Κοίταξε ένα λουλούδι κρόκου. Τι βλέπεις; Έξι μωβ πέταλα, που προστατεύουν τη «γίνα», όπως τη λένε στην Κοζάνη, δηλαδή τις τρεις κίτρινες ίνες, τους στήμονες, και τις τρεις κόκκινες, τα στίγματα. Γι’ αυτά τα τρία κόκκινα στίγματα γίνεται ο πόλεμος. Ο μύθος του θνητού Κρόκου και του θεού Ερμή, είναι μια παραλλαγή της ιστορίας του Υάκινθου με τον Απόλλωνα. Θεός και θνητός παίζουν δισκοβολία, ο θνητός σκοτώνεται από λάθος του θεού, τρεις στάλες από το αίμα του έπεσαν σε ένα ανώνυμο, ως τότε, λουλούδι, κι αυτά είναι τα στίγματα, αυτά μαζεύουν οι άνθρωποι, αιώνες τώρα.

Για είκοσι μέρες μαζεύουν τον κρόκο στην Κοζάνη. Κυρίως γυναίκες. Τα χωράφια φαίνονται από ψηλά κόκκινα όταν ανθίζει ο κρόκος. Οι κάτοικοι της περιοχής φυτεύουν τον κρόκο κάθε καλοκαίρι και όταν φθάσει το φθινόπωρο αφαιρούν με το χέρι τα πολύτιμα στίγματα του πανέμορφου λουλουδιού και τα αποξηραίνουν προσεκτικά για να γίνουν τα βαθυκόκκινα λεπτά νήματα. Χρειάζονται 50.000 περίπου στίγματα για να προκύψουν 100 γραμμ. κόκκινου κρόκου. Η Κλεοπάτρα το χρησιμοποιούσε στα καλλυντικά της, οι αρχαίοι Φοίνικες στις προσφορές τους στη θεά Αστάρτη, ο Όμηρος το αναφέρει στα κείμενά του ενώ το συναντάμε ακόμη και στην Παλαιά Διαθήκη.

Ο Δημήτρης Ντάσκας και η Θάλεια Γρίβα έγραψαν τα «Στίγματα», μια παράσταση που γεννήθηκε μέσα από τα σπλάχνα μιας τοπικής κοινωνίας της Κοζάνης, «πατρίδας» του κρόκου και γι’ αυτό, είναι ακριβώς τα μέλη της κοινωνίας αυτής που βγαίνουν επί σκηνής και παίρνουν το λόγο: πολίτες της Κοζάνης, απόφοιτοι των εκπαιδευτικών εργαστηρίων του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της πόλης, άνθρωποι που οι μνήμες και τα βιώματά τους είναι παραπλήσια ή και ταυτόσημα με τους χαρακτήρες του έργου. Τη  σκηνοθετική καθοδήγηση της ομάδας «Η πόλη στη σκηνή» αναλαμβάνει η  Σοφία Αντωνίου, ενώ την καλλιτεχνική διεύθυνση της παράστασης, όπως άλλωστε και του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, έχει η Ελένη Δημοπούλου. Ο κρόκος και οι ιστορίες γύρω από αυτόν ήταν το σημείο εκκίνησης για να ξεκινήσει η εργασία των δυο συγγραφέων σχετικά με τις μικρές και τις μεγάλες ιστορίες που κρύβονται στο λεπτοφυές άνθος.

«Ξεκινήσαμε με συνεντεύξεις με αγρότες της περιοχής, άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας, που μας μίλησαν για τα προσωπικά τους βιώματα» λέει ο Δημήτρης Ντάσκας. «Και στη συνέχεια, η έρευνα στη βιβλιοθήκη της πόλης, στη διάρκεια της οποίας ανακαλύψαμε και μια τεράστια αλληλογραφία ανάμεσα στους άμεσα ενδιαφερόμενους κατοίκους και τις αρμόδιες υπηρεσίες, τα αθηναϊκά υπουργεία, την Αγροτική Τράπεζα, κτλ, από τις αρχές, ήδη, του 20ού αιώνα. Συνειδητοποιήσαμε ότι υπήρχαν δύο μεγάλοι άξονες της αφήγησής μας: οι “μικρές” ιστορίες των -κατά κύριο λόγο, αλλά όχι αποκλειστικά- γυναικών, που ασχολούνται με το χειρωνακτικό κομμάτι της συγκομιδής, της διαλογής κτλ, και η “μεγάλη” ιστορία του εμπορίου, με τους πολιτικούς, τους μεσάζοντες και τους εμπόρους –άντρες όλοι τους- να ανταγωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία. Κινδυνεύοντας να πέσουμε στην παγίδα της απλούστευσης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δύο άξονες των “Στιγμάτων”, είναι ο “γυναικείος” και ο “αντρικός” λόγος, γύρω από την ιστορία του κρόκου».

«Όταν ζήσαμε δύο μήνες στην Κοζάνη, ως ηθοποιοί του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., πέρυσι, αρχίσαμε να αναζητάμε τα αξιοθέατα, και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου, για να τον γνωρίσουμε. Μέσα σε αυτήν την αναζήτηση, μας είπαν και για το διάσημο προϊόν, τον κρόκο Κοζάνης. Μέχρι τότε ξέραμε ελάχιστα, τελικά, μετά από αρκετή έρευνα, ανακαλύψαμε θησαυρούς προσωπικών ιστοριών, ιστορικών δεδομένων και μυθολογικών προεκτάσεων. Μέσα από μια ιστορική αναδρομή, από τη στιγμή που η Κοζάνη εντάσσεται στο ελληνικό κράτος, μέχρι και τη μεταπολίτευση, παρακολουθούμε την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά παράλληλα και τις πολύ προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που δουλεύουν με τη γη, και έχουν απτική σχέση με το λουλούδι και την καλλιέργειά του. Όλα αυτά, είναι η παράσταση».

Τι ήταν αυτό που σας εντυπωσίασε πιο πολύ στην έρευνά σας και ασχολείστε και με αυτό στην παράσταση;
Δημήτρης:
Στις πρώτες συνομιλίες που είχαμε με τους κατοίκους της περιοχής, μας αντιμετώπισαν με την ευγένεια που αντιμετωπίζει κανείς έναν ξένο. Του ανοίγεις το σαλόνι σου, του βγάζεις κι ένα γλυκό, αλλά δεν τον βάζεις στην κουζίνα. Όσο πιο πολύ επιμέναμε, τόσο βρίσκαμε πράγματα που στην αρχή, ούτε καν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι θα ανακαλύπταμε.

«Ο κρόκος είναι περιπλανώμενος, δε στεριώνει πουθενά για πάντα»

Η ευαισθησία του λουλουδιού και ο λίγος χρόνος που δίνει για το μάζεμά του (είκοσι μέρες από τέλη Οκτώβρη μέχρι τέλη Νοέμβρη), έχουν σαν αποτέλεσμα να αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα εκείνες τις μέρες. “Ούτε να πεθάνεις δεν μπορείς τέλη Οκτώβρη”, “Πόλεμος είναι”, αυτές ήταν οι φράσεις που χρησιμοποιούνε όταν θέλουν να περιγράψουν την περίοδο της συγκομιδής. Μιλήσαμε λοιπόν με ανθρώπους που οι σημαντικότερες στιγμές της ζωής τους, η γέννηση, οι πρώτες ερωτικές εμπειρίες, η πρώτη επανάσταση απέναντι στην οικογένεια, ο θάνατος κοντινών προσώπων, ήταν όλες συνδεδεμένες με τον κρόκο. Ο κύκλος της ζωής του λουλουδιού, όριζε, και ορίζει ακόμα, τον κύκλο της ζωής των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτό.

Θάλεια: Προσωπικά με εντυπωσίασε, επίσης, και το πόσο μεγάλες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις έχει το εμπόριο του κρόκου. Βλέπει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους που το ζουν ως μέρος του κύκλου της ζωής τους, οπότε και το πονάνε, και εκείνων που ασχολούνται μόνο με το εμπόριο, μη διστάζοντας, π.χ. στην Κατοχή, να πατήσουν επί πτωμάτων, για να βγάλουν κέρδος.

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα πράγματα για την ιδιαιτερότητα του κρόκου, που σας προσέλκυσε σαν θέμα;
Δημήτρης:
Μάθαμε πολλά πράγματα για τον κρόκο όλους αυτούς τους μήνες. Για παράδειγμα, μάθαμε ότι ένα χωράφι στο οποίο έχει φυτευτεί κρόκος, δίνει λουλούδια μόνο για μια συγκεκριμένη περίοδο, εφτά χρόνια. Μετά, τέλος. Το χωράφι αυτό είναι πια στέρφο, πεθαμένο. Πρέπει να πάρεις τους βολβούς να τους πας αλλού. Ο κρόκος είναι περιπλανώμενος, δε στεριώνει πουθενά για πάντα. Εφτά χρόνια κρατάει αυτή η σχέση. Αντίθετα λοιπόν από τον ετήσιο κύκλο της ζωής, που έχουμε συχνά στο μυαλό μας όταν μιλάμε για τη φύση, εδώ τα πράγματα έχουν ένα οριστικό τέλος. Να τη πάλι η έννοια του οριστικού τέλους, του «χωρίς επιστροφή».

«..είναι κι αυτή η μυρωδιά / και λες, πάει τέλειωσε, μ’ αγαπάει ο Θεός»

Κι ύστερα είναι οι αντιφάσεις του κρόκου, τόσο ανθρώπινο στοιχείο. Από τη μία ευαίσθητος, όπως θα περίμενε καθένας από ένα λουλουδάκι λίγων εκατοστών, από την άλλη τρομερά ανθεκτικός σε αντίξοες συνθήκες όπως το χιόνι και το ψύχος – δεν είναι τυχαίο ότι ενώ όλα τα λουλούδια βγαίνουν την άνοιξη, αυτός ανθίζει το χειμώνα. Από τη μία θεραπευτικός, σχεδόν «διά πάσαν νόσον», κι από την άλλη, μετά την περίοδο της συγκομιδής, ο μισός πληθυσμός της περιοχής δεν μπορεί να σταθεί από τους πόνους λόγω της κούρασης και του κρύου. Από τη μία, τον δίνανε σε γυναίκες που θέλανε να πιάσουν παιδί, κι από την άλλη τον δίνανε σε εγκύους που θέλανε να ρίξουν το παιδί τους – υπάρχει και στο έργο μια τέτοια αληθινή ιστορία. Όλα αυτά, ένα μωσαϊκό από πληροφορίες, συχνά αντιφατικές μεταξύ τους, από παραλληλισμούς, συμβολισμούς, λογοτεχνικές αναφορές, από τον Αριστοφάνη και τον Αισχύλο μέχρι τον Βίκτωρα Ουγκώ, δημιουργούν ένα γοητευτικό σύμπαν, όπου όσο περισσότερο ψάχναμε, τόσα περισσότερα πράγματα βρίσκαμε.

Θάλεια: Όσο ψάχνει κανείς για τον κρόκο, καταλαβαίνει πως το υλικό είναι ανεξάντλητο. Μας χρειάστηκαν πολύ γερές αποφάσεις, για να αφήσουμε ενδιαφέρον υλικό που είχαμε βρει, έξω από το κείμενο.

Υπάρχει κάποια ιστορία από τους ανθρώπους που συναντήσατε που μπορείτε να μας αφηγηθείτε;
Δημήτρης:
Θυμάμαι μια φράση του κυρ-Βασίλη, με τον οποίο περάσαμε ένα απόγευμα στη μοναδική καφετέρια του χωριού, να μας μιλάει για το πώς ερωτεύτηκαν με τη γυναίκα του, που είχε έρθει από μακριά δεκαεφτά χρονών να δουλέψει εργάτρια στα κροκοχώραφα. Η ιστορία τους, ελαφρώς παραλλαγμένη, υπάρχει στα «Στίγματα». Μια φράση του όμως, δεν μπόρεσε να μπει στην παράσταση:

«Πας ρε παιδί μου χαράματα/
κι έχει αυτά τα χρώματα/
και τρελαίνεσαι/
κι είσαι μόνος σου/
κι είναι κι αυτή η μυρωδιά/
και λες, πάει τέλειωσε, μ’ αγαπάει ο Θεός.»

Τελικά είναι μια εύκολη, ας πούμε χρυσοφόρα καλλιέργεια, ή είναι κάτι τόσο δύσκολο να καλλιεργείται ο κρόκος όπως δε φανταζόμαστε;
Δημήτρης:
Όπως λέει ένας χαρακτήρας του έργου: «Ξέρεις πόσα λουλούδια θέλει ένα κιλό κρόκος; Που το βάζεις στα ριζότα και στα τσάγια; Διακόσιες χιλιάδες λουλούδια. Διακόσιες χιλιάδες μετάνοιες, διακόσιες χιλιάδες φορές να γονατίσεις να συγχωρεθούν οι αμαρτίες που πληρώνεις… Και μόνο που τ’ ακούς, πονάει η μέση σου…  Κάνεις να σηκωθείς στο τέλος, δεν ισιώνει η πλάτη με τίποτα…».

Θάλεια: Ένα από τα ραντεβού-συνεντεύξεις που είχαμε ήταν με τον μπάρμπα-Ρούση, ζωντανή ιστορία αυτός ο άνθρωπος. Τον συναντήσαμε στο ΚΑΠΗ του χωριού, και πραγματικά ήταν από αυτές τις συζητήσεις που θα θυμόμαστε. Εκεί μάθαμε ότι κανένας καλλιεργητής δεν ζει μόνο από τον κρόκο, όλοι κάνουν και άλλες δουλειές, παράλληλα. Όμως, με τα χρήματα του κρόκου κατάφερναν να πάρουν αμάξι, ή να προικίσουν τα παιδιά τους, ή να βάλει όλο το χωριό, για να φτιαχτεί η εκκλησία, ας πούμε. Είναι ένα συμπληρωματικό εισόδημα, με κούραση και φούριες την περίοδο συγκομιδής. Δεν είναι εύκολη δουλειά, και καμιά φορά, κι όλα σωστά να τα έχεις κάνει, δεν αποδίδει. Αναλόγως με το τι θα αποφασίσει το λουλούδι. Σ’ αγαπάει, δίνει. Δεν σε θέλει, δεν δίνει!

Info παράστασης:

«Στίγματα» στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης | 8 – 12 Δεκεμβρίου 2017