Όταν ο μεγάλος Γερμανός σκηνοθέτης Βέρνερ Χέρτζογκ βγήκε από την προβολή της ταινίας Ο Θίασος, γονάτισε μπροστά στον Θόδωρο Αγγελόπουλο και συμβολικά έσκυψε και του φίλησε τα πόδια. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Ακίρα Κουροσάβα κάλεσε τον Αγγελόπουλο στην Ιαπωνία να προβάλλει το φιλμ του Μεγαλέξαντρος και έγραψε ένα άρθρο για το  έργο του Τεό που δημοσιεύθηκε στην πρώτη σελίδα μιας από τις σπουδαιότερες ιαπωνικές εφημερίδες.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς και σεβαστούς κινηματογραφιστές στον κόσμο κι όμως η Ελλάδα, η πάντοτε εχθρική απέναντι στην κουλτούρα και τους διανοούμενους πατρίδα του, τον αντιμετώπισε σταθερά ως έναν δήθεν «βαρετό» δημιουργό, με ατέλειωτα πλάνα όπου δήθεν «δεν συμβαίνει τίποτα». Η αλήθεια είναι ότι στα πλάνα του Αγγελόπουλου «συμβαίνει» η Ιστορία, «συμβαίνει» ο Κόσμος και αναδύεται η Ελλάδα του χθες και του σήμερα. Όπως ο Αντρέι Ταρκόφσκι στη Ρωσία ή ο Αντονιόνι στην Ιταλία, ο Αγγελόπουλος χρησιμοποίησε το σινεμά για να πραγματευθεί την ιστορία του τόπου του και την ατομική ταυτότητα ως κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού. Αντλώντας από την ελληνική μυθολογία, την αρχαία τραγωδία και επική ποίηση, τη βυζαντινή εικονογραφία, την εν γένει βαλκανική ιστορία, τη σύγχρονη νεοελληνική κουλτούρα αλλά και την παράδοση, ο Αγγελόπουλος αναδείχθηκε στον κατ’ εξοχήν σκεπτόμενο δημιουργό, υπηρετώντας αυτό που ο Γκοντάρ ονομάζει «οπτικό δοκίμιο».

Στις καλύτερες στιγμές του, που περιλαμβάνουν φιλμ όπως: Ο Θίασος, Ταξίδι στα Κύθηρα, Τοπίο στην ομίχλη, Το μετέωρο βήμα του πελαργού και Το βλέμμα του Οδυσσέα, ο Αγγελόπουλος δημιούργησε ένα αξιοθαύμαστο κινηματογραφικό στυλ και μας χάρισε ένα στοχαστικό, βαθιά πολιτικό και υψηλής αισθητικής στάθμης έργο, που βραβεύθηκε σε όλα σχεδόν τα μεγάλα φεστιβάλ του κόσμου με κορύφωση τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες για το φιλμ Η αιωνιότητα και μια μέρα.

Γεννημένος το 1935, ο Αγγελόπουλος βίωσε την Κατοχή και τον Εμφύλιο, εμπειρίες που τον σημάδεψαν και διαμόρφωσαν την τραυματική του σχέση με την Ιστορία και τη σχέση του με το τραγικό. Λάτρευε την ποίηση και τον κινηματογράφο, αλλά λόγω της επιμονής των γονιών του γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Την παράτησε πριν αποφοιτήσει και πήγε στο Παρίσι, την πρωτεύουσα της Ευρώπης, όπου σπούδασε σινεμά.

Γυρνώντας στην Ελλάδα, εργάστηκε ως δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου, εντασσόμενος στο χώρο της ευρύτερης Αριστεράς, όπου παρέμεινε ιδεολογικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Μετά από ένα μικρού μήκους φιλμ, έκανε το ντεμπούτο του μεσούσης της δικτατορίας με την Αναπαράσταση (1970), τη γενέθλια πράξη του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Συνδυάζοντας το αστυνομικό στόρι με το μύθο του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, ο Αγγελόπουλος έφτιαξε ένα φιλμ ορόσημο, γυρισμένο με τρόπο εντελώς καινοτόμο για το ελληνικό σινεμά που μέχρι τότε ζούσε εν πολλοίς στον αστερισμό του Φίνου (ευχάριστες κομεντί, δακρύβρεχτα δράματα και ιστορικές περιπέτειες για λαϊκή κατανάλωση).

Θίασος (1975)

Θίασος (1975)

Παρά την αυστηρή λογοκρισία, ο Αγγελόπουλος καταφέρνει να υψώσει τη φωνή του κατά της δικτατορίας με τις Μέρες του’36 (1972) και πλέον είναι εμφανές ότι η ελληνική ιστορία θα γίνει ο καμβάς πάνω στον οποίο θα δουλέψει αυτός ο ποιητής της εικόνας. Ακολουθεί ο Θίασος (1975), η στιγμή της ανατομής των τραυμάτων του εμφυλίου αλλά και η στιγμή της παγκόσμιας αναγνώρισης: όλος ο πλανήτης υποκλίνεται μπροστά στο αριστούργημα που εκτοξεύει την καριέρα του Αγγελόπουλου. Οι κυνηγοί (1977) κλείνουν αυτήν την «τριλογία της ιστορίας», όπως την αποκαλούσε ο ίδιος, με τους νεκρούς να αρνούνται να πεθάνουν. Όπως το γράφει ο Σεφέρης (μεγάλη επιρροή για τον Αγγελόπουλο): «Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί· / πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς / για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω».

Μεγαλέξαντρος (1980)

Μεγαλέξαντρος (1980)

Μετά τον Μεγαλέξαντρο, μια τετράωρη πολιτική αλληγορία που στοχεύει να συνδέσει την ιστορία με το μύθο, και μια τηλεταινία για την Αθήνα, ο Αγγελόπουλος ξεκινάει τη δεύτερη τριλογία του, την «τριλογία της σιωπής»: Το Ταξίδι στα Κύθηρα (1984) αφηγείται την ιστορία ενός σκηνοθέτη που γυρίζει μια ταινία για την επιστροφή ενός γέρου πρώην αντάρτη από το παραπέτασμα – μέχρι που ο σκηνοθέτης γίνεται χαρακτήρας στο φιλμ που γυρίζει. Ο Μελισσοκόμος (1988) αφηγείται το ταξίδι ενός ανθρώπου που θέλει να επιστρέψει στη γενέτειρά του και να συνδεθεί με το παρελθόν του. Η τριλογία κλείνει με το Τοπίο στην Ομίχλη (1988) όπου δυο αδέλφια ταξιδεύουν για να βρουν τον πατέρα τους, ενώ ο Αγγελόπουλος, ένα χρόνο πριν την Πτώση του Τείχους, αναρωτιέται πού πηγαίνει η Ιστορία και ποια νέα Ευρώπη αναδύεται άραγε μέσα απ’ την ομίχλη.

Η επόμενη τριλογία, η «τριλογία των συνόρων», αφορούσε τη σχέση της Ελλάδας με τους βαλκανικούς γείτονές της με τους οποίους μοιράζεται μια ιστορία κι ένα πεπρωμένο: ξεκίνησε με το Μετέωρο βήμα του πελαργού (1991), την ταινία που οδήγησε στον αφορισμό του Αγγελόπουλο από τον γραφικό μητροπολίτη Αυγουστίνο Καντιώτη, συνέχισε με το Βλέμμα του Οδυσσέα (1995), όπου ο ήρωας ψάχνει μέσα στα ερείπια της πρώην κομμουνιστικής Ευρώπης για την πρώτη ταινία που έγινε ποτέ, και ολοκληρώθηκε με το Η αιωνιότητα και μια μέρα (1998), το τελευταίο, ίσως, πραγματικά μεγάλο φιλμ του δημιουργού.

Το μετέωρο βήμα του πελαργού (1991)

Το μετέωρο βήμα του πελαργού (1991)

Την τελευταία δεκαετία της ζωής του ο Αγγελόπουλος εργάστηκε πάνω στην τελευταία τριλογία του, που έμελλε να μείνει ανολοκλήρωτη: την «τριλογία της μοντέρνας Ελλάδας»: ο ελληνικός 20ός αιώνας μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας που την χτυπούν τα απόνερα της Ιστορίας, από τη Ρωσία στην Ελλάδα κι από κει στην Αμερική. Το πρώτο φιλμ, Το λιβάδι που δακρύζει (2004), είχε μερικά από τα πιο εντυπωσιακά πλάνα του Αγγελόπουλου αλλά και μια αίσθηση ότι κάτι έλειπε: κάτι δεν ήταν όπως παλιά, κάτι στην καρδιά του φιλμ. Αυτό επιβεβαιώθηκε με το τελευταίο φιλμ που ολοκλήρωσε ο Αγγελόπουλος, την Σκόνη του χρόνου (2008), που ήταν και η πιο αδύναμη ταινία του.

Ο θάνατος εμπόδισε τον Αγγελόπουλο να ολοκληρώσει την Άλλη θάλασσα, την ταινία που γύριζε όταν συνέβη το δυστύχημα που τον σκότωσε. Επρόκειτο για μια ταινία εμπνευσμένη από την ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική κρίση, με ήρωα έναν διεφθαρμένο πολιτικό που συμμετέχει στην παράνομη διακίνηση μεταναστών που φτάνουν στην Ιταλία μέσω Ελλάδας. Μετά τον θάνατό του ακούστηκαν φήμες ότι κάποιος θα συνέχιζε το γύρισμα και θα χρησιμοποιούσε το υπάρχον υλικό και τις σημειώσεις του Αγγελόπουλου για να ολοκληρώσει το φιλμ: ο θεός του κινηματογράφου μάς λυπήθηκε και αποφύγαμε αυτή την αισχρή ιεροσυλία.

Το λιβάδι που δακρύζει (2004)

Το λιβάδι που δακρύζει (2004)

Μεγαλόπνοος, τραγικός, μελαγχολικός, ποιητικός, ο κινηματογραφικός μοντερνισμός του Αγγελόπουλου στόχευε να μας ανοίξει τα μάτια. Ο Μάρτιν Σκορσέζε είπε για τον Αγγελόπουλο: «Ξέρει πραγματικά πώς να ελέγχει το κάδρο του. Υπάρχουν σκηνές στα έργα του που η παραμικρή κίνηση της κάμερας ή η ελάχιστη αλλαγή στην απόσταση, έχει αντίκτυπο στον θεατή. Έχει μια σχεδόν απόκοσμη αίσθηση ελέγχου».

Βλέποντας τα φιλμ του Αγγελόπουλου αφήνεσαι πράγματι στα χέρια ενός πολύ μεγάλου δημιουργού. Αιωνία του η μνήμη.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στα Γιάννενα για τις ανάγκες της ταινίας «Αναπαράσταση», 1969

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στα Γιάννενα για τις ανάγκες της ταινίας «Αναπαράσταση», 1969