Αντίθετα με την εικόνα των πωλητηρίων των ελληνικών μουσείων τα ράφια των εργαστηρίων πιστών αντιγράφων του ΤΑΠ είναι γεμάτα προϊόντα που ετοιμάζονται να πάρουν το δρόμο τους προς τα ελληνικά μουσεία. Μέσα στην ησυχία των εγκαταστάσεων του Ρέντη, ο προϊστάμενος των εργαστηρίων πιστών αντιγράφων του και συντονιστής της παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων, Στέλιος Γαβαλάς που με ξεναγεί στο χώρο, μου εξηγεί πως ο καλός ρυθμός της παραγωγής οφείλεται στην πρόσληψη 30 συμβασιούχων, η πλειοψηφία των οποίων προέρχεται από τη Σχολή Καλών Τεχνών και οι οποίοι δίνουν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό στην παραγωγή των αντιγράφων με πιστότητα και ακρίβεια.

«Ο χειρότερός μας εχθρός είναι η υποστελέχωση, ούτε ο μόχθος ούτε η ποσότητα της παραγωγής μας τρομάζει, αφού όλοι όσοι βρισκόμαστε εδώ, τα 48 άτομα, έχουμε ένα όραμα να ξεπερνάμε τον εαυτό μας και τις δυνατότητές μας», εξηγεί.

Τα εργαστήρια πιστών αντιγράφων ξεκίνησαν να λειτουργούν από τη δεκαετία του ’70. Εκμαγεία και αντίγραφα γίνονται από την εποχή της ίδρυσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όπου υπήρχαν καλλιτέχνες, γλύπτες που δημιούργησαν τα πρώτα αντίγραφα για τις ανάγκες κυρίως των μελετητών αρχαιολόγων, για εκπαιδευτικούς σκοπούς και για τις γυψοθήκες της Ευρώπης. Τη δεκαετία του ’70 ξεκίνησε και ο εμπορικός σκοπός των εργαστηρίων που παράγουν χιλιάδες εγκεκριμένα πιστά αντίγραφα. Για πολλά χρόνια το εργαστήριο απασχολούσε μόνο 18 μόνιμους υπαλλήλους οι οποίοι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αντεπεξέλθουν στη ζήτηση που υπάρχει από όλα τα μουσεία της χώρας.

Με τους τριάντα επιπλέον ζωγράφους και γλύπτες συμβασιούχους η κατάσταση το τελευταίο οκτάμηνο έχει αλλάξει. «Μόνο με μόνιμη στελέχωση των εργαστηρίων, μπορούμε να προχωρήσουμε. Οι συμβάσεις αυτών των τριάντα τελειώνουν τώρα. Μέχρι να έρθουν οι επόμενοι κινδυνεύουμε να χάσουμε τη σεζόν αφού μέχρι το Πάσχα θα πρέπει να έχουμε εφοδιάσει όλα τα πωλητήρια. Ας μη γελιόμαστε, ακόμα και οι προμήθειες από εξωτερικούς συνεργάτες δεν επαρκούν. Εξάλλου η πολιτική μας είναι να παράγουμε εδώ κυρίως τα μεγάλα έργα, η δουλειά μας δε συγκρίνεται, αλλά με αυτές τις συνθήκες θα είμαστε πάντα πίσω», παρατηρεί ο κ. Γαβαλάς.

Η δυναμική παραγωγής των εργαστηρίων που μπορούν να στεγάσουν και περισσότερα από 100 άτομα, καλλιτέχνες και τεχνίτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που μπορούμε να φανταστούμε. Οι παραγγελίες από τα μουσεία δε σταματούν και τα προϊόντα εξαντλούνται γρήγορα. Ιδανικά, για τους ανθρώπους που παράγουν στα εργαστήρια, κάθε μουσείο θα πρέπει να έχει τα προϊόντα του, τα αντίγραφα του δικού του μουσείου, κάτι που θα αλλάξει δραματικά την εικόνα του σημερινού αλαλούμ που επικρατεί στα πωλητήρια. «Όχι μόνο δε θα προλαβαίνουμε τις παραγγελίες, αλλά θα έχουμε και μεγάλος κέρδος», τονίζει ο κ. Γαβαλάς.

«Οτιδήποτε φεύγει από το εργαστήριο εξαντλείται είναι ελάχιστοι οι κωδικοί που δεν έχουν μεγάλη ζήτηση. Τα προϊόντα που αγαπούν περισσότερο οι επισκέπτες είναι ο δίσκος της Φαιστού, τα κυκλαδικά ειδώλια και τα μικρά κεφαλάκια των θεών. Εμείς ιδανικά θα θέλαμε κάθε επισκέπτης μουσείου να φεύγει κρατώντας στα χέρια του ένα μικρό αντικείμενο, εξαιρετικής πιστότητας και ελαφρύ, αφού το βάρος είναι καθοριστικό για τον σύγχρονο ταξιδιώτη. Ακόμα και στα πιο μικρά αντικείμενα, κάθε λεπτομέρεια είναι άριστη, με γνώση που έχει μεταλαμπαδευτεί από γενιά σε γενιά από τεχνίτες και καλλιτέχνες. Δεν είμαστε μόνο μια μονάδα που μπορεί να παράγει ποσότητες. Παράγει χειροποίητα και ποιοτικώς άριστα προϊόντα και έχουμε φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο. Θέλουμε να είμαστε και παραγωγικοί αλλά κυρίως κοιτάμε την ποιότητα και πόσο κοντά θα φτάσουμε στο πρωτότυπο».

Το εργαστήριο πιστών αντιγράφων έχει να ανταγωνιστεί όχι σε ποιότητα αλλά σε τιμή τους αντιγραφείς των προϊόντων του, μια μάστιγα με αναμνηστικά ελάχιστων ευρώ, -παρόλο που και τα πιστά του ΤΑΠ μπορεί να βρει κάποιος και με δέκα ευρώ- που πωλούνται ακόμα και σε περίπτερα. «Σε αυτό το θέμα το υπουργείο θα έπρεπε να έχει πιο σοβαρό λόγο. Πάντα θα υπάρχει ένα περίπτερο που θα πουλά κακά αντίγραφα. Δε μπορούν να χτυπήσουν τη δική μας ποιότητα αλλά θα προτιμούσαμε το ΤΑΠ να έχει την αποκλειστικότητα των πιστών αντιγράφων», λέει ο κ. Γαβαλάς.

Οδηγούμαστε στο «καμάρι των εργαστηρίων» στη μοντελοθήκη, μπροστά μας ανοίγεται ο θησαυρός των πρώτων πιστών αντιγράφων από τα πρωτότυπα έργα τέχνης. «Η μοντελοθήκη είναι ένας αληθινός θησαυρός, υπάρχουν μοντέλα που είναι 100 ετών και τα έχουν κάνει σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως ο Εμίλ Ζιλιερόν που ήταν ο πρώτος που έκανε τα πιστά αντίγραφα μετά τις ανασκαφές και με τον Έβανς και με τον Σλίμαν, τα οποία είναι αριστουργήματα. Ιδανικά θα θέλαμε να μπορεί να ανοίξει κάποια στιγμή στο κοινό και στα σχολεία και να φέρει τους μαθητές πιο κοντά σε αυτές τις θαυμάσιες δημιουργίες», λέει ο κ. Γαβαλάς.

Καθώς βρισκόμαστε ανάμεσα σε επιτύμβια, αγάλματα και τοιχογραφίες μπαίνω στον πειρασμό να τον ρωτήσω –αφού και ο ίδιος είναι γλύπτης- σε ποιο από τα αγάλματα έχει «αδυναμία» και πώς νιώθει που δουλεύει κάθε μέρα με αυτά τα αξεπέραστα έργα τέχνης. «Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Ηνίοχο», μου απαντά, «είναι ένα αριστούργημα, ο τρόπος που φτιάχτηκε και ο χρόνος που φτιάχτηκε μου δημιουργούν πολλά συναισθήματα. Τα αντικείμενα εδώ τα βλέπουμε με μεγάλη αγάπη και προσοχή, αλλά όταν πιάσεις ένα πρωτότυπο για να φτιάξεις το πρώτο πιστό αντίγραφο σε διακατέχει ένα φοβερό συναίσθημα, όχι μόνο γιατί τα αγγίζεις αλλά γιατί αναρωτιέσαι με τι μάτια το έβλεπε το δημιούργημά του ο Φειδίας για παράδειγμα.

Ακόμα και εμείς που ερχόμαστε σε καθημερινή επαφή με αυτά τα αριστουργήματα, επισκεπτόμαστε καθημερινά σχεδόν τα μουσεία κάθε φορά που έχουμε μια απορία, έναν ενδοιασμό, ή θέλουμε να κάνουμε μια βελτίωση στα αντίγραφα, νιώθουμε σαν να αγγίζουμε την ιστορία. Θυμάμαι πως όταν ήμουν στο Δημοτικό και είδα για πρώτη φορά από κοντά τον Ποσειδώνα και έναν Κούρο είχα νιώσει κυριολεκτικά δέος. Αυτό το συναίσθημα κάθε φορά που αγγίζω ένα έργο τέχνης, μετά από είκοσι χρόνια δουλειάς εδώ, δεν το έχω ξεπεράσει».

Στη Μοντελοθήκη του εργαστηρίων πιστών αντιγράφων