθεις σε άμεση επαφή μαζί του. Το άλλο ήταν πιο πρακτικό ζήτημα, για να δεχθεί μια δισκογραφική εταιρεία να σου βγάλει τα τραγούδια και να τα υποστηρίξει, πρέπει να τα υποστηρίξεις και εσύ ο ίδιος. Δηλαδή, από την αρχή, όταν πήγαινα τα τραγούδια μου σε εταιρείες και έλεγα ότι δεν είμαι μουσικός αλλά μηχανολόγος μηχανικός, μου έλεγαν «δε μας ενδιαφέρει», χωρίς να τα ακούσουν καν, επειδή υπήρχε αυτό το σκεπτικό, ίσως σωστά σκέφτονταν, έναν μηχανικό τι να τον κάνουν;»

Άλλαξε κάτι μέσα στα χρόνια αυτά;
Τελικά διαπίστωσα πως αυτή την έκσταση -ας την πούμε έτσι-  που αισθάνομαι την ώρα της δημιουργίας,  κάποιες φορές, όχι πάντα, την αισθάνομαι και με το κοινό. Είναι μια διαδικασία που την αντιλαμβάνονται και οι δυο πλευρές και την πυροδοτούν ίσως και οι δυο πλευρές ή ακόμα και ο τόπος που βρισκόμαστε. Υπάρχει ένας  κραδασμός, πριν συμβεί καν η επαφή.

Για παράδειγμα;
Αν έχω να ξεχωρίσω μια τέτοια «συνάντηση», συνέβη στην Κρήτη, στο Αβδού. Από τη στιγμή που πήγαμε να στήσουμε τα μηχανήματα νιώθαμε κάτι, και όχι μόνο εγώ, αλλά και οι υπόλοιποι μουσικοί. Και αυτό συνέβη και με τον κόσμο, ήταν μια πανδαισία, μου το λένε ακόμα και σήμερα «Θανάση, ήμουν στο Αβδού». Και αυτό θέλεις να το ξαναζήσεις.

Επιστρέφω στην ερώτηση της απουσίας σου, είναι δυο χρόνια σχεδόν;
Είχα ενάμιση χρόνο να παίξω. Επειδή δεν είμαι επαγγελματίας που «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω», όταν νιώθω ότι τα τραγούδια που λέω, «κάηκαν» μέσα μου, έχω την άποψη ότι αν συνεχίσω να τα λέω, ενώ δεν έχω μέσα μου τη φλόγα, είμαι ένας κοινός απατεώνας. Δεν ήθελα να το κάνω έτσι, οπότε αποσύρθηκα για να συναντήσω-μέσα από την αγρανάπαυση- την αρχική αγνότητα και-βέβαια-να γράψω και νέα τραγούδια, γιατί εξακολουθώ να έχω ως ύψιστη τη στιγμή της «γέννας», παρά τις ζωντανές εμφανίσεις. Η στιγμή της έμπνευσης για μένα είναι μια υπερδιέγερση του νου, τέτοια που ξεφεύγεις από την ανθρώπινη κλίμακα.

Μεγαλώνοντας ένας δημιουργός θέλει να αποσύρεται;
Η δική μου τάση είναι αυτή. Αυτό το καλοκαίρι έχουμε πολλές εμφανίσεις, αλλά αποφάσισα να μην παίζω πλέον τους χειμώνες. Σκέφτομαι κι άλλα. Δηλαδή τη φθορά μου και την ασχήμια μου πρέπει να την περιφέρω στις συναυλίες;

Μα όσο έχεις έμπνευση δε θέλεις το κοινό να σου βάλει μια «σφραγίδα», να τα μοιραστείς αυτά που γράφεις, να δεις το βλέμμα του άλλου;
Όσο έχεις έμπνευση ναι, μάλλον. Αν καταλάβουμε ότι έχουμε στερέψει πρέπει να αποχωρήσουμε.

Φτάνουμε στο πιο δύσκολο σημείο με αυτό που λες. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό σαν δημιουργός τη στιγμή που συμβαίνει;
Κοίταξε, πολλοί εξευτελίστηκαν στο τέλος, αλλά τους δικαιολογώ, επειδή αυτό είναι ένα πράγμα σαν την αναπνοή τους, αν τους πεις να σταματήσουν, είναι σαν να τους λες «πέθανε τώρα». Αλλά μπορεί να σε προφυλάξουν οι αγαπημένοι σου άνθρωποι. Αν φυσικά το επιτρέπουμε στους άλλους να το κάνουν. Φυσικά, αν έχεις μπει στο μονοπάτι της αυτογνωσίας, δεν έχει σημασία να ρωτήσεις άλλους. Εσύ στο βάθος ξέρεις και ποιος είσαι και τι κάνεις και τι θέλεις να κάνεις, αν μπορείς να συνεχίσεις ή πρέπει να σταματήσεις.

Σου έχει συμβεί, ας πούμε, να σε αποτρέψουν από κάτι;
Θυμήθηκα κάτι που το λέω συχνά και σε παιδιά που έρχονται και μου δίνουν στιχάκια και μουσικές. Είχα ζητήσει και εγώ τη γνώμη του Μάνου Λοΐζου, για τη μουσική μου. Του έβαλα ένα τραγούδι, το άκουσε, μου λέει, «μην ασχολείσαι με τη μουσική δεν έχεις ταλέντο, με το στίχο εντάξει». Εγώ ούτε πειράχτηκα, ούτε σταμάτησα. Γιατί όταν καίγεται κάποιος μέσα του δε σταματάει, αυτό είναι το μοιραίο, αν είσαι γεννημένος να κάνεις τέχνη δε σε σταματάει τίποτα. Δηλαδή είσαι ταμένος σε αυτό με μια μονομανία, με τα δυο πόδια μέσα. Γι’ αυτό, κατά βάση, οι δημιουργοί  είναι ή πρέπει να είναι μοναχόλυκοι. Διαφορετικά, στις πιο πολλές περιπτώσεις, εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις και στις οικογένειες που δημιουργούν, πέφτει μεγάλο βάρος στο άλλο μισό της σχέσης .

Το λες εσύ που έχεις οικογένεια και παιδιά, θα σου ζητήσω να μου εξηγήσεις τουλάχιστον την περίπτωσή σου.
Να το πω ειλικρινά, αδικήθηκε η Φανή, φορτώθηκε το βάρος των παιδιών. Το λέω για έναν άνθρωπο που είμαστε μαζί πάνω από σαράντα χρόνια, εγώ ήμουν 17 και εκείνη 15, όταν γνωριστήκαμε, μεγαλώσαμε μαζί στη ζωή και της το αναγνωρίζω πραγματικά. Βέβαια εκείνη δε το βλέπει έτσι, μου είπε πριν από μερικά χρόνια όταν το συζητούσαμε, ένα από τα πιο ποιητικά πράγματα που έχω ακούσει, είπε «λοιπόν άκου Θανάση εγώ δε το βλέπω έτσι, ότι έπεσε όλο το βάρος πάνω μου,  γιατί όταν αγαπάς κάποιον αγαπάς και τα όνειρά του». Κατάλαβες τι μου είπε;

Μια γυναίκα δημιουργός θα το άκουγε αυτό από έναν άντρα;
Α, εδώ, έρχεται κάτι άλλο που έχει και δεν έχει σχέση με την ερώτηση. Αναρωτήθηκα πολλές φορές γιατί στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα, δεν είναι τόσο πολλές οι γυναίκες δημιουργοί – κυρίως στο χώρο της ενεργούς τραγουδοποιίας – όσο οι άντρες.  Έδωσα και μια απάντηση, δική μου, ότι η γυναίκα είναι πολύ λιγότερο εγωιστικό άτομο από τον άντρα. Δηλαδή, ο άντρας όταν μπαίνει σε αυτό το δίλημμα επιλέγει πάντα τον εαυτό του και τη δημιουργία, με οποιοδήποτε κόστος, ενώ η γυναίκα μπορεί να υποχωρήσει και να κοιτάξει τη μητρότητα, για παράδειγμα, ή άλλα ζητήματα. Δεν είναι τόσο εγωιστικό ον όσο ο άντρας.

Μιλώντας για δημιουργία, τον δημιουργό πώς τον κάνεις εικόνα, πώς τον σκέφτεσαι;
Εγώ σκέφτηκα τον δημιουργό σαν ένα μικρό Προμηθέα που τον κατατρώνε δυο όρνεα, η Απόλαυση και η Αδυναμία. Όσο μεγαλύτερη απόλαυση εισπράττεις, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πτώση σου, όταν δε συναντάς την έμπνευση.

Αν συναντούσες τον εαυτό σου ως ξένο, τι θα έλεγες γι’ αυτόν;
Είμαι ανεπαρκής σαν ερμηνευτής, μέσα μου τραγουδάω ιδανικά γιατί έχω γράψει κάθε συλλαβή, κάθε στίχο, τη μουσική, ξέρω πώς πρέπει να ειπωθεί, είναι ένα κρίσιμο σημείο, αλλά δε με βοηθάει η φωνή μου να το κάνω. Γράφω μουσική και τραγουδάω με ένα τρόπο πρωτόγονο.

«Γράφω μουσική και τραγουδάω με ένα τρόπο πρωτόγονο»

Δεν έχω ιδέα από θεωρία μουσικής και αυτό φέρνει πολλά μειονεκτήματα, για παράδειγμα δεν μπορώ να εξηγήσω κάτι εύκολα στους μουσικούς, ξέρω τι δεν θέλω αλλά δεν ξέρω ακριβώς τι θέλω. Και υπάρχει και μια αυτολογοκρισία επειδή δεν έγινα καλός τεχνίτης στο παίξιμο. Θα μπορούσα αν είχα καλύτερη τεχνική να βγάλω και άλλα πράγματα που τώρα θα μείνουν αγέννητα. Από την άλλη μεριά, η άγνοια των κανόνων μου έφερε ένα προσωπικό ύφος. Ξεφεύγοντας, δηλαδή, από τους κανόνες, κάνω και πράγματα απροσδόκητα που πολλοί τα θεωρούν και λάθος σε σχέση με τη θεωρία της μουσικής. Αυτό είναι το στοιχείο που θα μπορούσε να πει κανείς με ξεχωρίζει. Τέλος, η σκηνική μου παρουσία είναι χάλια, με φωνάζουν καθιστό βούβαλο. Δεν ξέρω πού να βάλω τα χέρια μου, ντρέπομαι, είμαι ευάλωτος.

Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι αυτά τα συναισθήματα της αμηχανίας, η εικόνα ενός που δεν κρύβεται, είναι ευάλωτος, είναι αυτά που το κοινό  βλέπει και δημιουργούν μια μεγάλη συνάφεια μαζί του;
Βεβαίως το ότι με βλέπει ευάλωτο δημιουργεί μια οικειότητα, αλλά εγώ το προχωράω πιο πέρα. Μετά τη συναυλία, ακόμα και αν είμαι πολύ κουρασμένος, συνήθως κάθομαι και έρχομαι σε προσωπική επαφή με τον κόσμο γιατί έτσι υποσκάπτω και γκρεμίζω την παραμυθία που δημιουργεί η σκηνή, αυτό το βάθρο της ματαιοδοξίας.

Αν μια συναυλία είναι αφορμή για να έρθουν οι άνθρωποι πιο κοντά, να υπάρξει ουσιαστική επικοινωνία,, τότε πρέπει οπωσδήποτε να γκρεμίζεται ο μύθο και οι άνισες σχέσεις που δημιουργούνται από τη λειτουργία του θεάματος. Άνθρωποι που έρχονται κοντά δεν πρέπει να έχουν μύθους ο ένας για τον άλλον. Ένα άλλο πράγμα που συντηρεί και δυναμώνει τη σχέση κάποιων με τα τραγούδια μου, είναι ότι στη δημιουργία ανοίγομαι με αγνότητα. Κακώς ζητάμε αυτή την αγνότητα μόνο από τον κόσμο, εμείς πρέπει να την έχουμε πρώτα. Γιατί όταν μπαίνουν οι σκέψεις και χειραγωγούν  αυτό που πηγάζει από μέσα μας, χάλασε το πράγμα, τέλειωσε. Αν βάζω για κάτι το χέρι μου στη φωτιά, είναι πως είμαι αυθεντικός σε αυτό που κάνω, αυτό δε θα αλλάξει ποτέ. Γράφω και αφήνω ελεύθερα αυτό που βγαίνει από μέσα μου, αυτό μπορεί να προσεγγίσει ή να καταγράψει το συλλογικό ασυνείδητο, αυτό δημιουργεί τη συνάφεια με τους άλλους.

Αν σε ρωτήσει κάποιος τι είσαι, τι θα απαντήσεις; Tραγουδοποιός, ποιητής, συνθέτης; Τι διαλέγεις;
Παλιά, διάβαζα βιβλία για το θέμα της αντιψυχιατρικής το οποίο πολύ με ενδιέφερε και είχα διαβάσει ότι «οι λέξεις φυλακίζουν». Συνήθως βάζουμε ταμπέλες σε κάτι που θέλουμε να χειριστούμε, οπότε πρέπει πρώτα να το τακτοποιήσουμε. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να βάλουμε ταμπέλα, γράφω μουσικές και τραγούδια. Δημιουργός, αυτό το προτιμώ καλύτερα. Και ας με θυμούνται σαν ένα δημιουργό -αν με θυμούνται- που έγραψε κάποια τραγούδια.

Σε μια σκηνή που τη λέμε έντεχνη…
Γιατί το λες αυτό; Αυτοί που γνωρίζουν καλά τι έχω κάνει,, δεν με κατατάσσουν στο έντεχνο. Τι είναι έντεχνο; Νομίζω είναι μια ταμπέλα για να μπορούμε να συνεννοηθούμε για κάτι. Η οποία ταμπέλα φυσικά, όπως όλες οι ταμπέλες, δημιουργεί και προκαταλήψεις. Εγώ έχω κάνει πολλά και διαφορετικά.

«Έχω γράψει τραγούδι για τη δυσκοιλιότητα, αυτό είναι έντεχνο;»

Ας πούμε και λαϊκότροπα και δυτικότροπα και χωρίς λόγια ή και με λόγια περίεργα. Έχω γράψει τραγούδι για τη δυσκοιλιότητα, αυτό είναι έντεχνο; Είναι πλεονασμός το έντεχνο, αν κάτι είναι τέχνη, είναι έντεχνο. Αυτό που περισσότερο με ενοχλεί, είναι πως το αποκαλούμε έτσι για να το χρησιμοποιήσουμε για συγκεκριμένο όφελος. Εμένα το έντεχνο και το μη έντεχνο δε μου λέει τίποτα. Ας ανοιχτεί ο καθένας, και ό,τι μιλήσει στην καρδιά του, ας το ακούσει.

Ο χρόνος τι ρόλο παίζει Θανάση σε όλα αυτά;
Ο χρόνος είναι σταυρωτής.

Ο δημιουργός έχει επίγνωση της αξίας του χρόνου;
Μα πιστεύεις ότι ο Τσιτσάνης όταν έγραφε αυτά που έγραφε, είχε επίγνωση της αξίας του χρόνου; Αν σκεφτόταν έτσι, θα άφηνε πίσω αυτά που άφησε; Γι’ αυτό το λόγο είναι σπουδαίοι και σημαντικοί σήμερα όλοι αυτοί. Ακούς ένα τραγούδι και δεν ακούς πρώτα το «κοίτα ποιος είμαι», είναι αμόλυντα τραγούδια, έχουν μια αγαθότητα.

Μπορείς να σωθείς σήμερα, να οχυρωθείς από τη ματαιοδοξία, το χρήμα, το σύστημα, από την ίδια σου τη φύση τελικά;
Μπορείς να οχυρωθείς, άνετα. Το βασικό κατά τη γνώμη μου είναι η ματαιοδοξία, όχι τα άλλα. Μια και μιλάμε για ρεμπέτες, μη ξεχνάς ότι η μουσική ήταν και η δουλειά τους, το μεροκάματό τους, όχι μόνο ένα ματαιόδοξο κομμάτι τους. Και εμένα με απασχολεί το πόσο μπορεί να σε επηρεάσει η ματαιοδοξία, κάνω μάλιστα και μια δική μου άσκηση για να προφυλαχθώ από την αίσθηση αυτή.

Τι άσκηση;
Πηγαίνω μπροστά στον καθρέφτη και σπρώχνω με τα δάχτυλα τα χείλη μου, όπως περίπου κάνει σε κάποιες εργασίες ένας οδοντίατρος, ώστε να εμφανιστούν τα ούλα με τα δόντια και να διαγράφεται η άνω και η κάτω γνάθος. Προεκτείνοντας νοερά την εικόνα, φαντάζομαι πώς θα είναι το κρανίο μου όταν θα αρχίσουν να το γλεντάνε τα σκουλήκια.

Το οποίο, τι αίσθημα σου δημιουργεί;
Της ματαιότητας, την κάνω την άσκηση όταν νιώθω ότι πάω να ξεφύγω.

Έχεις ξεφύγει ποτέ, το κατάλαβες όταν συνέβη;
Δεν έχω ξεφύγει ιδιαίτερα, γιατί έχω άλλα πράγματα που με έχουν συγκρατήσει, πρώτα από όλα το ότι ήμουν αρκετά μεγάλος όταν έγινα σχετικά γνωστός. Το δεύτερο ήταν ότι δε ζούσα από τη μουσική,  ήμουν μηχανολόγος και έτσι δεν είχα φόβο και ανασφάλεια οικονομική. Μάλιστα όταν με ρωτούσαν  πώς τα καταφέρνω και τα δυο, έλεγα πως αμαρτάνω με τις εργολαβίες και εξομολογούμαι με τα τραγούδια.

Ήσουνα μεγαλοεργολάβος;
Όχι, ήμουνα μινόρε εργολάβος. Της επαρχίας.

Το ότι ασχολήθηκες με τη μουσική και την αγάπησες τόσο, το χρωστάς σε κάποιον ή μόνος σου το έκανες;
Άκου την ιστορία. Ο πατέρας μου και η μάνα μου, ήταν μεροκαματιάρηδες άνθρωποι από χωριά της Ελασσόνας, αγράμματοι άνθρωποι, του δημοτικού. Ο πατέρας μου είχε μεροκάματο 10 δραχμές, όταν συνέβη η ιστορία που λέμε. Εγώ ήμουνα στην πρώτη γυμνασίου, καλός μαθητής και είδα κάποιον που είχε μια κιθάρα στα χέρια του και κοιτούσα σαν χάνος. Έπαθα προφανώς πολιτιστικό σοκ, πρώτη φορά έβλεπα κιθάρα. Μου λέει λοιπόν ο γείτονας, «την πουλάω, τη θες;» Πήγα και εγώ γεμάτος αφέλεια σπίτι και είπα να την πάρουμε. Έκανε 300 δραχμές, ένα μηνιάτικο του πατέρα μου. Συνεννοήθηκαν με τα μάτια για ένα λεπτό με τη μάνα μου και μου είπαν «ναι». Αν μου έλεγαν «όχι», ίσως να είχα πάρει άλλο δρόμο. Αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ και μάλιστα σήμερα προσπαθώ να το ανταποδώσω και στα δικά μου παιδιά, ό,τι χρειάζονται τουλάχιστον σε αυτό το θέμα της τέχνης, το δίνω απλόχερα. Ο ένας γιος μου ασχολείται με τη μουσική, ο άλλος με το βίντεο, ο ένας είναι Αθήνα, ο άλλος Θεσσαλονίκη, έχουν πάρει το δρόμο τους.

Προηγουμένως για λίγο που σας είδα με τον Μάλαμα, πώς να το πω, σε μια άλλη ζωή εκτός μουσικής δε θα συναντιόσασταν ποτέ, έτσι νομίζω.
Έχουμε εκλεκτικές συγγένειες με τον Σωκράτη και σε ζητήματα μουσικής και σε θεωρητικά και σε σκέψεις, έχουμε και διαφορές σημαντικές και στη ζωή που κάνει καθένας, προσωπικά αλλά και στην τέχνη. Ας πούμε, μια διαφορά που έχουμε είναι ότι ο Σωκράτης είναι στην καθημερινότητά του πιο αλλοπαρμένος, αλλά στη μουσική και στα λόγια του είναι πιο συγκροτημένος. Με μένα συμβαίνει το αντίθετο. Είμαι πολύ πιο συγκροτημένος και ορθολογιστής στην καθημερινή μου ζωή, αλλά είμαι πιο αναπάντεχος και πιο ανοιχτός και στο στίχο και στη μουσική. Δηλαδή στην ουσία, καθένας από εμάς βγάζει στην τέχνη αυτό που του λείπει.

Σε ρώτησα όπως ερχόμασταν αν ο Μάλαμας είναι ο πιο «συναφής» ερμηνευτής των τραγουδιών σου και μου είπες ότι θέλεις να μου πεις άλλα για τον Σωκράτη.
Θα σου πω ειλικρινά. Είμαστε χρόνια φίλοι και έχει φανεί και η συνάφεια και η σύνδεσή μας. Ο Σωκράτης αγαπάει τα τραγούδια μου πιο πολύ και από τα δικά του πολλές φορές. Είναι σχεδόν σπάνιο να μην έχει ένας δημιουργός, όπως είναι ο Σωκράτης, και μάλιστα σημαντικός, τέτοια κολλήματα. Στον Σωκράτη καταρχήν χρωστάω το ότι έγινα γνωστός,  γιατί στην αρχή δεν ήθελα να εμφανίζομαι. Ο Σωκράτης έπαιζε τραγούδια μου, με γνώρισε πολύς κόσμος μέσα από αυτόν. Βρήκα έτοιμο κοινό να με περιμένει. Έχουμε ένα κοινό υποσύνολο με τον Σωκράτη πλέον, σε επίπεδο κοινού και παρόλες τις διαφοροποιήσεις μας, το ένα μπαίνει μέσα στο άλλο.

Αν σε ρώταγε κάποιος ποια είναι η συμβολή σου στην ελληνική δημιουργία, τι σκέφτεσαι;
Ίσως στιχουργικά, με την έννοια ότι ασχολήθηκα με ζητήματα που δεν είχαν καταγραφεί πριν. Χωρίς να το κάνω συνειδητά, με απασχολεί πολύ ο πυρήνας της ύπαρξης. Τα τραγούδια και η μουσική ιδιαίτερα, είναι βαθύς στοχασμός επάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Η αληθινή τέχνη σε βάζει να στοχάζεσαι. Και ο άνθρωπος που στοχάζεται θέλει να είναι ελεύθερος, επομένως θα πολεμήσει και για την ελευθερία του. Θα κοινωνικοποιηθεί ούτως ή άλλως και μόνο που θα συναντήσει την αληθινή τέχνη.

«Στιχουργικά, ασχολήθηκα με ζητήματα που δεν είχαν καταγραφεί πριν»

Δε χρειάζεται αυτή να έχει μια πολιτική απόχρωση,  αρκεί να είναι ουσιαστική και αυθεντική τέχνη. Για εμένα το πιο σημαντικό δεν είναι η σύνδεση με την κοινωνία -που γίνεται ούτως ή άλως όταν μιλάμε για πραγματική τέχνη- αλλά να μου δημιουργήσει καινούργια συναισθήματα που δεν έχω ξαναβιώσει, πρωτόγνωρα. Γι’ αυτό και δε μου αρέσει η περιγραφή συναισθημάτων στα τραγούδια, τα έχουμε όλοι βιώσει τα συναισθήματα, είναι κάτι βαρετό. Για μένα,  κυρίως μέσα από την περιγραφή μιας εικόνας,  μπορούν να ξεπηδήσουν συναισθήματα καινούργια, γιαυτό και μου  αρέσει η ποίηση που έχει εικόνες. Και οι πίνακες στους οποίους υπάρχει ένα κρυπτικό νόημα σε σχέση με την ύπαρξη, πίσω από την εικόνα που βλέπεις. Ας πούμε από ζωγράφους, για να συνεννοηθούμε μου αρέσει ο Μαγκρίτ, γιαυτό το λόγο.

Ποιον συνθέτη θεωρείς κορυφαίο Έλληνα δημιουργό, κάποιον που έχεις ακούσει πολύ;
Το έχω ξαναπεί, θα το επαναλάβω. Ο Σαββόπουλος είναι μια πολύ σημαντική περίπτωση, ολοκληρωμένος δημιουργός, πιο πολύ από τον καθένα νομίζω. Στιχουργικά και μόνο,  ακόμα και σήμερα,  οι περισσότεροι περνάνε κάτω από αυτό που έκανε ο Σαββόπουλος. Δηλαδή, σκέψου τι έπαθα εγώ, το παιδί της υπαίθρου, όταν άκουσα τους Αχαρνής. Μέσα στα σκουπίδια της εποχής που μεγαλώσαμε.

Έχεις εξηγήσει τι συνέβη με τον Σαββόπουλο;
Νομίζω ότι έπεσε επάνω του το στίγμα του «προδότη». Ότι με τα τραγούδια του έλεγε κάτι άλλο από αυτό που ήταν. Διαφωνώ με αυτό, ο Σαββόπουλος άλλαζε μεν, αλλά όσο άλλαζε αυτό το κατέγραφε και στα τραγούδια του. Αυτό θέλει θάρρος. Τέλος πάντων, η ιστορία είναι ότι μετά τη συνεργασία, για ένα διάστημα, κάποιοι από αυτούς που με ακούγανε, σταμάτησαν να έρχονται στις εμφανίσεις μου. Δεν με ενοχλεί και πάντοτε θα κάνω αυτό που μου έρχεται, γιατί, ορθά λέει ο Μπουνιουέλ ότι είναι  ανήθικο, στην τέχνη, να σκέφτεσαι τις επιπτώσεις.

Όταν ήσουν μικρός τι άκουγες από μουσική;
Λοιπόν, κοιτούσα παλιά βιβλία και είδα στο εσώφυλλο ενός βιβλίου αγγλικών που έγραφα ποιοι ποδοσφαιριστές μου άρεσαν, μετά παρακάτω, ποιοι τραγουδιστές και έπαθα πλάκα με αυτά που άκουγα. Βλέπω Βίκυ Λέανδρος, Δάκης, Βοσκόπουλος, Ολύμπιανς. Και  αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό που με οδήγησε ώστε να μην με επηρεάσουν αισθητικά όλα αυτά στην πορεία;

Έχεις απάντηση;
Η δικιά μου απάντηση είναι ότι παράλληλα με αυτά, στο ραδιόφωνο ακουγόταν και Καλδάρας και Τσιτσάνης και στο σπίτι μου τραγουδούσαν δημοτικά και είχα μάλλον ένα μέτρο σύγκρισης που δεν το ήξερα φυσικά τότε, ήταν μια  ασυνείδητη εγγραφή. Κάτι δούλευε, σαν αντίβαρο μέσα μου. Και τελικά, η ουσιαστική τέχνη μένει και συγκρίνεται και όλο το υπόλοιπο δε σε αφορά. Επομένως, αργά ή γρήγορα συναντάς την μουσική που σου αξίζει.

Ρεμπέτικα άρχισες να ακούς με τα «Μπλε Παράθυρα», δημοτικά πολύ νωρίτερα. Υπερτερεί το ρεμπέτικο ή το δημοτικό;
Η δημοτική παράδοση, ας πούμε, υπερτερεί του ρεμπέτικου κυρίως στιχουργικά. Γιατί ο τρόπος που δημιουργήθηκαν μέσα από την ανωνυμία, με τις αλλαγές από τον ένα στον άλλο και σε στίχο και σε μουσική, παγίωσαν σχεδόν το απόλυτο.

«Την παράδοση σαν δημιουργοί δεν πρέπει να τη σεβόμαστε, αλλά να την έχουμε σαν αφορμή για κάτι άλλο»

Διαμορφώθηκαν ξανά και ξανά αυτά τα τραγούδια, έφυγε το περιττό και έμεινε η ουσία, ο στίχος ας πούμε στην παράδοση είναι σύγχρονος και με εικόνες υπερρεαλιστικές, με  αυθεντικότητα που σε χτυπάει κατευθείαν στο κεφάλι. Πάντως πιστεύω ότι την παράδοση σαν δημιουργοί δεν πρέπει να τη σεβόμαστε, αλλά να την έχουμε σαν αφορμή για κάτι άλλο και βεβαίως σαν μέτρο σύγκρισης. Και για τους μουσικούς εκτελεστές ισχύει αυτό αλλά σε μικρότερο βαθμό. Προσωπικά με ενδιαφέρει να ακούσω μια πιο σύγχρονη ματιά στο πλούσιο υλικό που υπάρχει πίσω μας. Άλλωστε και εσύ και εγώ τα ρεμπέτικα τα μάθαμε από διασκευές, από τα «Μπλε παράθυρα».

Με τον Μάλαμα ήταν εύκολο ή δύσκολο να φτιάξετε πρόγραμμα;
Δεν ήταν και εύκολο στο πώς θα δομηθεί, μια και ο Σωκράτης έχει πει πολλά δικά μου κομμάτια στη δισκογραφία συν τα καινούρια. Έτσι είναι λίγο ετεροβαρές, υπάρχουν περισσότερα τραγούδια δικά μου, αλλά περισσότερα-ευτυχώς- είναι αυτά που τραγουδάει ο Σωκράτης.

Εσύ τραγουδάς τραγούδια του Σωκράτη;
Πάλι τα ίδια… Εγώ δε μπορώ να πω τα δικά μου, θα πω του Σωκράτη; Εγώ δε μπορώ να πω τραγούδια κανενός, ψάχνω να βρω άλλους να πουν τα δικά μου. Δε γίνεται.

Τελικά Θανάση έχει σημασία ο δημιουργός ή το έργο; Δηλαδή ένας τιποτένιος άνθρωπος μπορεί να κάνει μεγάλη τέχνη;
Βρέθηκε πολλές φορές μπροστά μου αυτό το δίλημμα, αν έχει σημασία ο δημιουργός ή το έργο. Η γνώμη μου είναι πως όσο σημαντικότερο είναι το έργο, τόσο λιγότερη σημασία έχει ο δημιουργός και μπορώ να το εξηγήσω και από την προσωπική μου επαφή με αυτό. Αν θέλεις, και ως καταληκτικό αυτής της συζήτησης.

Ναι, ωραίο φινάλε είναι αυτό.
Την στιγμή της έμπνευσης ξεφεύγεις από την καθημερινότητα και από τον χαρακτήρα σου και συναντάς το όλον. Γίνεσαι κάτι άλλο. Και μετά επανέρχεσαι. Είναι σίγουρα ανακουφιστικό για όλους μας ο δημιουργός να είναι αντάξιος του έργου του, ειδικά όταν είναι ακόμα παρών, παράλληλα με αυτό. Επειδή η αληθινή τέχνη στηρίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, είναι βαθιά ανθρωπιστική διαδικασία, στηρίζει τον άνθρωπο απέναντι σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, τον οχυρώνει από τις ανασφάλειες και τις υπαρξιακές αγωνίες, αλλά και από αυτό που υφιστάμεθα από τις εξουσίες, περιμένουμε το ίδιο βαθιά ανθρωπιστής να είναι και ο δημιουργός. Συνήθως όμως δε συμβαίνει αυτό. Έτσι πραγματικά μπορεί να εξηγηθεί πώς «τιποτένιοι άνθρωποι», όπως είπες, μπορούν να κάνουν τέχνη. Δηλαδή, ακόμα και μισάνθρωποι μπορούν να κάνουν τέχνη λυτρωτική και πανανθρώπινη. Αλλιώς μόνο οι καλοί άνθρωποι θα έκαναν τέχνη. Κάτι που η ζωή η ίδια το έχει καταρρίψει.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Σωκράτης Μάλαμας: Οι σταθμοί της καλοκαιρινής περιοδείας