Στα μέσα του 17ου χρυσού αιώνα της Ολλανδίας, η Πετρονέλα Όρτμαν, σύζυγος του πλούσιου εμπόρου μεταξιού, Johannes Brandt, αποφάσισε να φτιάξει στο Άμστερνταμ, το δικό της μοναδικό κουκλόσπιτο, κάτι που συνήθιζαν οι σύζυγοι των πλούσιων εμπόρων, άλλωστε τα κουκλόσπιτα και τα αντικείμενα που περιείχαν ήταν σύμβολα της κοινωνικής και οικονομικής τους κατάστασης.

Η Πετρονέλα ασχολήθηκε με την κατασκευή του κουκλόσπιτου από το 1686 μέχρι το 1710. Το διακόσμησε με ακριβά υλικά και μινιατούρες. Χρησιμοποίησε, λένε, τους μαστόρους που είχαν φτιάξει το σπίτι της. Σύμφωνα με την κόρη της, η οποία κληρονόμησε το κουκλόσπιτο, είχε ξοδέψει τόσα χρήματα όσα θα αρκούσαν για να αγοράσει ένα σπίτι στο Άμστερνταμ. Το ολλανδικό κράτος το αγόρασε το 1821 και το 1875 πέρασε στην κατοχή του Rijksmuseum.

To κουκλόσπιτο της Πετρονέλα Όρτμαν στο Rijksmuseum

To κουκλόσπιτο της Πετρονέλα Όρτμαν στο Rijksmuseum

Σήμερα εκτίθεται με τα εννέα δωμάτιά του και την ένδειξη «αυτό δεν είναι ένα παιχνίδι». Το τέλειο σπίτι στο οποίο η Πετρονέλα Όρτμαν είχε κλείσει τα όνειρά και τις φιλοδοξίες της, είναι το έκθεμα που ενθουσίασε αρχικά την Κατερίνα Ζαχαροπούλου και την οδήγησε στο να επανεξετάσει τις οικείες έννοιες της ιδιοκτησίας, της ευτυχίας, της ελευθερίας, ακόμα και της απόδρασης. Από το νεκρό κέλυφος του αριστουργηματικού κουκλόσπιτου της Όρτμαν, που της δημιούργησε «συγκίνηση για την ομορφιά και πόνο για τη μοναξιά» της γυναίκας που το δημιούργησε, με την έννοια του κουκλόσπιτου να αλλάζει όταν η Νόρα του Ίψεν «έκλεισε το μάτι» οργανώνοντας τη δική της απόδραση από αυτό, κάνοντας την υπόθεσή της, ποθούμενη φυγή των επόμενων αιώνων μέχρι τη σημερινή αντίληψη για την έννοια της κατοικίας, της σύνδεσής μας μαζί της και της δυναμικής των αναμνήσεων που δημιουργούνται μέσα σε αυτά.

«Όταν είδα το κουκλόσπιτο στο μουσείο Ρικς», λέει η Κατερίνα Ζαχαροπούλου, «ενθουσιάστηκα με την καταπληκτική τεχνική και μου θύμισε αμέσως και κάτι άλλο. Το πώς θέλουμε να βλέπουμε μέσα από τα παράθυρα των ανθρώπων όταν ταξιδεύουμε στην Ολλανδία, ή όπου υπάρχει ανοιχτό ή μισάνοιχτο παράθυρο και να φανταζόμαστε το πώς είναι η ζωή των κατοίκων ενός σπιτιού, αν είναι τόσο ωραία ή τόσο μίζερη όσο φαίνεται απέξω. Μου δόθηκε χάρη σε αυτό το έργο η δυνατότητα – σε όλο της το μεγαλείο – να πλάσω τις δικές μου ιστορίες.  Για τα χρόνια που περνούν, για τα σπίτια που αλλάζουν, για τα σπίτια που σήμερα κινδυνεύουν, για τις σχέσεις που κινδυνεύουν, ακόμα και για τους νέους άστεγους που σήμερα βλέπουμε γύρω μας όλο και περισσότερο. Ήθελα να ανασυστήσω το κουκλόσπιτο με δικούς μου όρους.»

Από το έργο της Κατερίνας Ζαχαροπούλου

Από το έργο της Κατερίνας Ζαχαροπούλου

Από το έργο της Κατερίνας Ζαχαροπούλου

Από το έργο της Κατερίνας Ζαχαροπούλου

Η Κατερίνα Ζαχαροπούλου άρχισε να φτιάχνει μέσα σε συρτάρια τα δικά της δωμάτια. Έξι διαφορετικά, ένα κάθε φορά για να κατορθώσει να μπει στο ρόλο της υποτιθέμενης αυτής ηρωίδας και να ζήσει εκεί. Με τη συνοδεία του πρελούδιου του Σοπέν σε Ε μινόρε, που μπήκε στην αφήγηση, αλλά και στη ζωή της, όταν μετατρεπόταν στην ηρωίδα μέσα στο κουκλίστικο δωμάτιο.

Το έργο που προέκυψε είναι έξι βιντεοπροβολές, έξι θέματα ή επίπεδα μιας ζωής εσωτερικής και υπομονετικής για τη γυναίκα και τη σχέση της με το σπίτι, που είναι και το βασικό θέμα του έργου. Η σπονδυλωτή αφήγηση από βιντεοπροβολές παρουσιάστηκε το 2011 στο Μπέη Χαμάμ της Θεσσαλονίκης, σε παραγωγή του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, σε επιμέλεια Συραγώς Τσιάρα και σε λίγες μέρες θα φιλοξενηθεί στο Μουσείο Μπενάκη.

Παράλληλα με τη μουσειακή εκδοχή της ιστορίας της στο Μουσείο Μπενάκη, η Κατερίνα Ζαχαροπούλου στήνει ένα τραπέζι αφηγήσεων στη Στέγη. Οικοδέσποινα σε μια εγκατάσταση εξομολογήσεων, με ένα μακρύ τραπέζι γεμάτο μινιατούρες επίπλων ανάμεσα στον επισκέπτη και την ίδια, ζητά να δανειστεί μια ιστορία για να πλάσει με τη σειρά της μια καινούργια. Πόσο διαφορετικοί άνθρωποι θα καθίσουν σε αυτό το τραπέζι και τι έχουν να πουν κοιτάζοντας το συνονθύλευμα από φιγούρες ανθρώπων, προσόψεις σπιτιών, άνθρωποι ασφαλείς, άνθρωποι γενναίοι, φοβισμένοι ή επαναστατημένοι, άλλοι που άλλαξαν ζωή και έμειναν χωρίς σπίτι θα δημιουργήσουν στην ουσία ένα νέο έργο. Η αφήγηση που προκαλεί η Κατερίνα Ζαχαροπούλου με το έργο της δημιουργεί ένα νέο κατάλυμα αυτών που θέλουμε να θυμηθούμε ή να ξεχάσουμε, με όχημα την τέχνη, τον ιδανικό χώρο να ακουμπήσουμε όλα τα άστεγα της ζωής μας, αισθήματα, ματαιώσεις και αγωνίες, σε μια μικρή κατασκευή που περικλείει εμάς, τη μοναξιά μας και πολλές φορές τον κόσμο όλο.

Από την βιντεοεγκατάσταση στο Μουσείο Μπενάκη

Από τη βιντεοεγκατάσταση στο Μουσείο Μπενάκη

Από τη βιντεοεγκατάσταση στο μουσείο Μπενάκη

Από τη βιντεοεγκατάσταση στο μουσείο Μπενάκη

«Το θέμα μου είναι η γυναίκα μέσα σε ένα σπίτι, αλλά και οι νέες έννοιες που μπαίνουν και το συμπληρώνουν. Από τον εγκλωβισμό σε ένα ακατοίκητο όνειρο, μέχρι τη γενική αίσθηση πως όλα αυτά τα σπίτια των γυναικών που όλοι κάποια στιγμή έχουμε ονειρευτεί να φτιάξουμε, αυτά που οι μητέρες έχουν πει στις κόρες να φτιάξουν, είναι ουσιαστικά αυτά που παρατάμε. Στη Στέγη βάζω το θέμα του τρόπου με τον οποίο  ένας σύγχρονος καλλιτέχνης μπορεί να αναβιώσει, να αναπαραστήσει, να οικειοποιηθεί ένα παλιό έργο και να το επιστρέψει έχοντας βάλει μέσα τα βιώματα μιας άλλης γενιάς, μιας άλλης ιστορικότητας, μιας άλλης χώρας. Με το ρομαντισμό, την υποκειμενικότητα, αλλά και την προσδοκία ότι ένα βίωμα προσωπικό μπορεί να συνομιλήσει με τις αναγνώσεις των αντικειμένων που κάνουν αυτοί που δεν τα έχουν διαλέξει, αλλά βρίσκουν την ομοιότητα με τη δική τους αναφορά. Είμαστε και εμείς άστεγοι μες στα ίδια μας τα σπίτια, φτιάχνουμε ξύλινα στέγαστρα με τα έπιπλα, τους καναπέδες, τις πορσελάνες και αν αυτά δε βιωθούν γίνονται ένα δράμα στο τέλος».

Η Κατερίνα Ζαχαροπούλου, είναι υπεύθυνη για τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Ιδρύματος Σβαρτς, ταξιδεύει συνέχεια στη Σάμο και εκεί έχει έρθει αντιμέτωπη με την ιδέα των νέων σπιτιών που δημιουργούνται σε ολόκληρο τον κόσμο.

«Το βίωμα της Σάμου παίζει μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη αυτού του έργου. Βλέπω τους ανθρώπους που δεν έχουν φέρει τίποτα μαζί τους να κάνουν το στοιχειώδες, να κόβουν ένα πλαστικό μπουκάλι και να το κάνουν βάζο για να βάλουν δυο λουλούδια. Βλέπω τα παιδιά, αυτό το σπίτι είναι που θα θυμούνται για πάντα, το σπίτι των παιδικών αναμνήσεων. Εγώ απέκτησα μεγάλη δικό μου δωμάτιο, όπως και πολλά παιδιά της γενιάς μου, αλλά δημιουργούσα «φωλιές» μέσα στο σπίτι για να αισθάνομαι οικειότητες. Τα αντικείμενα  εκείνης της περιόδου, που έχουν πεταχτεί όλα, δεν τα ξεχνώ ποτέ. Όταν βλέπω πλιάν τραπεζάκι ή ένα ύφασμα με λουλούδια, δε με ενδιαφέρει το ύφασμα, αλλά η μνήμη που γεννάει. Ακόμα και αν πετάμε πράγματα συνδεδεμένα με ένα κομμάτι της ζωής μας που δεν υπάρχει πια, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν στη ζωή μας. Τα βλέπουμε στα όνειρά μας. Βλέπουμε αντικείμενα από την παιδική μας ζωή. Τα θυμόμαστε. Αγοράζουμε συχνά κάτι που μοιάζει ενός πράγματος, αλλά με άλλους όρους. Τα αντικείμενα γίνονται σύμβολα, ακόμα και τα πατρικά μας σπίτια, δεν τα έχουμε διαλέξει εμείς, αλλά μας στιγματίζουν για πάντα. Όσο κι αν σήμερα, πέρα από αυτά που έχουμε ζήσει ή προσδοκούμε, έχουμε φτάσει στον αντίποδα σε ένα μινιμάλ περιβάλλον για να μην έχουμε κανένα βίωμα, καμία σύνδεση και να ‘μαστε καθαροί, οι μνήμες είναι εγκατεστημένες μέσα μας. Έτσι συμβαίνει με αυτό το έργο. Κάνω μια ανασύσταση σαν να κρατώ ένα μεγεθυντικό  φακό και να κοιτάω το σπίτι μου, εμένα, τη ζωή μου και φαντάζομαι και πολλών άλλων. Να απελευθερώσω τα βιώματα δίνοντάς τους την ελευθερία να πάνε όπου θέλουν».

Info: Το Τραπέζι των Αφηγήσεων | 30 Ιανουαρίου – 24 Φεβρουαρίου 2017 | Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών-Ίδρυμα Ωνάση

Κατερίνα Ζαχαροπούλου: Το κουκλόσπιτο της Petrοnella Oortman | 9 Φεβρουαρίου  – 12 Μαρτίου 2017 | Μουσείο Μπενάκη – Κτήριο Οδού Πειραιώς