Κείμενο: Δημήτρης Αθανίτης

 

Το «Καμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο» είναι η πρώτη ταινία που έγραψα. Ήταν το πρώτο μου σενάριο αλλά όταν το τελείωσα, έπρεπε να το βάλω στην άκρη. Ήμουν αναγκασμένος να ξεκινήσω με μια ταινία λιγώτερο απαιτητική σαν παραγωγή και μόνο μετά το «Αντίο Βερολίνο» εξασφάλισα κάποιο μπάτζετ και πέρασα στα γυρίσματα.

Η πρώτη πρόκληση ήρθε με την πρώτη απόφαση: η ταινία θα ήταν και πάλι ασπρόμαυρη. Κανείς δεν γύριζε και δεν γυρίζει ασπρόμαυρο στην εποχή του έγχρωμου  κι ακόμη περισσότερο, κανείς δεν το τολμά σε δύο συνεχόμενες ταινίες. Στο στούντιο μιλούσαν γι αυτόν που κατάργησε το χρώμα!

-Γιατί διαλέξατε πάλι ασπρόμαυρο; με ρώτησε μια δημοσιογράφος.
-Γιατί λατρεύω το χρώμα, απάντησα και το εννοούσα.

Δημητρης Αθανίτης

Δημήτρης Αθανίτης

Η δεύτερη πρόκληση ήταν μεγαλύτερη. Δεν θα χρησιμοποιούσα κανένα σταρ, κανένα από τα πρόσωπα της εποχής. Ήθελα να κάνω μια ταινία απόλυτα κλασσική, εξωπραγματική για τα ελληνικά δεδομένα, που ταυτόχρονα θα αποδομούσε όλα τα κλισέ.

Καμμιά από τις νέες ηθοποιούς που ήξερα δεν ταίριαζε για τον ρόλο της Ευρυδίκης, όπως τον είχα στο μυαλό μου: ερωτικό και ανυπότακτο, γήινο και άπιαστο. Έκανα μια οντισιόν που έμεινε μυθική, αφού πολλές από τις τότε άγνωστες υποψήφιες έγιναν οι μαγαλύτερες σταρ αμέσως μετά. Εγώ χρειάστηκε να βρω τους ηθοποιούς μου από άλλους δρόμους.

Η τρίτη πρόκληση είναι οι χώροι που επέλεξα. Χώροι ακραίοι, άγνωστοι αν και μέσα στην καρδιά της πόλης. Μια δημοσιογράφος που ήρθε στα γυρίσματα, τρόμαξε. Έκανα μια φουτουριστική ταινία, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά ρεαλιστικούς χώρους, χωρίς την παραμικρή επέμβαση. Ήθελα τη ζωή που ήταν ήδη γραμμένη πάνω τους. Ήθελα αυθεντικότητα και οδηγός μου ήταν η βαθια βιωματική σχέση μου με την πόλη.

«Δεν πάει καιρός που διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων, βρέθηκα στο μέρος εκείνο της γης που είναι η περίφημη Πόλη του Αφανισμού» λέει μια προμετωπίδα του Χώθορν στην αρχή της ταινίας. Και πράγματι, ο Διάβολος είναι η πρώτη ταινία μετά το «Αντίο Βερολίνο» που τόλμησε να περιπλανηθεί στην άλλη Αθήνα χωρίς να την μακιγιάρει.

Είναι η πρώτη ταινία που ανακαλύπτει μια πόλη κρυμμένη κάτω από τα μικροαστικά στερεότυπα της  επιφάνειας. Ουσιαστικά ο Διάβολος δημιουργεί και ανακατασκευάζει τον ίδιο τον χώρο του και δημιουργεί την ασπρόμαυρη τοπογραφία ενός μέλλοντος που είναι ήδη παρόν.

Η τέταρτη πρόκληση ήρθε από την επιλογή μου να τοποθετήσω τον εμβληματικό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης όχι σ’ ένα «αγνό» φυσικό περιβάλλον ή έστω επαρχίας αλλά μέσα στην βρώμικη καρδιά της πόλης. Και ταυτόχρονα να κάνω την μεγάλη αντιστροφή. Το σκοτάδι, ο Άδης, είναι εδώ που ζει ο ήρωας. Ο εφιαλτικός «άλλος κόσμος» είμαστε εμείς. Ο ήρωας θα ανέβει στο φως για να φέρει την αγαπημένη του πίσω.

«Ζούσα όπως όλοι, μέσα στο σκοτάδι» λέει ο Ορφέας στην αρχή της ταινίας, ενώ μια απόκοσμη παρουσιάστρια μεταφέρει κάθε τόσο τα καθησυχαστικά μηνύματα της εξουσίας. Ακόμη και οι γονείς του ήρωα θα αναγκασθούν να επικοινωνήσουν μαζί του, μέσω τηλεοπτικής οθόνης. Ένας κόσμος με αυταρχική δομή σκιαγραφείται αδρά, αλλά καθαρά. Ο ερωτικός μύθος γίνεται το όχημα για να μιλήσω για κάτι που ξεπερνά τα όριά του, γίνεται η αφορμή για μια ολική ματιά κι ένα σχόλιο πάνω σε μια κοινωνία.

Η επόμενη, πέμπτη πρόκληση έχει πάλι πηγή τον μύθο. Διεμβόλισα τον ρομαντικό χαρακτήρα που έχει ο έρωτας του Ορφέα με μια ακραία σωματική διάσταση. Η ταινία έχει ερωτικές σκηνές και μια προκλητική επίδειξη του γυμνού σώματος που σόκαραν. Κάποιοι μίλησαν για όρια προς πορνό. Ίσως γιατί η ταινία επιμένει να αμφισβητεί την θέση του θεατή. Κι αυτό, γιατί ενώ παρακολουθείς μια παρατεταμένη ερωτική σκηνή χωρίς κλισέ και προφυλάξεις, οι ηθοποιοί σε καρφώνουν με το βλεμμα τους –για μοναδική φορά μέσα στην ταινία- μετατρέποντας σε σε συνένοχο παρατηρητή. Ξαφνικά ένα σχίσμα έχει γίνει στην οθόνη και η πραγματικότητα της ταινίας ξεχύνεται απότομα για να σε τυλίξει και να σου θυμίσει τη σχέση κινηματογραφικού έργου και θεατή.

Και βέβαια η έκτη πρόκληση είναι η μουσική της ταινίας. Ένα καθαρό ροκ ύφος έρχεται επιθετικά σε πρώτο πλάνο. Προσοχή: όχι ροκ εντ ρολ, όχι κάτι ελαφρύ, ρετρό και ανώδυνο. Όχι αναμνήσεις και αναπαραγωγή γνωστών ακουσμάτων. Εδώ υπάρχαν μουσικά ακούσματα ακατανόητα για το τρέχον ελληνικό σινεμά που μαζί με πιο κλασσικά περάσματα κινηματογραφικής μουσικής, συνθέτουν ένα ευρύ σάουντρακ που συνδυάζεται με μια τελείως κατασκευασμένη ηχητική μπάντα, τινάζοντας στον αέρα την απλοική θεωρία περί πιστότητας στην πραγματικότητα. Αλλά βέβαια ο Διάβολος δεν είναι απλά άλλη μια ταινία, είναι σινεμά. Και σαν γνήσιο σινεμά κατασκευάζει από την αρχή το σύμπαν του.

Η έβδομη και τελευταία προς το παρόν, πρόκληση είναι τα πρόσωπα. Η πινακοθήκη ιδιαίτερων χαρακτήρων που εμφανίζονται σαν έμβια εξαρτήματα του χώρου. Μια σειρά από κρυμμένα πρόσωπα που συναντάμε καθώς ανακαλύπτουμε την κρυμμένη πόλη μέσα από το ταξίδι του Ορφέα. Δύο από αυτά, η Άρια και μια εκδοχή του Θηρίον, χρόνια αργότερα θα γίνουν διάσημα στην πιο δημοφιλή αμερικανική σειρά.

Για το τέλος, ας βγούμε από τον σκοτεινό κόσμο του «Καμιά Συμπάθεια Για Τον Διάβολο» κι ας τον δούμε απ΄έξω, δίπλα στον ωμά ρελιστικό κόσμο του “Invisible”, της τελευταίας ταινίας μου. Μοιάζουν εκ πρώτης τόσο διαφορετικοί κόσμοι, που θα εκπλαγεί κανείς απίστευτα, αν σηκώνοντας την επιφάνεια, αναγνωρίσει την ενιαία, αισθητικά και θεματικά, αόρατη γραμμή που τα διαπερνά.

Η ίδια αντίδραση απέναντι στην αλαζονεία και τον παραλογισμό της εξουσίας και οι  κεντρικοί ήρωες, δυο ανυπότακτα πρόσωπα που ψάχνουν την θέση τους στον κόσμο.  Δυο πρόσωπα που αρνούνται να αποδεχθούν μια ζωή που έχει σχεδιαστεί ερήμην τους. Ακόμη  και οι φιγούρες των δύο κεντρικών χαρακτήρων ταυτίζονται, σε μια σχέση που ξεπερνά τα φύλα.

Το «Καμιά Συμπάθεια Για Τον Διάβολο» σε final cut 2017, κάνει πρεμιέρα τη Δευτέρα 23 Οκτωβρίου, στον κινηματογράφο Ααβόρα, στις 20:00, στο πλαίσιο του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.

Ο Δημήτρης Αθανίτης είναι σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε σινεμά και αρχιτεκτονική. Είναι μέλος της Ευρωπαικής και της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Η τελευταία ταινία του Invisible (2015) κέρδισε 14 διεθνή Βραβεία κι έχει μέχρι στιγμής παρουσιαστεί σε πάνω απο 35 φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο. Η πρώτη ταινία του Αντίο Βερολίνο (1994) κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ η δεύτερη ταινία του Καμιά Συμπάθεια Για Τον Διάβολο (1997) ήταν υποψήφια για τον Χρυσό Αλέξανδρο και κέρδισε το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας με τη Λένα Κιτσοπούλου. Η ταινία του 2000+1 Στιγμές (2001) επιλέχτηκε από τον αυστραλό κριτικό Bill Mousoulis ανάμεσα στις 10 καλύτερες ταινίες για το 2001 στο Senses of Cinema. Η προηγούμενη ταινία του  Τρεις Μέρες Ευτυχίας (2012) κέρδισαν 4 βραβεία ενώ το πρώτο βιβλίο του Μυστικές  Συναντήσεις, μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αγγελάκη.