Με τους «Πέρσες»  του Αισχύλου σε σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη επέστρεψε ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, ύστερα από απουσία μερικών χρόνων, στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, και με την επιστροφή αυτή παρέδωσε στο κοινό και στην παραστασιακή ιστορία του αρχαίου δράματος μια αξιοσημείωτη, μεστή σκηνοθετική πρόταση.

Η παράσταση ανέδειξε (και κατέδειξε) ένα παραγνωρισμένο χαρακτηριστικό του αρχαίου δράματος, τη μουσική/έμμετρη φύση του. Και πώς να γινόταν αλλιώς, καθώς τον σκηνοθέτη τον απασχολεί η μουσικότητα των κειμένων· η στάση του απέναντί τους είναι αυτή του μουσικού μπροστά σε μια παρτιτούρα. (Οι δύο προηγούμενες δουλειές του, το «Θείο τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα και το «’21» -η δική του σύνθεση κειμένων γύρω από την Ελληνική Επανάσταση, που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι του 2015-, δύσκολα ξεχνιούνται, καθώς είχαν τραγουδηθεί από σκηνής, με τον ίδιο σε ρόλο μουσικού, τραγουδιστή και performer – ένας σύγχρονος ροκ ραψωδός.) 

Ο Χορός των «Περσών» στο Ηρώδειο

Ο Χορός των «Περσών» στο Ηρώδειο

Οι τωρινοί «Πέρσες» του φαίνονται μια «απλή» παράσταση και από κάποια άποψη είναι. Προδίδουν την ύπαρξη ενός καθαρού βλέμματος, που κατέβασε το κείμενο ακέραιο και εναργές στην πλατεία και παραδίδουν ένα λιτό ανέβασμα, ταιριαστό του ολιγοπρόσωπου και «χωρίς δράση» έργου. Γιατί, πράγματι, οι αισχυλικοί «Πέρσες» είναι μια τραγωδία που πλέκεται ολόκληρη γύρω από έναν θρήνο -των Περσών για την ολοσχερή καταστροφή των στρατευμάτων τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας- και την αναμονή ενός προσώπου – του ηττημένου βασιλιά Ξέρξη. Όλα έχουν ήδη συντελεστεί εκτός σκηνής, δεν υπάρχει πια τίποτα να γίνει.

Κάτω από αυτή την απλότητα, όμως, πόσος πλούτος. Αναφέρομαι στην έμμετρη απόδοση του έργου, που αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς εμπλούτισε το σκηνικό αποτέλεσμα και μάλιστα ουσιαστικά, ως σκηνοθετικό εργαλείο. Πόσο γλαφυρά, για παράδειγμα, αναδείχθηκε χάρη σε αυτή, φυσικά από κοινού με τη μουσική και την κίνηση, το «βάρβαρο» σύμπαν του έργου, ο πολιτισμός των Περσών δηλαδή, ο μιλιταριστικός του χαρακτήρας, αλλά και η ανατολίτικη ταυτότητά του. 

Καριοφυλλιά Καραμπέτη - Άτοσσα

Καριοφυλλιά Καραμπέτη – Άτοσσα

Ο Χορός, ακροβατώντας συνεχώς ανάμεσα στη συντριβή και σε εναπομείναντα ψήγματα αισθημάτων υπεροχής και αλαζονείας, αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της παράστασης, ένα υπόδειγμα ομαδικότητας απέναντι σε καθένα από τα δραματικά πρόσωπα, τα οποία, χωρίς να ξεφεύγουν από τον ίδιο κανόνα της έμμετρης ερμηνείας, διαφοροποιήθηκαν αναλόγως του ρόλου τους: αυστηροί, δωρικοί η Άτοσσα (Καριοφυλλιά Καραμπέτη) και ο Δαρείος (Νίκος Ψαρράς), σε οδυνηρή παραφορά ο Αγγελιαφόρος (Χάρης Χαραλάμπους) και ο Ξέρξης (Αντώνης Μυριαγκός).

Το αποτέλεσμα ήταν μια παράσταση που συνέπαιρνε ακοή και όραση, χωρίς όμως να αποκοιμίζει τη σκέψη ή να παρεμποδίζει την πρόσληψη του έργου (με ελάχιστες στιγμές στατικής αμηχανίας σε κάποια επεισόδια)· μια σκηνική εμπειρία με τελετουργικές/μυστικιστικές ποιότητες, σύμφωνες με τη φύση του τραγικού είδους, αλλά και εύστοχα αναφερόμενες σε χαρακτηριστικά του πολιτισμού της Ανατολής (αξιομνημόνευτη η σκηνή της ομαδικής επίκλησης του Δαρείου και η κινησιολογική απόδοση της Άτοσσας ως περιστρεφόμενου δερβίση)· ένα θέαμα που ξεκινούσε απολύτως γειωμένα, σαν μέσα από τα σπλάχνα της γης και τα σώματα των ερμηνευτών, για να απογειωθεί ψηλά, πάνω από το ύψος της τελευταίας κερκίδας.