Δείτε πού παίζονται οι ταινίες

To 1914 δολοφονείται στο Σαράγεβο ο Αυστριακός Αρχιδούκας και διάδοχος του θρόνου Φραντς Φέρντιναντ από τον Γκάβριλο Πρίντσιπ. Η Αυστροουγγαρία επιτίθεται στη Σερβία και ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος ξεσπάει. Βρισκόμαστε στο 2014, πάλι στο Σαράγεβο, έναν αιώνα, δύο παγκόσμιους πολέμους κι έναν γιουγκοσλαβικό εμφύλιο αργότερα.  To «Θάνατος στο Σαράγεβο» διαδραματίζεται ολόκληρο σε ένα ξενοδοχείο, το οποίο ονομάζεται Ηotel Europa. Ένας Γάλλος υψηλός καλεσμένος έχει έρθει να δώσει μια βαρύγδουπη ομιλία για την Ευρώπη που δεν τελειώνει, αλλά αρχίζει στο Σαράγεβο, παρουσία αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγματι, η αρχική ιδέα για το «Θάνατος στο Σαράγεβο» ήρθε στον Ντάνις Τάνοβιτς από το θεατρικό «Ηotel Europa», του αμφιλεγόμενου Γάλλου σταρ διανοούμενου και έντονα εμπλεκόμενου στις πολιτικές διαμάχες, τόσο εντός, όσο και εκτός Γαλλίας, Μπερνάρ Ανρί Λεβί, αλλά ο Τάνοβιτς ενσωματώνει την παρουσία του ομιλητή σε ένα ευρύτερο σύνολο καταστάσεων που διαδραματίζονται ταυτόχρονα στο ξενοδοχείο.

«Θάνατος στο Σαράγεβο» του Ντάνις Τάνοβιτς

Στην ταράτσα του ξενοδοχείου μεταδίδεται μια τηλεοπτική εκπομπή με θέα την πόλη, όπου διεξάγονται φορτισμένες συζητήσεις με αφορμή την επέτειο των εκατό χρόνων. Τι ήταν ο Γκάβριλο Πρίντσιπ, ο οποίος στη διάρκεια των εκατό αυτών χρόνων υμνήθηκε κι αποκαθηλώθηκε, αποκαθηλώθηκε και υμνήθηκε; Ήρωας της ανεξαρτησίας; Εθνικιστής τρομοκράτης; Και τι εθνικιστής; Σέρβος ή Γιουγκοσλάβος; Απλά ένα νέο παιδί που παρασύρθηκε; Οι τρεις καλεσμένοι θα δώσουν μια διαφορετική του εικόνα ο καθένας, αντιπροσωπευτική της εθνοτικής τους καταγωγής ή του ρόλου τους.

Δεν πρόκειται τόσο για μια μακρινή ιστορική διαφωνία, όσο κυρίως για κάτι που ακόμα καίει. Το διακύβευμα δεν είναι ο Πρώτος Παγκόσμιος πριν από εκατό χρόνια, αλλά ο γιουγκοσλάβικος εμφύλιος στη δεκαετία του ενενήντα, οι αξιώσεις για περαιτέρω αποσχίσεις που είναι ακόμη υπαρκτές. Είναι νωπό ακόμα το αίμα και τα πάθη. Συμπτωματικά, τις ίδιες μέρες που πρωτοπαίζεται στην Ελλάδα η ταινία, η Εθνική Ελλάδος αντιμετώπιζε την Εθνική Βοσνίας, ένας Βόσνιος μαχαιρώθηκε έξω από το γήπεδο, συνθήματα «Ελλάδα – Σερβία – Γ…έται η Βοσνία» ακούστηκαν μέσα σε αυτό και ένα απόλυτα ανατριχιαστικό πανό σηκώθηκε από την ελληνική εξέδρα, αλλά στα σερβοκροάτικα, για τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα. Αλλά ό,τι και να λέμε εμείς, όλα αυτά εμάς πολύ ξώφαλτσα και θεωρητικά μας απασχόλησαν, ο πόλεμος λίγο πιο πάνω από εμάς με τους 130 με 140 χιλιάδες νεκρούς δε μας άγγιξε στα αλήθεια. Και κάπως έτσι ο Έλληνας θεατής -και φαντάζομαι όχι μόνο ο Έλληνας- παρακολουθεί μεν με μεγάλο ενδιαφέρον τις συζητήσεις για τον Πρίντσιπ που γίνονται σε ρυθμό πολυβόλου, αλλά μάλλον χωρίς να μπορεί να συντονιστεί πλήρως με το διακύβευμα της διαφωνίας, τουλάχιστον στην αρχή. Υπάρχει πάντως κάτι στην ένταση των επιχειρημάτων που φέρνει στο μυαλό το «Νο Μan’s Land» του Τάνοβιτς, όπου σε ένα χαράκωμα ένας Βόσνιος κι ένας Σέρβος τσακώνονταν για το ποιος ξεκίνησε τον πόλεμο. Όλες οι πλευρές μιλάνε σαν να τους πνίγει το δίκιο κι είναι περισσότερο σαν τσακωμός μεταξύ ανθρώπων πολιτισμικά ολόιδιων, παρά διαμετρικά αντίθετων, σαν τσακωμός μεταξύ αδελφών, που από το πολύ δίκιο που ένιωθε ο καθένας οδηγήθηκαν στο να αλληλοσφαχθούν.

Στην ταράτσα λοιπόν οι υψιπετείς διάλογοι, τα ιδανικά, ο κόσμος των ιδεών, η αναμέτρηση με το ιστορικό παρελθόν και η σχέση του με το παρόν, το εθνικό διακύβευμα. Στην προεδρική σουίτα ο Γάλλος διανοούμενος που προβάρει το λόγο του, εντελώς τουρίστας, ερχόμενος από κάπου αλλού, μιλώντας στο όνομα όχι αυτού που καίει στα αλήθεια τους ανθρώπους, αλλά βουτηγμένος σε έναν ναρκισσισμό και μια αυτοϊκανοποιούμενη ρητορική μεγάλων και κούφιων λόγων. Δώσε πορτοκαλάδα και σάντουιτς στα παιδάκια της χορωδίας να μη λιποθυμήσουν μπροστά στους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πει ο διευθυντής του ξενοδοχείου. Στο υπόγειο το στριπτιζάδικο, η χαρτοπαιξία, ο τοπικός μαφιόζος. Στα αθέατα πίσω μέρη του ξενοδοχείου, τα πλυντήρια, η κουζίνα, η τάξη των ανθρώπων που κάνει το οικοδόμημα να λειτουργεί, η αυξημένη ταξική συνείδηση.  Στο λόμπι η βιτρίνα, η υποδοχή, η εικόνα, η αυτοεικόνα των εργαζομένων ως μέρος της εικόνας του ξενοδοχείου, η ταύτιση του άγχους τους με το άγχος των αφεντικών.

«Θάνατος στο Σαράγεβο» του Ντάνις Τάνοβιτς

Το ίδιο το ξενοδοχείο των ξεπεσμένων λούσων ζει με τα περασμένα μεγαλεία των χειμερινών ολυμπιακών του 1984, με τα «ολυμπιακά μαχαιροπήρουνα», με τον επαρχιωτισμό του διευθυντή που για να εντυπωσιάσει το Γάλλο ομιλητή, αναφέρει με ιδιαίτερο καμάρι ανάμεσα στους VIP προσκεκλημένους που είχε στη διάρκεια των ετών το ξενοδοχείο, ανάμεσα σε αστέρια του Χόλιγουντ ή της ροκ, έναν παγκοσμίως άγνωστο ολυμπιονίκη, που αν ήταν Σέρβος, Βόσνιος, Σερβοβόσνιος, Κοσσοβάρος, Μαυροβούνιος, Κροάτης, Σλοβένος, Σκοπιανός από τα Σκόπια ή από το υπόλοιπο κράτος του, ή ό,τι άλλο, δεν το ξέρω, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το όνομά του για να τον γκουγκλάρω. Πάντως ήταν σίγουρα Γιουγκοσλάβος. Το ξενοδοχείο «Ευρώπη» λοιπόν δεν πάει καλά. Χρωστάει. Χρωστάει στη ΔΕΗ, χρωστάει στην τράπεζα, χρωστάει στους εργαζόμενους. Η τράπεζα δεν δείχνει κατανόηση και θα το πάρει. Άρα ποιος πρέπει να δείξει κατανόηση και να βάλει πλάτη; Οι εργαζόμενοι. Κι επειδή η απεργία φαίνεται να προχωράει και είναι έτοιμη να εκδηλωθεί μπροστά στους αξιωματούχους της Ε.Ε., υπάρχουν τρόποι να κατασταλεί, αφού εκεί που δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος.

«Θάνατος στο Σαράγεβο» του Ντάνις Τάνοβιτς

Οι εθνικές διαφορές και τα πάθη που έχουν καθορίσει την τύχη της χώρας, τα οικονομικά προβλήματα και οι ταξικές διαφορές που ορίζει με αμείλικτο τρόπο την καθημερινότητα, στο φόντο και προσωπικά προβλήματα, διαφορά αντίληψης των γενεών, αστείες καψούρες, συζυγικές γκρίνιες. Ο Τάνοβιτς ενορχηστρώνει την πολυπρισματική συνολική εικόνα έχοντας τον απόλυτο έλεγχο όλων των παικτών και κατά πάσα πιθανότητα προσφέροντάς μας την ταινία που είχε σχεδιάσει ακριβώς στο μυαλό του. Κρατά απόσταση από οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αβανταδόρικο ή συναισθηματικά εκβιαστικό, προσεγγίζοντας όλους τους ήρωες, ακόμη και τους πιο αρνητικούς, με ένα μείγμα αποστασιοποίησης, τρυφερότητας και υπόγειου χιούμορ, με ενσυναίσθηση του τι και του πώς τους, τους προσεγγίζει όχι από κάπου ψηλά, όχι σαν Γάλλος διανοούμενος, αλλά με ανθρωπιά, ακόμη κι όταν αυτοί δεν την επιδεικνύουν. Περισσότερο κοντά σε κεντροευρωπαϊκό μυθιστόρημα, παρά σε κουστουριτσικό βαλκανικό διονυσιασμό, το «Θάνατος στο Σαράγεβο» είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που μια ταινία σου προσφέρει τόσα επίπεδα και τόσο υλικό να σκάψεις.

Ο Τάνοβιτς ενορχηστρώνει την πολυπρισματική συνολική εικόνα έχοντας τον απόλυτο έλεγχο όλων των παικτών

Σκηνές που θα μείνουν ιδιαίτερα στο μυαλό: ένας άντρας που προσπάθησε, έπαιξε κι έχασε και τώρα παραιτημένος ακούει νέα που σε κάθε άλλη περίπτωση θα τον είχαν τινάξει από την καρέκλα του, με την πιο μεγάλη απάθεια και συνθηκολόγηση – η ιδιότυπη αιχμαλωσία μιας γυναίκας μπροστά σε ένα θέαμα που ενδεχομένως την προσβάλλει ως γυναίκα με δυο αντίθετους τρόπους  (όπου -ξανά ενδεχομένως- ιδεολογικά να αισθάνεται θλίψη για αυτό που βλέπει και ανατομικά ή ηλικιακά να αισθάνεται ζήλια)- και κυρίως ένας άντρας και μια γυναίκα στέκονται αντικριστά περιμένοντας ένα ασανσέρ που αργεί τόσο να έρθει και η ένταση ανάμεσα τους είναι μια ένταση που προέρχεται από το πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζουν τα πράγματα και ταυτόχρονα από το πόσο έλκεται εκείνη την ώρα ο ένας από τον άλλο. Αλλά πόσο πιθανό είναι να επικρατήσει η μια μορφή έντασης της άλλης, πόσο πιθανό είναι να κάνει κανείς έρωτα και όχι πόλεμο στη χώρα που κάποτε λεγόταν Γιουγκοσλαβία και χωρίστηκε σε κράτη επί κρατών; Το παιδί του σκουληκιού ρωτάει τον πατέρα του: «Μπαμπά, είναι αλήθεια ότι υπάρχουν σκουλήκια που ζουν μέσα στο κρέας; «Ναι, παιδί μου». Μπαμπά, είναι αλήθεια ότι υπάρχουν σκουλήκια που ζουν μέσα σε μήλα;» «Ναι, παιδί μου» «Τότε εμείς γιατί ζούμε μέσα στα σκατά;». «Είναι η πατρίδα μας, παιδί μου».

Διαβάζω ότι ο Ντέσμοντ Ντος, ο άνθρωπος στα πολεμικά κατορθώματα του οποίου αναφέρεται το «Hacksaw Ridge» («Αντιρρησίας συνείδησης»), αρνιόταν πεισματικά να μεταφερθεί η ιστορία του σε βιβλίο ή στο σινεμά, γιατί δεν ήθελε να παραχαραχθούν τα πραγματικά γεγονότα. Τελικά η ταινία γυρίστηκε επτά δεκαετίες αργότερα και τα γεγονότα φυσικά παραχαράχθηκαν, γιατί όσο αληθές είναι ότι η πραγματικότητα είναι συνήθως πιο αναληθοφανής κι από τις ταινίες, αυτό δε σημαίνει ότι η αναληθοφάνειά της έχει και την απαραίτητη δραματική πύκνωση.

Έτσι ο νοσοκόμος Ντος έσωσε μεν 75 ανθρώπους στη μάχη της Οκινάουα στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι όμως σε δυο μέρες όπως βλέπουμε στην ταινία, αλλά σε τρεις εβδομάδες. Αν επιλέξει κανείς να δει την ταινία σε κινηματογράφο που έχει ακόμα διάλειμμα, το διάλειμμα τον βοηθά να εμπεδώσει ότι στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές ταινίες. Η πρώτη ώρα μέχρι το διάλειμμα είναι βαρετή, αδιάφορη, εντελώς κλισέ και σχεδόν παροδική στις σκηνές της βασικής εκπαίδευσης, όπου ο Βινς Βον ουρλιάζει στα μούτρα των στρατιωτών. Κάθε κομμάτι της είναι σαν κόπια από αντίστοιχα κομμάτια άλλων ταινιών: ο αλκοολικός, βίαιος πατέρας, η εκπαίδευση, το στρατοδικείο, το ρομάντσο. Δεν υπάρχει σε αυτή την πρώτη ώρα τίποτα άλλο από ένα αναμάσημα, το οποίο διαισθάνεσαι ότι δεν ενδιαφέρει καθόλου τον Γκίμπσον. Άλλα τον ενδιαφέρουν, σε άλλα βιάζεται να πάει, υποχρεωτικά μας έδωσε όλα όσα προηγήθηκαν, άλλωστε αν ήθελε να κινηματογραφεί ανθρώπους να μιλάνε μεταξύ τους δεν θα είχε κάνει ούτε τα «Πάθη του Χριστού», ούτε το «Apocalypto» (σε δυο κινήσεις που αργά ή γρήγορα η κινηματογραφική ιστορία θα αναγνωρίσει την επιλογή να γυριστούν σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνει κανείς και όχι στα αγγλικά ως εντελώς ριζοσπαστική).

«Αντιρρησίας συνείδησης» του Μελ Γκίμπσον

Και όταν μετά το διάλειμμα στη δεύτερη ώρα της ταινίας βρισκόμαστε επιτέλους στον πόλεμο, εκεί αρχίζει το αληθινό σινεμά κι εκεί αναλαμβάνει τα πράγματα στα χέρια του ο αληθινός σκηνοθέτης. Δεν είναι μια αντιπολεμική ταινία το «Hacksaw Ridge». Στις αντιπολεμικές ταινίες τον τόνο δίνει η κτηνωδία του πολέμου, η απομυθοποίηση του και αποηρωοποίησή του. Το «Hacksaw Ridge» είναι μια ταινία γεμάτη ηρωισμούς. Όχι μόνο του πρωταγωνιστή νοσοκόμου που σώζει τον ένα μετά τον άλλο τους τραυματίες. Και ανάμεσα στους άλλους στρατιώτες υπάρχουν τα παλικάρια που χύνονται πρώτα στη μάχη. Το «Hacksaw Ridge» είναι μια πολεμική ταινία. Αλλά για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ ότι είναι μια -ας μου συγχωρεθεί η έκφραση- στρατόκαυλη ταινία, δε θέλει να περάσει κανένα πνεύμα μιλιταρισμού, oύτε καν μιλά για έναν πατριωτισμό που εξαγιάζει τον πόλεμο. Ακόμη και ο ηρωισμός  δεν είναι, νομίζω, το κυρίαρχο στοιχείο.

«Αντιρρησίας συνείδησης» του Μελ Γκίμπσον

Οπότε τι; Οπότε ο Μελ Γκίμπσον είναι ένας κινηματογραφικός ζωγράφος που φτιάχνει τους πίνακές του με αίμα, αίμα κι άλλο αίμα. Αλλά το αίμα στις ταινίες του δεν είναι ταραντινικός χαβαλές, το αίμα στις ταινίες του ήταν και θα είναι ένα αίμα σωτηριολογικό, ένα αίμα καθαρτήριο, ένα αίμα που μας λερώνει και μαζί μας πλένει, ένα αίμα που σημαίνει πόνο μα μαζί και λύτρωση, τιμωρία μα μαζί και σωτηρία.

Υπάρχει μια σκηνή που κρατάει απειροελάχιστα όταν ο ήρωας πλένεται από τα αίματα. Τα νερά πέφτουν πάνω στα αίματα και αυτή η σύμμειξη, αυτό το νερό που ξεπλένει το αίμα και το νερό κοκκινίζει, αυτή η κάθαρση είναι όλος ο Μελ Γκίμπσον. Γιατί, ωραία, ο ήρωας πιστεύει και, ωραία, του ήρωα η πίστη επιβραβεύεται και, ωραία, η πίστη του γίνεται μεταδοτική. Αλλά πόση σημασία έχουν τελικά αυτά; Σημασία έχει ότι μας μεταφέρει επί μια ώρα στην καρδιά της κόλασης, την οποία όμως κινηματογραφεί με τρόπο μαγευτικό. Σαν να αγαπάει πολύ τον πόνο και την τιμωρία, σαν να μην μπορεί να ξεκολλήσει από τον σπαραγμό. Δεν είναι θέαμα κενό οι εικόνες του. Είναι θέαμα που λειτουργεί ως μεταφορά ψυχικών ή πνευματικών καταστάσεων τις οποίες δεν θα ήθελες να μοιράζεσαι σε καμία περίπτωση με τον ίδιο. Αλλά είναι θέαμα που είσαι τυχερός να βλέπεις στο σινεμά, γιατί τι άλλο είναι η τέχνη από αυτή ακριβώς τη μεταμόρφωση, από αυτή ακριβώς τη διαδικασία που παίρνει τα εσωτερικά δαιμόνια και τα μετασχηματίζει σε εικόνες παντοδύναμης ομορφιάς. Τρομακτικής ομορφιάς. Δε θες να είναι ωραία η κόλαση. Αλλά στο σινεμά του Μελ Γκίμπσον είναι.

«Αντιρρησίας συνείδησης» του Μελ Γκίμπσον