Ο Αριστομένης Κουμανταρέας -αυτός που αργότερα ονόμασαν Μένη– γεννήθηκε την 17η Μαΐου του 1931. Ήταν γιος του τραπεζικού και χρηματιστή Αντώνη Κουμανταρέα και αδερφός του Άρη Κουμανταρέα, σπουδαστή Πολυτεχνείου και ΜΙΤ που έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ψυχιατρική κλινική. Βραβεύτηκε 4 φορές με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας και το 2008 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

Αν και έζησε δύο πολέμους (Β’ Παγκόσμιο και Εμφύλιο), ο Μένης Κουμανταρέας δεν καταπιάστηκε με θέματα που να σχετίζονται άμεσα με το πόλεμο, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου, αλλά με τις «παράπλευρες» απώλειές του, δηλαδή με τους νέους της γενιάς του ’50: το 1962, έπειτα από προτροπή του Μάνου Χατζιδάκι, εκδίδει το πρώτο του βιβλίο «Τα Μηχανάκια», έναν ύμνο στους εξαρχής ηττημένους νέους, αυτούς που δεν πρόλαβαν καν να ζήσουν.

Με το δεύτερο βιβλίο του «Το Αρμένισμα» δικάστηκε 3 φορές επί καθεστώτος Χούντας λόγω «άσεμνου περιεχομένου», ενώ το ίδιο το βιβλίο του χάρισε το πρώτο του Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1967.

Μένης Κουμανταρέας Βιοτεχνία Υαλικών

Οι καταπιεσμένοι νέοι που «τρεμοσβήνουν» μέσα σε αναπόδραστες καταστάσεις, γίνονται αργότερα μεσήλικες που έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με την συνειδητοποίηση των χαμένων ονείρων. Αυτή η συνειδητοποίηση χαρακτηρίζει την «Βιοτεχνία Υαλικών», που εκδόθηκε το 1975 και χάρισε στον συγγραφέα λαϊκή αποδοχή. Ακολούθησαν η «Κυρία Κούλα» (1978) και «Το Κουρείο» (1979), μέρη μιας «αφανούς τριλογίας» που διακρίνει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Οι ήρωες του Κουμανταρέα μπορεί να μην είναι πια έφηβοι, αλλά διακρίνονται για μια αιώνια και εσωτερική εφηβεία, της οποίας σκοπός είναι να καταλήξει στην απογοήτευση.

Ούτε και «Η Φανέλα με το Εννιά» (1986) -ίσως το πιο γνωστό του βιβλίο λόγω της κινηματογραφικής του μεταφοράς από τον Παντελή Βούλγαρη- δεν ξεφεύγει από το μοτίβο της αποτυχίας: έτσι όπως τα όνειρα των νέων του ’50 γκρεμίζονται μπροστά στις μετεμφυλιακές συνθήκες και οι προσδοκίες των σαραντάρηδων μικροαστών του ’70 βουλιάζουν μέσα στις ψευδαισθήσεις, έτσι και ο νεαρός ποδοσφαιριστής Μπιλ Σερέτης χάνει το στοίχημα της επιτυχίας, για να ανακαλύψει αργότερα την αναγκαιότητα της αυτογνωσίας.

Η Φανέλα με το Εννιά Στράτος Τζώρτζογλου

Από την δεκαετία του ’90 και μετά, ο Μένης Κουμανταρέας δοκιμάζει να εντάξει στην αφήγησή του στοιχεία του φανταστικούΗ Συμμορία της Άρπας», «Η Μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω», «Νώε»), χωρίς αυτό να επιφέρει πάντα το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Με την ένταξη όμως του φανταστικού στοιχείου, ενθαρρύνεται και ένας πιο άμεσα εξομολογητικός τόνος του συγγραφέα. Η μέχρι τότε απόκρυφη ζωή του, γεμάτη με νυχτερινές εξορμήσεις, αποκτά κι άλλους πρωταγωνιστές και βρίσκει τον χώρο της στις σελίδες των νεότερων βιβλίων του.

Στην «Συμμορία της Άρπας» ο υπερήλικας μαέστρος πέφτει θύμα ξυλοδαρμού και διάρρηξης στο σπίτι του από «φίλους – φαντάσματα» και λίγο αργότερα πεθαίνει. Ένα παρόμοιο τέλος βρήκε τον Μένη Κουμανταρέα την 6η Δεκεμβρίου 2014, ένα τέλος εντός της πρόβλεψής του που βρίσκει κανείς στα «Μηχανάκια», στο αυτί του εξωφύλλου του το 2008: «Ο Μένης Κουμανταρέας γεννήθηκε στην Αθήνα και θα πεθάνει σε αυτήν».

Μένης Κουμανταρέας

Ο χαρακτηρισμός του ως «κατεξοχήν αθηναιογράφου» από την Αντιγόνη Βλαβιανού δικαιολογείται από την επιμονή του στην διαρκή χρήση της Αθήνας ως τόπο δράσης. Από την πόλη που τόσο αγαπούσε έφυγε μόνο δύο φορές: η πρώτη ήταν το 1948 που έζησε για έξι μήνες στο Λονδίνο με τον θείο του και τον ενέπνευσε στο να γράψει τις «Αλεπούδες του Γκόσπορτ» (2011), και η δεύτερη φορά ήταν το 1972 για άλλους έξι μήνες, όταν έλαβε την υποτροφία DAAD στο Βερολίνο με τη βοήθεια του συγγραφέα και φίλου του Βασίλη Βασιλικού. Η Αθήνα όμως ποτέ δεν παρουσιάζεται στο έργο του εξιδανικευμένη: είτε βρίσκεται κάτω από την -διακριτική- σκιά της Χούντας, είτε είναι ανήμπορη στο να βοηθήσει τους ήρωες του Κουμανταρέα να βγουν από τα αδιέξοδά τους.

Οι ήρωές του ηττημένοι και σημαδεμένοι, βρίσκονται αντιμέτωποι με την αναγκαιότητα μιας αλλαγής που σχεδόν μοιραία τους προσθέτει μία ακόμη αποτυχία στο βιογραφικό τους. Σε συνέντευξή του στον Πέτρο Πολυμένη εξηγεί αυτή του την τάση:

« […] Από μικρός είχα την προδιάθεση να γράφω για ανθρώπους που πέφτουν. Ίσως γιατί ένιωσα πολλές φορές στη ζωή μου να απελπίζομαι, να αυτοκτονώ σε μικρές δόσεις, απειροελάχιστες, που δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Γιατί εκεί είναι το ενδιαφέρον στον άνθρωπο. […]»

Μένης Κουμανταρέας

Ήταν ο Μένης Κουμανταρέας ένας απαισιόδοξος και μελαγχολικός συγγραφέας; Μάλλον όχι. Ήταν σιωπηλά εξεγερμένος όπως οι ήρωές του, τους οποίους με κατανόηση παρακολουθούσε να πέφτουν για να τους εξυμνήσει αργότερα. Ίσως αυτό να είναι και το πιο ελπιδοφόρο στοιχείο του έργου του: ιστορίες αθόρυβων επαναστάσεων μπαίνουν στο προσκήνιο και αποκτούν τελικά φωνή.

Πηγές:
Εντευκτήριο, τεύχος 98
Κάππα, τεύχος 8
Νέα Εστία, τεύχος 1867