Πού κοιτάζει ο έρωτας; Τι σκέφτεται για τον πατέρα της η εξαπατημένη Ιφιγένεια όταν σηκώνει απελπισμένη τα χέρια της; Τι νιώθει ο Μενέλαος όταν συναντά ξανά την «αιτία του κακού» Ελένη;

Τι σκέφτεται ο «δεύτερος καλύτερος ανάμεσα στους Αχαιούς, Αίαντας όταν παίζει πεσσούς με τον Αχιλλέα; Τι ζήτησε η Αγκίς από το θεό Διόνυσο που άκουσε την προσευχή της; Πέντε ιστορίες, πέντε σπουδαία έργα τέχνης από τα 129 συνολικά, της έκθεσης «εmotions, ένας κόσμος συναισθημάτων» στο Μουσείο Ακρόπολης.

Τοιχογραφία με σκηνή από τη θυσία της Ιφιγένειας, 62–79 μ.Χ., Πομπηία, Οικία του Τραγικού Ποιητή , Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale

Τοιχογραφία με σκηνή από τη θυσία της Ιφιγένειας, 62–79 μ.Χ., Πομπηία, Οικία του Τραγικού Ποιητή , Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale

Αποτελούσε τμήμα του ζωγραφικού διακόσμου του αιθρίου μιας πλούσιας οικίας στην Πομπηία. Στο κέντρο παριστάνεται η Ιφιγένεια, ευάλωτη στη γυμνότητά της. Τη σηκώνουν στα χέρια δύο άνδρες, πιθανότατα ο Οδυσσέας και ο Διομήδης.

O Άγγελος Χανιώτης μίλησε στην Αργυρώ Μποζώνη

Η Ιφιγένεια ανασηκώνει τα χέρια της σε μια χειρονομία που φανερώνει απελπισία και απορία για την εξαπάτησή της από τον πατέρα της. Ο Αγαμέμνων την έφερε για να την παντρέψει, αλλά η ίδια αντιλαμβάνεται πως πρόκειται να θυσιαστεί για να εξιλεωθεί ο πατέρας της για το σφάλμα του. Στα δεξιά της στέκεται ο μάντης Κάλχας, με τα μάτια ανασηκωμένα προς τον ουρανό και το χέρι στο στόμα, σε μια χειρονομία που παραπέμπει σε θεία αποκάλυψη. Στα αριστερά, ο Αγαμέμνων, γεμάτος απελπισία, ενοχή και θλίψη, σκεπάζει το κεφάλι του με ιμάτιο. Πρόκειται για μια εικονογραφική σύμβαση που εισήχθηκε στην τέχνη του 4ου αι.π.Χ. από τον Τιμάνθη από την Κύθνο ή την Σικυώνα (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 35.36.73). Ψηλότερα από τους θνητούς και αθέατη, η Άρτεμις φέρνει το ελάφι που θα πάρει τη θέση της Ιφιγένειας.

Στη μελέτη αυτής της οικίας, η Bettina Bergmann τόνισε πώς αυτή η σκηνή αρχικά σχεδιάστηκε ως μέρος μιας ζωγραφικής σύνθεσης που περιλάμβανε κι άλλες σκηνές: την κρίση του Πάριδος, την αρπαγή της Αμφιτρίτης από τον Ποσειδώνα, τον Αχιλλέα και τη Βρισηίδα, την Ελένη και τον Πάρι. Όλες μαζί συνέθεταν έναν εικαστικό διάλογο με παράλληλα και αντιθέσεις, που έδινε έμφαση στις σχέσεις ανάμεσα σε θεούς και θνητούς.

Περισσότερα από εκατό αγγεία χρονολογούμενα στον 6ο και τον 5ο αι. π.Χ. εικονίζουν τον Αχιλλέα και τον Αίαντα να παίζουν πεσσούς ή κάποιο επιτραπέζιο παιχνίδι. Πρόκειται για ένα εικονογραφικό θέμα που πρωτοεμφανίστηκε στην Αθήνα γύρω στο 540 π.Χ., με τον αγγειογράφο Εξηκία.

Μελανόμορφος αμφορέας με παράσταση του Αχιλλέα και του Αίαντα που παίζουν επιτραπέζιο παιχνίδι περ. 540 π.Χ. Vulci Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig

Μελανόμορφος αμφορέας με παράσταση του Αχιλλέα και του Αίαντα που παίζουν επιτραπέζιο παιχνίδι περ. 540 π.Χ. Vulci Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig

Οι δύο ήρωες κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλο. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα χαμηλό τραπέζι. Οι ασπίδες και τα κράνη τους είναι τοποθετημένα πίσω από την πλάτη τους. Μια σειρά από επιγραφές εικονίζονται πάνω από τις μορφές, στα αριστερά του Αχιλλέα και μπροστά από τον Αίαντα. Τα γράμματα είναι ασυνάρτητα, επομένως η γραφή είναι μάλλον ενδεικτική λέξεων, όχι πληροφοριακή. Ο Αχιλλέας παριστάνεται χαλαρός, εντελώς απορροφημένος από το παιχνίδι. Κοιτάζει τη βάση του παιχνιδιού και κρατά την αιχμή του δόρατός του στο έδαφος. Αντίθετα, ο Αίας βρίσκεται σε ένταση. Κοιτάζει κατευθείαν τον αντίπαλό του και το δόρυ του είναι ελαφρώς ανασηκωμένο, δείχνοντας προς τον Αχιλλέα. Ο Αίας χειρονομεί προς τον συμπαίκτη του σαν να προσπαθεί να συζητήσει μαζί του, ενώ μια σειρά από γράμματα που ξεφεύγουν από το στόμα του φανερώνουν πως μιλάει.

Πρόκειται για μια στιγμή ανάπαυλας από την πληκτική αναμονή μπροστά από τα τείχη της Τροίας; Είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο ανδρών πιο σύνθετη; Στην Ιλιάδα, ο Αίας είναι «ο δεύτερος καλύτερος ανάμεσα στους Αχαιούς» πάντοτε στη σκιά του Αχιλλέα (2.768). Σε αυτήν την υπόθεση βασίζει ο Σοφοκλής την τραγωδία του «Αίας». Θέλει ο αγγειογράφος να αποδώσει την οργισμένη αντίδραση του Αίαντα, που είναι ξανά ο ηττημένος;

Ερυθρόμορφος αμφορέας με λαιμό, με παράσταση του Μενέλαου και της Ελένης περ. 430–420 π.Χ. Αποδίδεται στον Ζωγράφο του Κλεοφώντος Αττική Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig

Ερυθρόμορφος αμφορέας με λαιμό, με παράσταση του Μενέλαου και της Ελένης περ. 430–420 π.Χ. Αποδίδεται στον Ζωγράφο του Κλεοφώντος Αττική Βασιλεία, Antikenmuseum Basel und Sammlung Ludwig

Το αγγείο παριστάνει μια σκηνή από το τέλος του Τρωικού Πολέμου, όταν ο Μενέλαος συναντά ξανά την Ελένη. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς είχε αποφασίσει να σκοτώσει τη γυναίκα του ως τιμωρία για την προδοσία της. Βλέποντας, ωστόσο, ξανά την ομορφιά της, πετάει το σπαθί του και την κυνηγάει για να την αγκαλιάσει. Στους αρχαίους Έλληνες, η δύναμη της ομορφιάς ήταν τέτοια που ο Ευριπίδης βάζει την Ηλέκτρα, κόρη του Αγαμέμνονα, να αναρωτιέται πώς μπορεί η ομορφιά να αμβλύνει τα ξίφη των Ελλήνων (Ορέστης στ. 1286).

Σε αυτήν τη σκηνή, η Ελένη δεν δείχνει να ανταποκρίνεται στο πάθος του Μενέλαου, αλλά μάλλον να τον εγκαταλείπει. Την ίδια στιγμή, μοιάζει να αντιλαμβάνεται πως η ζωή της εξαρτάται από τη συμφιλίωσή της με τον Μενέλαο και, καθώς τρέχει πανικόβλητη για να σωθεί από τον μαινόμενο σύζυγό της, χειρονομεί προς τη μεριά του, σε έναν συνδυασμό πειθούς, αποπλάνησης και ικεσίας.

Μαρμάρινο άγαλμα του Έρωτα που τεντώνει το τόξο του 2ος αι. μ.Χ. Ρώμη, Παλατίνος Λόφος Παρίσι, Musée du Louvre

Μαρμάρινο άγαλμα του Έρωτα που τεντώνει το τόξο του 2ος αι. μ.Χ. Ρώμη, Παλατίνος Λόφος Παρίσι, Musée du Louvre

Στην αρχαία Ελλάδα, ο Έρως ήταν η θεοποιημένη υπόσταση της αγάπης. Οι πηγές τον παρουσιάζουν ως άτακτο αγόρι που ανάβει τη φλόγα του πάθους με τα όπλα του πολεμιστή (π.χ. τόξο και βέλη), ή ως δύναμη που φέρνει την τάξη και την αρμονία σε στοιχεία αντιθετικά. Όλοι συμφωνούν πως η δύναμή του ήταν απόλυτη και πως θεοί και θνητοί υπέκυπταν σε αυτήν.

Η σύνθετη φύση του Έρωτα αντικατοπτριζόταν στην τέχνη. Οι παραστάσεις του Έρωτα δείχνουν ένα πλάσμα άστατο που ξυπνά την επιθυμία, ένα εύθυμο βρέφος, έναν όμορφο φτερωτό νεαρό, ή ένα ανυπεράσπιστο παιδί που κοιμάται. Το σημαντικότερο ιερό του Έρωτα βρισκόταν στις Θεσπιές, στη Βοιωτία, όπου χάλκινα αγάλματα του θεού φιλοτεχνημένα από όλους τους μεγάλους γλύπτες της κλασικής και ελληνιστικής εποχής έγιναν, μετά από αιώνες, έμπνευση για πολυάριθμα ρωμαϊκά μαρμάρινα αντίγραφα.

Το συγκεκριμένο άγαλμα του Έρωτα έχει ταυτιστεί με αντίγραφο της εποχής του Δομιτιανού, το οποίο ακολουθεί πρωτότυπο του 4ου αιώνα φιλοτεχνημένο από τον Λύσιππο. Ο νεαρός θεός τεντώνει το τόξο του για να χτυπήσει. Κοιτάζοντας από τα αριστερά, ο θεατής βλέπει το τόξο σε πρώτο πλάνο και, πιο πίσω, την ευθεία ματιά του Έρωτα στο βάθος. Αυτή η οπτικά φορτισμένη προοπτική αιχμαλωτίζει τον θεατή και δημιουργεί την εντύπωση πως ο Έρωτας είναι έτοιμος να τον χτυπήσει -μια υπόμνηση της αναπότρεπτης δύναμής του.

Μαρμάρινο ενεπίγραφο ανάγλυφο με παράσταση αυτιών 2ος αι. μ.Χ. Ύψ. 29 εκ.· Πλ. 20 εκ. Θεσσαλονίκη, Σαραπείον Θεσσαλονίκη, Αρχαιολογικό Μουσείο

Μαρμάρινο ενεπίγραφο ανάγλυφο με παράσταση αυτιών 2ος αι. μ.Χ. Ύψ. 29 εκ.· Πλ. 20 εκ. Θεσσαλονίκη, Σαραπείον Θεσσαλονίκη, Αρχαιολογικό Μουσείο

Στο μικρού μεγέθους μαρμάρινο ανάγλυφο απεικονίζονται δύο αυτιά· από πάνω τους κρέμονται κλαδιά κληματαριάς με φύλλα και καρπούς. Σύμφωνα με την επιγραφή, η Αγκίς αφιέρωσε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης το ανάγλυφο στον Διόνυσο, μετά από τάμα της, επειδή εισάκουσε την προσευχή της. Τα τσαμπιά σταφυλιών σχετίζονται με τον θεό, τα ανάγλυφα αυτιά υποδηλώνουν την προθυμία του να εισακούει τις προσευχές των πιστών του.

Αντίστοιχα αναθηματικά ανάγλυφα με αυτιά ή ίχνη ποδιών – υποδήλωση επιφάνειας – βρίσκονται συχνά σε ιερά Αιγυπτίων Θεών. Το ανάγλυφο βρέθηκε στο Σαραπείο της Θεσσαλονίκης, όπου μαζί με τους Αιγύπτιους Θεούς λατρεύονταν και άλλοι «σύνναοι» θεοί, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Διόνυσος. Ο τελευταίος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στη Μακεδονία και ιδίως στη Θεσσαλονίκη, όπου υπήρχαν και οργανωμένοι σύλλογοι λατρευτών.

Τα εκθέματα προέρχονται από την έκθεση «εmotions, ένας κόσμος συναισθημάτων».

Info έκθεσης:

«εmotions, ένας κόσμος συναισθημάτων» | 18 Ιουλίου – 19 Νοεμβρίου 2017 | Μουσείο Ακρόπολης