Από τις εκδόσεις Νήσος κυκλοφορεί το βιβλίο του Κύρκου Δοξιάδη «Ιδεολογία» που βασίζεται σε έξι διαλέξεις του καθηγητή της Κοινωνικής Θεωρίας με ειδίκευση στην Επικοινωνία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο βιβλίο ο Κ. Δοξιάδης κρατά το προφορικό ύφος παραδόσεων, κάτι που κάνει τα κείμενα ζωντανά με ρέουσα γλώσσα και χωρίς να υπάρχει απόλυτα αυστηρή λογική.

Ο θεωρητικός προβληματισμός για την ιδεολογία συνεπεκτείνεται με την ιστορία της αριστερής σκέψης. Παράλληλα, η έννοια της ιδεολογίας ορίζει το πεδίο των κοινωνικών επιστημών στην ιδιαιτερότητά του, τόσο από την πλευρά του αντικειμένου όσο και από εκείνην του υποκειμένου. Έχοντας ως αφετηρία τις παραπάνω παραδοχές, τούτη η σειρά διαλέξεων που υπάρχει στο βιβλίο, στοχεύει σε μια διερεύνηση του όρου, αφενός με αναφορά στην εν μέρει αόρατη διαδρομή του ανάμεσα σε σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις και αφετέρου ως προς τον ιδιάζοντα ρόλο του στη νεωτερική σκέψη εν γένει.

Για το πρώτο, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο έργο ενός στοχαστή που είχε ρητά αποστασιοποιηθεί από τον όρο “ιδεολογία”, ήτοι του Michel Foucault. Και για το δεύτερο, μελετάται η γενεαλογική σημασία του όρου στον μαρξισμό, εκκινώντας από τη χρήση του στο νεανικό έργο των Marx και Engels «Η γερμανική ιδεολογία».

Στην παρουσίαση του βιβλίου συναντήσαμε τον κ. Κύρκο Δοξιάδη και τον ρωτήσαμε για τις θεωρητικές επιστήμες, τα πρότυπα μόδας που έχουν δημιουργηθεί και τα ονόματα των θεωρητικών που είναι σήμερα της μόδας.

«Οι σύγχρονες θεωρητικές επιστήμες», λέει ο Κύρκος Δοξιάδης, «εδώ και αρκετές δεκαετίες, διεθνώς, λειτουργούν επάνω σε πρότυπα μόδας. Δεν είναι καθόλου υπερβολικό αυτό που λέω. Προκύπτουν διάφοροι γνωστοί θεωρητικοί, γίνονται σταρς με βάση κάποιες έννοιες που είναι «πιασάρικες» και κατασκευάζονται για λόγους περισσότερο εντυπωσιασμού και λιγότερο ουσίας και αυτό δημιουργεί μια κατάσταση που τη βλέπει κανείς και σε ξένους εκδοτικούς οίκους. Δηλαδή, ενδιαφέρονται μόνο για το πόσα αντίτυπα θα πουλήσουν, αυστηρά αυτό τους απασχολεί, τα κριτήρια είναι καθαρά εμπορικά, πράγμα που στη σφαίρα της θεωρίας είναι καταστροφικό και σημαίνει ότι κρίνονται πλέον οι ιδέες και οι θεωρίες επί τη βάσει του εντυπωσιασμού. Αυτό έχει πολλές συνέπειες, μια από αυτές είναι ότι υπάρχει ευτελισμός του θεωρητικού λόγου που οδηγεί στην απαξίωσή του. Επομένως, οι νέοι είναι κατατοπισμένοι πλέον χωρίς να έχουν διαβάσει βιβλία. Έχουν ακούσει για διάφορους θεωρητικούς – για παράδειγμα φέρνω τρία ονόματα που είναι χαρακτηριστικά της μόδας τα τελευταία χρόνια Αγκάμπεν, Μπάτλερ, Ζίζεκ – ξέρουν πολλά γι’ αυτούς χωρίς να έχουν διαβάσει τα βιβλία τους και το χειρότερο απ’ όλα είναι πως δεν ξέρουν από που προκύπτουν αυτές οι θεωρίες. Ο Αγκάμπεν είναι ένα αγαπημένο μου παράδειγμα. Πήρε έννοιες του Φουκώ και τις διαστρέβλωσε τελείως, επομένως οι νέοι άνθρωποι ξέρουν τον Φουκώ δια μέσου του Αγκάμπεν που είναι της μόδας, ενώ ο Φουκώ λέει εντελώς άλλα στην πραγματικότητα. Για μένα αυτή είναι η διαπίστωση για την μοίρα της σύγχρονης κοινωνικής θεωρίας».

Πώς αποφασίσατε να εκδώσετε αυτές τις διαλέξεις σας σήμερα;
Αυτές είναι κάποιες διαλέξεις που είχα κάνει στο πανεπιστήμιο, στο μεταπτυχιακό μου, το 1996. Όπως ίσως γνωρίζετε, σε ό,τι με αφορά είμαι πεισματάρης έχω κολλήσει στα παλιά, στις θεωρίες του ’60, ’70 άντε και λίγο από τη δεκαετία του ’80. Και αποφάσισα να τις κυκλοφορήσω σε βιβλίο μετά από 21 χρόνια γιατί αυτά τα πράγματα με απασχολούν ακόμα, τα δουλεύω ακόμα. Δεν με ενδιαφέρει ότι από το 1996 μέχρι σήμερα μπορεί να έχουν ειπωθεί χιλιάδες άλλα πράγματα στη σφαίρα της θεωρίας που καθιστούν αυτά που έλεγα με ένα τρόπο «ντεμοντέ», δε με ενδιαφέρει αυτό. Θεωρώ ότι είναι κάποια πράγματα ουσίας που πρέπει να απασχολούν τον κόσμο, όπως για παράδειγμα ο θεωρητικός προβληματισμός για την ιδεολογία. Στηρίζομαι σε κλασικές έννοιες και με τη στενή έννοια του όρου και με την έννοια των κλασικών σύγχρονων θεωριών. Δυο βασικές μου αναφορές είναι ο Αλτουσέρ και ο Φουκώ, σε αυτό το βιβλίο αναφέρομαι και στη γενεαλογία του όρου «ιδεολογία», πώς προέκυψε στο νεανικό έργο των Μαρξ- Ένγκελς και πώς στη σύγχρονη σκέψη έχει μια ιδιόμορφη πορεία που έχει να κάνει και με το γεγονός ότι ο όρος «ιδεολογία» ταυτίζεται γενικότερα με την ιστορία της αριστερής σκέψης.

Από πού, κατά τη γνώμη σας, δημιουργούνται οι μόδες σήμερα; Από τους σταρς θεωρητικούς ή/και από τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες;
Υπάρχουν, όπως σε όλα τα φαινόμενα αυτά πολλοί παράγοντες, δεν υπάρχει ένας, έχει να κάνει με τις πολιτικές συνθήκες, έχει να κάνει με την κρίση της αριστεράς πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει μια δυσπιστία απέναντι στην παραδοσιακή αριστερή θεωρία, αλλά έχει να κάνει και με την άλλη πλευρά, ότι οι εκδοτικές επιχειρήσεις λειτουργούν πλέον -ακόμα και αυτές που βγάζουν βιβλία πανεπιστημιακά, θεωρητικά, αριστερά, όχι εμπορικά – έχουν μάθει να λειτουργούν ως κερδοφόρες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Και αυτό που τους απασχολεί κυρίως είναι το κέρδος και αυτό σημαίνει –αναφέρομαι σε μεγάλους αγγλόφωνους οίκους με πολύ μεγάλα κοινά – πως τα κριτήριά τους είναι αυστηρά εμπορικά. Αλλά η άποψή μου είναι, ότι η μεγαλύτερη «ηθική ευθύνη» είναι των ίδιων των θεωρητικών, των επιστημόνων, οι οποίοι με το κίνητρο να γίνουν διάσημοι, να γίνουν σταρς φτηναίνουν οι ίδιοι τον λόγο τους και όντως ισχύει αυτό που λέω «τα κίνητρά τους για την κατασκευή εννοιών είναι περισσότερο πώς θα εντυπωσιάζουν παρά να έρθουν στην ουσία της ανάλυσης ενός πολιτικού και κοινωνικού φαινομένου».

Πιστεύετε τελικά ότι αυτοί οι σταρς – θεωρητικοί μπορεί και να βοηθούν κάποιους νέους ή τον κόσμο να μπει και να ακούσει τέτοιου είδους θέματα σε αμφιθέατρα που πιθανώς υπό άλλες συνθήκες δε θα άκουγε;
Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσα να πω «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Το «σταριλίκι» βοηθάει διότι ακούγονται πράγματα. Μια έννοια που μπορεί και να έχει κάποια σημασία πολιτική, θα γίνει γνωστή επειδή την είπε για παράδειγμα ο Ζίζεκ ή η Μπάτλερ. Και από εκεί και πέρα, αυτό κινητοποιεί κάπως τον κόσμο. Όμως, επειδή μιλάμε για βιβλία, μιλάμε για ανάγνωση, μιλάμε για προσοχή, για ουσία, όλα αυτά χάνονται. Υπάρχει το καλό ότι γίνονται γνωστά μερικά ζητήματα που πιθανώς να μην είχαν γίνει ευρύτερα γνωστά αλλά εκεί είναι το στοίχημα για εμάς: να κάνουμε αυτή τη δουλειά με σοβαρότητα, χωρίς να χάνουμε την ουσία, ταυτόχρονα να την κάνουμε και προσιτή.