Δεύτερο μισό 19ου αιώνα, Βικτωριανή εποχή, κάπου στην αγγλική επαρχία, σε μια περιοχή αρκετά τραχιά και απομονωμένη, η τύχη της νεαρής Κάθριν αναβαθμίζεται: από τη φτώχεια στα πλούτη και στις τιμές. Ή μήπως όχι; Η Kάθριν δεν είναι γυναίκα, είναι πράγμα. Μάλλον είναι πράγμα επειδή είναι γυναίκα. Ο γάμος της κανονίζεται ως προϊόν εμπορικής συναλλαγής. Ο τοπικός γαιοκτήμονας την αγοράζει μαζί με το ψωραλέο κομμάτι γης στο οποίο είχε μεγαλώσει, προκειμένου ο γιος του να έχει μια νόμιμη σύζυγο, βασική αποστολή της οποίας είναι να του δώσει άρρενες απογόνους και να διαιωνίσει το όνομά τους.

Αλλά αν αυτό ήταν μια όχι και τόσο ασυνήθιστη αφετηρία της εποχής για έναν γάμο, η Κάθριν διαπιστώνει ήδη από την πρώτη νύχτα του, ότι ο ειδικότερος ρόλος του αντικειμένου τον οποίο καλείται να ενσαρκώσει, είναι αυτός του διακοσμητικού. Διακοσμητικού το βράδυ στο κρεβάτι όπου ο άντρας της δεν δείχνει κανένα ερωτικό ενδιαφέρον, διακοσμητικού στα δείπνα όπου πρέπει να στέκεται και να περιμένει σιωπηλή το πότε θα τελειώσουν οι άντρες τις αντρικές τους συζητήσεις για τα αντρικά τους θέματα, διακοσμητικού καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας όπου θα πρέπει να μένει σπίτι χτενισμένη, στολισμένη, σαν κούκλα. Να μένει σπίτι και να μη βγαίνει έξω. Η Κάθριν εξηγεί ότι της αρέσει ο καθαρός αέρας, τον έχει ανάγκη, έτσι μεγάλωσε, δεν την πειράζει το κρύο, θέλει να κάνει βόλτες στην ύπαιθρο. Αλλά δεν έχει σημασία τι της αρέσει και τι όχι. Λόγω στο τι τους αρέσει και τι όχι έχουν μόνο οι άνθρωποι. Η Κάθριν οφείλει να μένει σπίτι, να μην βγαίνει έξω, να μην δίνει δικαιώματα.

Όχι μόνο αγοράστηκε ως αντικείμενο λοιπόν, αλλά δεν μετατρέπεται ποτέ, έστω και για λίγο, σε υποκείμενο. Ο άντρας της δεν την προσεγγίζει με κανέναν απολύτως τρόπο, όχι μόνο παντρεύτηκαν ως δυο απολύτως ξένοι, αλλά παραμένουν απολύτως ξένοι. Η Κάθριν είναι στο νέο της μεγάλο σπίτι εντελώς εγκλωβισμένη, εντελώς παγιδευμένη, εντελώς μόνη. Ακόμη και η υπηρέτρια της χτενίζει τα μακριά μαλλιά σαν να χτενίζει μια κούκλα. Εκείνη επιτελεί το ρόλο της τον υπηρετικό που είναι να χτενίζει και η Κάθριν επιτελεί τον ρόλο της το διακοσμητικό που είναι να είναι χτενισμένη. Όταν όμως δεν υπάρχει ούτε το απειροελάχιστο, όταν δεν υπάρχει ούτε καν η σεξουαλική επαφή μήπως και αποτυπωθεί εκεί μια φευγαλέα διαπροσωπική στιγμή θέρμης, όταν ακόμη και ο ρόλος της διαιώνισης της οικογενείας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, όταν δεν της επιφυλάσσεται έστω η δυνατότητα να κάνει παιδιά και να αντιμετωπιστεί ως υποκείμενο από αυτά, η Κάθριν συνειδητοποιεί ότι ακόμη κι αν μπορούσε να ζήσει μέσα στα ασφυκτικά περιθώρια του ρόλου της εποχής της, δεν αντέχει να ζει μέσα στη διαστροφή ενός ρόλου στον οποίο αναλογεί μόνο το φαίνεσθαι και κανένα απολύτως είναι.

Έτσι η Κάθριν βαριέται όλη μέρα, νυστάζει όλη μέρα, δεν θέλει να ξυπνάει τα πρωινά. Μέχρι που οι άντρες του σπιτιού, τα αφεντικά του σπιτιού, οι κύριοί της, ο σύζυγός της και ο πεθερός της φεύγουν από την περιοχή για δουλειές. Η Κάθριν ξαφνικά είναι μόνη. Η Κάθριν ξαφνικά είναι ελεύθερη. Η Κάθριν δεν γίνεται να μείνει άλλο σπίτι. Η Κάθριν δεν γίνεται να μη βρει εραστή. Η Κάθριν δεν γίνεται να μη διεκδικήσει για τον εαυτό της όσα αναλογούν σε άνθρωπο. Η Κάθριν θα αρχίσει να παίρνει η ίδια αποφάσεις, αντί να τις παίρνουν άλλοι για λογαριασμό της. Η Κάθριν θα αρχίσει να ορίζει η ίδια την τύχη της, αντί να την ορίζουν άλλοι για λογαριασμό της. Το κρεβάτι το συζυγικό θα φιλοξενεί πλέον έναν εργάτη του άντρα της.

Η πρώτη επανάσταση, η πρώτη διασάλευση της φυσικής τάξης πραγμάτων, το πρώτο «έγκλημα» έχει ήδη διαπραχθεί. Θα αρχίσουν να ακολουθούν τα επόμενα. Η Κάθριν δεν πρόκειται να επιστρέψει στην αντικειμενικοποίησή της. Η Κάθριν δεν πρόκειται να επιστρέψει στη φυλακή του ρόλου της. Κι όταν αρχίζεις να αποφασίζεις η ίδια για τον εαυτό σου, καθόλου δεν συνεπάγεται ότι κάθε απόφαση που θα πάρεις θα είναι και μια ηθικά σωστή απόφαση, μια δικαιολογημένη απόφαση, μια κατανοητή απόφαση. Ελευθερία και αυτοδιάθεση δεν σημαίνει απαραίτητα δίκαιη και συνετή χρήση τους. Η Κάθριν λοιπόν θα ξεφύγει εντελώς. Η Κάθριν θα φτάσει σταδιακά να ενεργεί με τρόπο εξαιρετικά δύσκολο ως αδύνατο να ειδωθεί με συμπάθεια ή κατανόηση. Η Κάθριν θα διανύσει μια πορεία όπου από πολυτελή δούλα του πατριαρχικού συστήματος, θα μετατραπεί σε ένα εντελώς ελεύθερο πλάσμα, αλλά και με εντελώς αποτρόπαιο τρόπο συμπεριφοράς. Η Κάθριν θα ξεκινήσει μια πορεία από θύμα με το οποίο συμπάσχουμε πλήρως, σε θύτη ο οποίος μας φρικάρει πλήρως. Ωστόσο, άλλο η προσωπική ηθική και τα μεμονωμένα εγκλήματα και άλλο το γενικότερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο το οποίο εμπεριέχει μέσα του αντιλήψεις και κώδικες συμπεριφορών που βασανίζουν και εγκληματούν διαχρονικά επί τεραστίου κομματιού της ανθρωπότητας.

Κι όσο τα κάνει όλα αυτά η Κάθριν, υπάρχει και η υπηρέτριά της η Άννα. Που είναι και γυναίκα και υπηρέτρια και μαύρη. Γιατί προφανώς η πατριαρχία δεν είναι το μόνο πλαίσιο αναφοράς των ανθρώπων. Γιατί υπάρχουν διάφορα πλαίσια και συστήματα μέσω των οποίων διαιωνίζονται αντιλήψεις που επιτρέπουν σε ανθρώπους να εξουσιάζουν ανθρώπους ανάλογα με την τάξη, το φύλο, το χρώμα, όρεξη να έχεις να εφευρίσκεις πλαίσια εξουσίας και υποταγής. Η Κάθριν μπορεί να κάνει την επανάστασή της λοιπόν, συγκρουόμενη κατά μέτωπο με ό,τι την σκλάβωνε, αλλά η Άννα, όταν έρχεται η ώρα να πάρει τις δικές της αποφάσεις και να υποστεί το κόστος των συγκρούσεων, τις οποίες η ζωή φέρνει μπροστά της, αντί να κάνει ένα βήμα μπρος, κάνει ένα βήμα πίσω. Αν η Κάθριν είχε τουλάχιστον κάποια κοινωνικά προνόμια που της επέτρεπαν ένα ελάχιστο επίπεδο ελιγμών, η Άννα ίσως ήξερε ότι ακόμη και αν επαναστατούσε, ακόμη κι αν εγκληματούσε, εκείνη σε έπαυλη ως αφεντικό ήταν αντικειμενικά αδύνατο να ζήσει. Και κάπως έτσι απέναντι στην Κάθριν που εφορμά στην πιο απόλυτη μορφή αυτοδιάθεσης, η Άννα αντιπαρατάσσει την σχεδόν πιο απόλυτη μορφή απόσυρσης: σταματάει να μιλάει, χάνει τη μιλιά της, δεν μπορεί να συνομιλήσει πια σαν άνθρωπος, είναι πια κι επισήμως κάτι λιγότερο από πλήρης άνθρωπος, όσα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια της την παραλύουν.

Μέσα στα διάφορα πλαίσια αντιλήψεων και εξουσίας της κάθε εποχής, ο κάθε άνθρωπος έχει δυο επιλογές: είτε να θεωρήσει πως όσα συμβαίνουν είναι έξω από αυτόν, είναι φυσικά και αυτονόητα, αν όχι και πολύ καλώς καμωμένα κι αγιασμένα, και πως το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ζήσει εντός αυτών όσο καλύτερα μπορεί, είτε να πει συγγνώμη, οι αντιλήψεις που μου κληροδοτήσατε δεν είναι και δικές μου, οσοδήποτε προαιώνιες κι αν μοιάζουν τα πράγματα πάντα άλλαζαν και πάντα μπορούν να αλλάξουν.