Μια απαραίτητη διευκρίνιση στην αρχή, προκειμένου να είμαι στοιχειωδώς ειλικρινής. Στα αρκετά πλέον χρόνια που μετρά η στήλη, έχω φυσικά ξαναγράψει άσχημα, ως και πολύ άσχημα λόγια για ταινίες, αλλά ως τώρα ήταν όλα ανεξαίρετα προϊόν μιας διάψευσης. Πηγαίνεις σινεμά ακριβώς επειδή ελπίζεις να δεις ένα έργο που θα σε ικανοποιήσει, πηγαίνεις σινεμά καλοπροαίρετα, πηγαίνεις σινεμά γεμάτος προσδοκίες, ειδάλλως δεν υπάρχει λόγος να πηγαίνεις σινεμά – πόσο μάλλον να γράφεις για αυτό. Κι όταν αυτό που παρακολουθείς θεωρείς ότι πάσχει, πάσχεις λίγο κι εσύ μαζί του, στραβώνεις που πάσχει, στραβώνεις που οι προσδοκίες σου δεν ευοδώθηκαν. Στην περίπτωση του «Καζαντζάκη» όμως, τα άσχημα λόγια που θα ακολουθήσουν είναι προϊόν μιας επαλήθευσης. Αυτή τη μόνη φορά πήγα σινεμά κακοπροαίρετα, πήγα σινεμά με διαφορετικού τύπου αγωνία: θα ήταν πράγματι τόσο πολύ κακό, όσο η φήμη που το συνόδευε και όσο φαινόταν στο τρέιλερ; Η απάντηση είναι ένα απερίφραστο «Ναι». Ναι, ό,τι κι αν έχεις ακούσει κι ό,τι κι αν έχεις φανταστεί, και πάλι θα είναι λίγο όταν έρθεις αντιμέτωπος με αυτήν καθαυτή την ταινία.

Μια ταινία που υποτίθεται ότι καταγράφει τα απλωμένα σε επτά δεκαετίες πιο καθοριστικά γεγονότα της ζωής του πιο πολυδιαβασμένου και αναντίρρητα ενός από τους κορυφαίους Έλληνες πεζογράφους, μια ταινία που υποτίθεται ότι ταξιδεύει από την Κρήτη, στην Αθήνα, στο Άγιο Όρος, στην έρημο Σινά, στη Βιέννη, στην Αντίμπ, στη μετεπαναστατική Σοβιετική Ένωση και σε άλλα μέρη που πιθανώς ξεχνάω, πάντως όχι στην Κίνα. Στην Κίνα η κάμερα του Σμαραγδή δεν τολμά να πάει, με τον τρόπο τουλάχιστον που υποτίθεται ότι πήγε στα άλλα μέρη, ίσως γιατί βασικό σημείο που έρχεται κι επανέρχεται στην αφήγηση είναι ότι μια γειτόνισσα που έλεγε τον καφέ, είχε προειδοποιήσει εγκαίρως το ζεύγος Καζαντζάκη να μην πάει στην Κίνα, γιατί κάτι κακό θα τους βρει, οπότε καλού κακού σου λέει μη δείξουμε Κίνα και μας πάρει κι εμάς ξώφαλτσα καμιά κακιά μοίρα. Κάνεις ταινία για τον Καζαντζάκη κι επιλέγεις να δώσεις μεγάλη βάση στο τι είδε μια γειτόνισσα στον καφέ. Φόρος τιμής στον μυστικισμό του Καζαντζάκη ή μια από τις πάρα πολλές ανεκδιήγητες επιλογές του σκηνοθέτη και σεναριογράφου;

Μια ταινία που υποτίθεται καλύπτει δυο απελευθερώσεις, της Κρήτης το 1898 από τους Τούρκους και της Ελλάδας από τους Γερμανούς το 1944. Η Κρήτη απελευθερώνεται και βλέπουμε σε μια γωνιά του λιμανιού καμιά δεκαριά Κρητικούς να χορεύουν σε σλόου μόσιον. Δεν είναι θέμα μπάτζετ και του τι μπορείς να δείξεις. Δείξε την απελευθέρωση ακόμη και με δέκα Κρητικούς να χορεύουν σε σλόου μόσιον. Αλλά μην τους δείξεις σαν εκπομπή της ΕΡΤ με δημοτικά τραγούδια και πανηγύρια. Στην Κατοχή το ζεύγος Καζαντζάκη προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με την πείνα και τις στερήσεις. Στην αρχή έχουν αρκετά εφόδια, μετά μένουν μόνο τσάι και ελάχιστο τυρί. Πρώτα τελειώνει το τυρί και τη στιγμή ακριβώς που τελείωσε και το τσάι τελειώνει και η Κατοχή. Φίου. Λίγο μετά βέβαια ξεσπάει ο εμφύλιος και Καζαντζάκης και Σικελιανός συζητούν χαριτολογώντας ότι θα τους βρει καμιά αδέσποτη και δεν θα ξέρουν και από πού τους ήρθε. Καθώς Έλληνες τουφεκάνε Έλληνες βάσει των πολιτικών παθών, οι δυο φωτισμένοι λογοτέχνες συμφωνούν ότι η τέχνη είναι που θα σώσει και θα εξυψώσει την Ελλάδα.

Ας μη μείνουμε ούτε σε μεγάλες βιογραφικές ανακρίβειες (την πλήρη παράλειψη του πρώτου γάμου), ούτε σε γκρίζες διαφημίσεις, γιατί, οκ, πράγματι όταν αυτά γίνονται κατά κόρον σε ξένες ταινίες τα παραβλέπουμε. Πάντως όταν δείχνεις την ερωτική ζωή του Καζαντζάκη πριν γνωρίσει την Ελένη Σαμίου και μετά την πλήρη και απόλυτη και ειδυλλιακή σύνδεση του ζευγαριού, έχοντας παραλείψει κάθε αναφορά στον γάμο και τη σχέση με την Γαλάτεια Αλεξίου, κάτι θες να πεις ή μάλλον να μην πεις, κάτι σου χαλάει τη μανέστρα της εξιδανίκευσης. Και πάντως ακόμη και η γκρίζα διαφήμιση γίνεται άγαρμπα και άτεχνα, γίνεται σαν να βλέπουμε εκπομπή μαγειρικής στην τηλεόραση και η κάμερα ζουμάρει στο προϊόν χορηγό.

Ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης είναι ό,τι δεν είναι ο «Καζαντζάκης»

Στους τίτλους τέλους, σε μια ακόμη χειρονομία που μας πείθει ότι αυτό που παρακολουθήσαμε δεν ήταν μια εντελώς κανονική ταινία, ο σκηνοθέτης ευχαριστεί το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και Μαρίνας Καλογήρου για την «ανεξίτηλη» ερμηνεία τους. Ανεξίτηλη ναι, δεν είναι καθόλου απίθανο να μείνει. Αλλά δυστυχώς όχι με τον τρόπο που το εννοεί ο Σμαραγδής. Όταν στα πρώτα λεπτά παρακολουθούμε σκηνές από το σχολείο που πήγαινε ο μαθητής Καζαντζάκης, ο Σμαραγδής θέλει να μας δείξει τον έφηβο ακόμη ήρωα με το ατίθασο πνεύμα που κάνει χαβαλέ με τους δασκάλους του. Είναι σκηνές που θα είχαν θέση μόνο σε βιντεοταινία της δεκαετίας του ογδόντα, μόνο που ακόμη κι αν ήταν γυρισμένες επί τόπου με σενάριο που γραφόταν εκείνη τη στιγμή, ο πρωταγωνιστής που θα έκανε τις αστείες (;;;) μούτες θα ήταν πολύ λιγότερο γελοίος από τον, κοντά σαραντάχρονο, Παπασπηλιόπουλο που υποδύεται τον μαθητή Καζαντζάκη, λες κι αυτός είναι τερματικά ηλίθιος.

Όλη μα όλη η ταινία είναι γεμάτη από χαρακτήρες που είτε γελούν οι ίδιοι με τα αστεία τους και τον εαυτό τους, είτε θαυμάζουν στο φουλ τον συνομιλητή τους. Ο Άγγελος Σικελιανός, προφανώς όχι εσκεμμένα αλλά κατά λάθος, παρουσιάζεται ως ένα γροτέσκα αυτάρεσκος φαφλατάς και μόνο. Ο Καζαντζάκης γράφει την «Αναφορά στον Γκρέκο» και θυμάται διάφορα επεισόδια της ζωής του -βασικό αφηγηματικό όχημα της ταινίας- και κάθε λίγο και λιγάκι η αφήγηση διακόπτεται για ένα reaction shot της Καλογήρου που τον κοιτά εκστασιασμένη, συγκινημένη, λατρευτικά.

Η δεύτερη από τις δύο σκηνές με τον Ντασέν, την Μερκούρη, τον Καζαντζάκη και την Ελένη, είναι ολόκληρη σκηνή ανθολογίας, που ολοκληρώνεται με ένα κρεσέντο του Παπασπηλιόπουλου όταν κάνει αστείες φάτσες και αμέσως μετά λυπημένες. Και τον σιγοντάρει η Καλογήρου κάνοντας κι αυτή φάτσες. Κι όλοι μαζί γελάνε. Κι εσύ ως θεατής ανακατεύεσαι. Είναι σκηνές τόσο κακές που σε φέρνουν σε αμηχανία,  σε κάνουν να θες να φωνάξεις στην αίθουσα, σταματήστε, ντραπείτε επιτέλους κάπου με αυτό που γυρίζετε.

Μπορώ επίσης να βάλω στοίχημα ότι όποιος δει χωρίς να ξέρει οτιδήποτε άλλο για την πρώτη σκηνή που ο Καζαντζάκης πέφτει στο κρεβάτι με την Ίτκα και πετάνε ρούχα καθώς φιλιούνται παράφορα, λογομαχώντας για τον Λένιν και τον Βούδα, θα θεωρήσει ότι είναι σκηνή παρωδίας. Στις «Τρελές Σφαίρες» θα τους έβαζαν να το κάνουν με λιγότερο πάθος.

Επίσης επειδή όλοι είμαστε όλα σε αυτή τη χώρα, όλοι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, έτσι κι ο Θοδωρής Αθερίδης θεώρησε ότι έπρεπε να δεχτεί να παίξει τον Ζορμπά. Σιγά, και τι έγινε. Τι πάει να πει άλλα μεγέθη, τι πάει να πει Άντονι Κουίν, τι πάει να πει τι. Τον Ζορμπά μου ζήτησε να παίξω; Θα τον παίξω. Και φράγκα θα πάρω και κόσμος θα με δει και έλα μωρέ τώρα. Μακάρι, ειλικρινά μακάρι, ο Αθερίδης να δέχτηκε να παίξει τον Ζορμπά, από καλλιτεχνική ματαιοδοξία και από υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του. Φοβάμαι όμως -και εδώ παραδέχομαι ότι κάνω δίκη προθέσεων- ότι το κίνητρο δεν ήταν η ματαιοδοξία, αλλά η βαθιά αδιαφορία για το τι είναι τι, ποιος είναι ποιος, για τον χυλό που όλοι κολυμπάνε μέσα, έναν χυλό που εν τέλει οδηγεί και σε ταινίες όπως ο «Καζαντζάκης».

Ο κινηματογράφος, ο ελληνικός ή ίσως και όχι ο ελληνικός, χρωστάει μια κανονική ταινία πάνω στον Νίκο Καζαντζάκη

Αν η φράση «εκπληρώσαμε το χρέος μας στο σώμα» αναφορικά με το σεξ που έκανε στη διάρκεια της σχέσης τους η Ίτκα με τον Καζαντζάκη είναι από βιβλίο του Καζαντζάκη, ακόμη κι αν ο συγγραφέας Καζαντζάκης τη βάζει στο στόμα της γυναίκας που του το λέει, όταν εσύ ως σεναριογράφος επιλέγεις να τη βάλεις σε ταινία το 2017, όταν εσύ επιλέγεις να την εκφέρει ζωντανός άνθρωπος σε ζωντανό άνθρωπο, μετατρέπεις αυτό που υπάρχει σε ένα άλλο λογοτεχνικό περιβάλλον και γλωσσικό ύφος σε ακόμη μια σκηνή αμηχανίας. Και γενικότερα στο ύφος του Καζαντζάκη οι όποιες μεγαλοστομίες είναι ενταγμένες σε ένα άλλο αισθητικό σύνολο, έχουν μια άλλη επίδραση μέσα σου. Εδώ αποκόπτονται τελείως από το σώμα των βιβλίων, στέκονται ως ξύλινος λόγος, είναι λόγια και μόνο λόγια, δεν έχει γίνει η παραμικρή προσπάθεια μετατροπής του πνεύματος του Καζαντζάκη σε εικόνα. Α ναι, υπάρχει μια εικονοποίηση, κι αφορά το «αμόλευτο ελληνικό φως»: πλάνα Σαντορίνης και ΕΟΤ, αλλά κακού ΕΟΤ. Το πιο κοντινό που μπορώ να σκεφτώ στο καλλιτεχνικό ήθος της ταινίας είναι σχολική γιορτή δημοτικού. Να βγουν τα παιδάκια να πουν τα εμπνευστικά τους λόγια, να τα απαγγείλουν φωναχτά, να παραδοθούν οι γονείς στο ηθικοπλαστικό κιτς της συγκίνησης για τη συγκίνηση, της κορώνας που αγαπά τον εαυτό της, του άσπρου εναντίον του μαύρου στον ασπρόμαυρο κόσμο. Αλλά δεν είναι ο Παπασπηλιόπουλος ο γιος μας να συγκινηθούμε. Υποτίθεται ότι υποδυόταν τον Νίκο Καζαντζάκη.

Αν κάτι αφήνει ως τελικό επιστέγασμα η παρακολούθηση της ταινίας, είναι ότι ο κινηματογράφος, ο ελληνικός ή ίσως και όχι ο ελληνικός, χρωστάει μια κανονική ταινία πάνω στον Νίκο Καζαντζάκη. Χρωστάει μια ταινία που να προσεγγίσει τη ζωή του, το έργο του, την προσωπικότητά του, με όρους μη τραγελαφικούς. Ο Γιάννης Σμαραγδής δικαιούνταν να κάνει μια κακή ταινία για τον Καζαντζάκη. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι δικαιούνταν να κάνει μια τραγελαφική ταινία για τον Καζαντζάκη. Τα προηγούμενα biopics του για άλλους μεγάλους Έλληνες μπορεί να μην άλλαξαν την ιστορία του παγκόσμιου σινεμά, μπορεί να είχαν τα λίγα ή τα πολύ περισσότερα θέματά τους, πάντως τραγελαφικά δεν ήταν. Εδώ όμως παίρνει έναν συγγραφέα που όταν τον διαβάζεις, είτε σου πάει είτε δεν σου πάει, δεν μπορείς να αρνηθείς ότι έχει μια πρωτογενή δύναμη εξαιρετικά σπάνια, δεν μπορείς να αρνηθείς ότι έγραψε με τη φιλοδοξία και το όραμα η σκέψη του να συνταράξει τον αναγνώστη όσο συντάρασσε τον ίδιο, και τον μετατρέπει ούτε καν σε καρικατούρα, σε κάτι χειρότερο κι από καρικατούρα, σε κάτι που σχεδόν τον παρωδεί, ενώ υποτίθεται τον εξυμνεί. Εδώ, προσπαθώντας να καταγράψει το αποτύπωμα ενός ανθρώπου που στάθηκε πολύ πάνω από το κοινό μέτρο, όχι μόνο το κατεβάζει βίαια και σοκαριστικά στο κοινό μέτρο, αλλά το κατεβάζει και στην πιο άτεχνη, απλουστευτική, συνθηματική, μεγαλόστομη, γλυκανάλατη, καθησυχαστική, αγιοποιητική, διαστρεβλωτική δυνατή εκδοχή του, πέφτοντας πολύ πιο κάτω ακόμη κι από τα στάνταρ του κοινού μέτρου. Ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης είναι ό,τι δεν είναι ο «Καζαντζάκης».