Δὲν ἔχει ἀσφοδίλια, μενεξέδες, μήτε ὑάκινθους-
πῶς νὰ μιλήσεις μὲ τοὺς πεθαμένους.
Οἱ πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τὴ γλώσσα τῶν λουλουδιῶν-
γι᾿ αὐτὸ σωπαίνουν
ταξιδεύουν καὶ σωπαίνουν, ὑπομένουν καὶ σωπαίνουν
παρὰ δήμων ὀνείρων, παρὰ δήμων ὀνείρων. *

Κανονικά έπρεπε να ετοιμάζεις «Βιβλία για την ξαπλώστρα». Να περνάς από τα γραφεία για να χαιρετήσεις τα κορίτσια. Κανονικά έπρεπε να σχεδιάζεις διακοπές, να σημειώνεις παραστάσεις, να αγαπάς και να γκρινιάζεις με τη ζέστη, να ετοιμάζεσαι να περάσεις έναν ακόμα Αύγουστο στην Αθήνα. Κανονικά έπρεπε να τρώμε παγωτά και να γελάμε ή να ετοιμαζόμασταν για την Άνδρο, για την Επίδαυρο, όλα αυτά μοιάζουν πολύ εφηβικά, δεν είναι; Αλλά έτσι ήταν τα καλοκαίρια μας.

Αλλά μας την έσκασες Χρήστο. Τίποτα δε θα γίνει και τίποτα δε μοιάζει κανονικό, ούτε είναι. Ούτε τραγούδια, ούτε ποιήματα, ούτε καβγάδες για πολιτικά, ούτε γενέθλια των αγαπημένων σου σκηνοθετών, τίποτα λοιπόν.

Ούτε η αστραφτερή χάρη του μυαλού σου, ούτε η καλή σου πάστα, ο καλός, ο γενναίος σου χαρακτήρας μέχρι το τέλος. Ο θαυμαστός σου χαρακτήρας μέχρι το τέλος. Η αξιοθαύμαστη αξιοπρέπειά σου. Η υπομονή σου. Το γλυκό σου χαμόγελο. Τίποτα πια. Τίποτα δεν είναι κανονικό, ούτε που σε αποχαιρετώ έτσι.

Θα μας λείψει πολύ ο Χρήστος, κάθε μέρα, κάθε λεπτό και στο μέλλον ακόμα περισσότερο. Αυτή η αριστοκρατική ψυχή που κατάφερε να κάνει ένα ημερολόγιο της αρρώστιας, ύμνο για την ομορφιά της ζωής. Που μας υπενθύμιζε κάνοντάς μας να ξεχνάμε, που μας προετοίμασε χωρίς να μας ταράζει. Αυτός ήταν ο Χρήστος, ο φίλος μου, που βαδίζοντας προς το θάνατο ξεδίπλωνε τη πιο μεγαλειώδη στιγμή της ζωής του. Αυτό το κενό αφήνει, μια αλήθεια πέρα από μελοδραματισμούς και φτηνά συναισθήματα. Και αυτό το κενό δεν κλείνει, δε θα κλείσει ποτέ, είμαστε απαρηγόρητοι. Όλοι όσοι σε γνωρίσαμε. Όλοι οι φίλοι σου. Πολύ και για πάντα. Σε αποχαιρετούμε με μεγάλο σπαραγμό, με άφατη λύπη, με τη σκέψη στη γενναία, τη σπουδαία οικογένειά σου. Κανένα ταξίδι δε θα είναι το ίδιο χωρίς εσένα.

Καλή αντάμωση Χρήστο μας, όλοι εμείς, εδώ, οι φίλοι σου.

* «Ο Στρατής ο θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους», Γιώργος Σεφέρης, από τα ποιήματα που αγαπούσες  πολύ.

Κεντρική φωτογραφία: Μία από τις εικόνες που γνωρίζω ότι θα σ’ αρέσει σίγουρα, από το «Ο Ρόκο και τ’ Αδέλφια του» του αγαπημένου σου Λουκίνο Βισκόντι, αφού τώρα δεν μπορώ να σε ρωτήσω ποια φωτογραφία σου θα ήθελες για κεντρική. Κατερίνα Π.

tags / ephemera / ελcBlog