Στις 16 Οκτωβρίου 2017,  η Μαλτέζα δημοσιογράφος και μπλόγκερ Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία σκοτώθηκε στα 53 της χρόνια, από έκρηξη βόμβας που είχε τοποθετηθεί κάτω από το αυτοκίνητό της. Σταυροφόρος κατά της αδιαφάνειας και της διαφθοράς στη Μάλτα, – το Politico την είχε συμπεριλάβει πρόσφατα στις «28 προσωπικότητες που δονούν την Ευρώπη- , η Γκαλιζία είχε ενοχλήσει πολύ το καθεστώς αποκαλύπτοντας διάφορες υποθέσεις διαφθοράς, ιδιαίτερα σχετικά με τα Panama Papers, μέσα από τα οποία αποκάλυψε και παράνομες  δοσοληψίες Μαλτέζων πολιτικών. Το μπλογκ της ήταν το πιο δυνατό όπλο της, αυτό την έστειλε στο θάνατο. Η Γκαλιζία ήταν ένα αγκάθι στα πλευρά ενός συστήματος και του υποκόσμου  που δρα στη μικρότερη χώρα-μέλος της ΕΕ. «Η μητέρα μου δολοφονήθηκε, επειδή πατούσε με θάρρος ανάμεσα στην οριακή γραμμή του νόμου και αυτών που κατάφωρα τον παραβιάζουν, αυτό δηλαδή που κάνουν όλοι οι δυνατοί δημοσιογράφοι. Βρέθηκε στο στόχαστρο, γιατί εδώ ήταν η μοναδική που έκανε κάτι τέτοιο. Αυτό συμβαίνει όταν οι θεσμοί και το κράτος είναι ανεπαρκείς. Ο τελευταίος που αντιστέκεται είναι ο πρώτος που πεθαίνει και συνήθως είναι δημοσιογράφος», είπε ο γιος της.

«Υπάρχουν εγκληματίες όπου και αν κοιτάξεις, η κατάσταση είναι απελπιστική» έγραφε η Μαλτέζα δημοσιογράφος στο τελευταίο της άρθρο στο προσωπικό της μπλογκ, που διάβαζαν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Σε αυτό το κείμενό της, η 53χρονη δημοσιογράφος έβαζε ξανά στο στόχαστρο τους πολιτικούς από τη Μάλτα. Η ίδια πίστευε ότι τα εγκληματικά συμφέροντα είχαν καταλάβει τη χώρα της και την είχαν μετατρέψει σε ένα μαφιόζικο νησί: γι’ αυτό έγραφε για ένα πολιτικό σύστημα γεμάτο διαφθορά, για συμφωνίες που χρησιμοποιούνταν για «ξέπλυμα χρήματος» και για ένα δικαστικό σύστημα που ήταν ή ανίκανο ή απρόθυμο να εντοπίσει τους «εγκέφαλους» του συστήματος αυτού. Οι φόβοι της ήταν πραγματικοί, καθώς τα τελευταία 10 χρόνια έχουν σημειωθεί στη Μάλτα συνολικά 15 δολοφονίες με μεθόδους που παραπέμπουν σε πρακτικές της Μαφίας. Ίσως κανείς δε θα μάθει ποιος ήταν αυτός που διέταξε τη δολοφονία της.

 

Από τη συγκέντρωση μετά τη δολοφονία της Daphne Caruana Galizia στη Μάλτα

Από τη συγκέντρωση με αίτημα την απόδοση δικαιοσύνης, μετά τη δολοφονία της Daphne Caruana Galizia στη Μάλτα

 

«Αξίζει να πεθαίνεις για τη δημοσιογραφία;»* 

Κανείς δεν έχει μάθει ποιος ήταν αυτός που διέταξε, έντεκα χρόνια νωρίτερα, στις 7 Οκτωβρίου του 2006, την εκτέλεση μια άλλης μαχητικής και επικίνδυνης για το καθεστώς δημοσιογράφου, της 48χρονης Άννας Πολιτκόφσκαγια. Η διεθνής κοινότητα, μέχρι σήμερα, δεν έχει πειστεί για το ποιος βρίσκεται πίσω από τη δολοφονία της. Ήταν η δωδέκατη δολοφονία δημοσιογράφου, στην εποχή Πούτιν, μια αληθινή προσβολή για τα ελεύθερα και ανεξάρτητα Μέσα Ενημέρωσης και για τις δημοκρατικές αξίες.

Στις 7 Οκτωβρίου η επιχείρηση εξόντωσης της «προδότριας των συμφερόντων του ρωσικού κράτους», όπως την είχε χαρακτηρίσει ο Πούτιν, πέτυχε. Το 2004, ενώ επιχείρησε να ταξιδέψει από τη Μόσχα στο βόρειο Καύκασο για να καλύψει τη δραματική κατάληψη του σχολείου στο Μπεσλάν, είχε υποστεί σοβαρή δηλητηρίαση όταν ήπιε στο αεροπλάνο ένα φλιτζάνι τσάι και μεταφέρθηκε σε σοβαρή κατάσταση στο νοσοκομείο. Η ίδια είχε αποδώσει τότε τη δηλητηρίαση αυτή στις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες.

Πολιτκόφσκαγια, Μαρκέλοφ Εστεμίροβα

Πολιτκόφσκαγια, Μαρκέλοφ Εστεμίροβα

Ο κύκλος του αίματος που άνοιξε με την Πολιτκόφσκαγια,  συνεχίστηκε με το θάνατο της δικηγόρου Στάνισλας Μαρκέλοφ και τη  δολοφονία της δημοσιογράφου και ακτιβίστριας Ναταλία Εστεμίροβα, η οποία είχε βραβευθεί με το βραβείο «Πολιτκόφσκαγια» το 2007. Όλες ήταν υπέρμαχοι των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Για το θάνατο της  Nαταλίας Εστεμίροβα -που είχε συνεργαστεί στενά με την Άννα Πολιτκόφσκαγια και με τον Στανισλάβ Μαρκέλοφ -που και αυτός βρέθηκε δολοφονημένος στη ρωσική πρωτεύουσα-, ο τότε Πρόεδρος της ΜΚΟ Memorial, έγραψε: «Είμαι σίγουρος ποιος είναι ένοχος για το φόνο της Ναταλίας. Το όνομά του είναι Ραμζάν Καντίροφ», «δείχνοντας» τον Τσετσένο Πρόεδρο και εκλεκτό του Πούτιν, ο οποίος ήταν πολύ ενοχλημένος από τη δραστηριότητα των δημοσιογράφων που ερευνούσαν υποθέσεις παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων – κυρίως υποθέσεις απαγωγών και δολοφονιών –  από τις τσετσενικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Ο αγώνας τους δεν ήταν χωρίς αποτέλεσμα, κατάφεραν και πραγματοποιήθηκε η πρώτη και μοναδική έως τώρα δίκη για φόνο που αποδόθηκε σε Τσετσένους αξιωματούχους και κατέληξε αντιστοίχως στη μοναδική καταδίκη πολιτικού προσώπου από την Τσετσενία.


Σκοτώστε την Άννα με την επικίνδυνη φωνή

Η Πολιτκόφσκαγια χρησιμοποιούσε συχνά τη λέξη koverny, που σημαίνει «κλόουν». Με αυτή περιέγραφε τη γενιά των Ρώσων δημοσιογράφων που ασχολούνται μόνο με «ευχάριστα θέματα», αλλά και τα πιόνια της ρώσικης πολιτικής.  Η γλώσσα της δεν άρεσε ποτέ στους καθεστωτικούς. «Η Πολιτκόφσκαγια πήγε τόσο κόντρα στο κατεστημένο, που εν μέρει προκάλεσε τη μοίρα της. Κανείς δεν μπορεί να πάει τόσο κόντρα στη ρωσική εξουσία. Στο τέλος θα αφανιστεί». Έτσι έλεγαν οι συνάδελφοί της, άλλωστε ο θάνατός της ήταν ντροπή όχι μόνο για τη Ρωσία, αλλά και για όλους αυτούς που της είχαν γυρίσει την πλάτη αντιμετωπίζοντάς τη σαν μια ακραία περίπτωση.

«Η Διεθνής Αμνηστία πιστεύει ότι η Άννα Πολιτκόφσκαγια βρέθηκε στο στόχαστρο λόγω της δημοσιογραφική της εργασίας, με την οποία περιέγραψε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τσετσενία και σε άλλες περιοχές της Ρωσίας», τόνιζε σε ανακοίνωσή της η διεθνής οργάνωση. Η δολοφονημένη δημοσιογράφος είχε βραβευτεί για το ρεπορτάζ της στη “Νοβάγια Γαζέτα” και επέκρινε τακτικά την πρακτική της κυβέρνησης και τη συμπεριφορά των στρατιωτικών, όπως αυτή διαταζόταν από το Κρεμλίνο στη διάρκεια και των δύο πολέμων στην Τσετσενία κατά την περασμένη δεκαετία.

Στο βιβλίο της Πολιτκόφσκαγια «Αξίζει να πεθαίνεις για τη δημοσιογραφία;», που κυκλοφόρησε το 2011, μια ανθολογία από κείμενα, μαρτυρίες και ρεπορτάζ, διαφαίνεται η σχέση της δημοκρατίας και της διαφθοράς μέσα στην μετακομμουνιστική Ρωσία. Η ίδια πάλεψε με αντιξοότητες ανιχνεύοντας μυστικά και ξεσκεπάζοντας ψέματα. Στη Ρωσία σήμερα τη θυμούνται σαν μια ηρωίδα-μάρτυρα. Από τον πόλεμο στην Τσετσενία, τον οποίο κάλυψε χαρακτηρίζοντάς τον ως γενοκτονία, μέχρι την παρακμιακή Μόσχα του Πούτιν και της μαφίας, η Πολιτκόφσκαγια δεν οπισθοχώρησε ποτέ από την αποκάλυψη της αλήθειας, παρά τις απειλές που δέχτηκε από τους μπράβους της εξουσίας, οι οποίοι στο τέλος την εξολόθρευσαν. Οι ανταποκρίσεις της από την Τσετσενία ξεκινούν με μια λακωνική προειδοποίηση: «Αυτές είναι φρικτές ιστορίες».

Το 2002 ήταν η διαπραγματεύτρια προς τους Τσετσένους αντάρτες, όταν αυτοί κατέλαβαν το θέατρο Dubrovka της Μόσχας, με 900 ομήρους σκορπώντας τρόμο στην πόλη, πράξη που στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους. Οι ίδιοι οι αντάρτες ζήτησαν να διαπραγματευτούν με τη δημοσιογράφο. Οι Τσετσένοι σέβονταν την Πολιτόφσκαγια για τον τρόπο με τον οποίο κάλυπτε τον πόλεμο στην Τσετσενία. Η κατάληψη του θεάτρου από τους Τσετσένους αντάρτες ήταν η σκληρότερη δοκιμασία του Πούτιν στα δυόμισι χρόνια που βρισκόταν  στο Κρεμλίνο. Η άνοδός του στην προεδρία είχε βασιστεί εν πολλοίς στην αποστολή ρωσικών στρατευμάτων στην Τσετσενία, ύστερα από τριετή απουσία, κίνηση που αποδείχθηκε δημοφιλής στη ρωσική κοινή γνώμη και του προσέδωσε τη φήμη σκληρού και αποτελεσματικού ηγέτη.

Η Πολιτόφσκαγια δε σταματούσε να ενοχλεί την εξουσία και την κυβέρνηση με τα άρθρα της και το πλήρωσε με τη ζωή της. Στις 7 Οκτωβρίου του 2006, ένας κάτοικος της Μόσχας ανακαλύπτει μέσα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας του, στην οποία βρισκόταν και το διαμέρισμα της Πολιτόφσκαγια, το πτώμα της. Δίπλα στη νεκρή δημοσιογράφο ήταν πεταμένο ένα περίστροφο Μακάροφ, το χαρακτηριστικό όπλο των κατά παραγγελία δολοφονιών στη Ρωσία και τέσσερις κάλυκες από σφαίρες. Ο θάνατός της προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών. Όλοι γνώριζαν τις έντονες κυβερνητικές πιέσεις που δεχόταν η δημοσιογράφος, προκειμένου να μην ασκεί τη δριμύτατη κριτική της στην κυβέρνηση και όλοι διάβαζαν κάθε της αποκάλυψη στην μικρής κυκλοφορίας αντιπολιτευόμενη εφημερίδα Νόβαγια Γκαζέτα, με την οποία εξέθετε τις κυβερνητικές πρακτικές στο θέμα της Τσετσενίας.

Οι δολοφόνοι τη Πολιτκόφσκαγια στο δικαστήριο

Οι δολοφόνοι τη Πολιτκόφσκαγια στο δικαστήριο

Η έρευνα της υπόθεσης της δολοφονίας της ανατέθηκε σε έναν εισαγγελέα ονόματι Μπαστρίκιν, μια έρευνα που εξελίχθηκε σε παρωδία της δικαιοσύνης. Ο ρωσικός Τύπος έδειξε να αγνοεί ότι ο συγκεκριμένος δικαστικός ήταν μέλος της ομάδας της Πετρούπολης που έφερε μαζί του στη Μόσχα ο Πούτιν όταν ανήλθε στην εξουσία. Το 2014, στο εδώλιο των κατηγορουμένων στο δικαστήριο της Μόσχας, κάθισαν τέσσερα άτομα. Ο δολοφόνος της, Ρουστάμ Μαχμούντοφ που την πυροβόλησε στην είσοδο της πολυκατοικίας της καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ενώ ο θείος του, Λομ-Αλί Γκαϊτουκάγεφ, που υποτίθεται οργάνωσε το φόνο και άλλα δυο άτομα, καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από 12 έως 20 χρόνια. Η δίκη έγινε κεκλεισμένων των θυρών και πυροδότησε μια μεγάλη και έντονη συζήτηση σχετικά με το δημόσιο χαρακτήρα που θα έπρεπε να έχει.

Δυο χρόνια πριν τη δολοφονία της, τον Αύγουστο του 2014, η Άννα Πολιτκόφσκαγια είχε πάρει συνέντευξη, -αμέσως μετά τις προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2004 και την εκλογή του διορισμένου από το Κρεμλίνο Αλού Αχλάνοφ-, από τον Ραμζάν Καντίροφ, αντιπρόεδρο της Τσετσενίας.

Ρ.Κ.  Αν εσείς μας είχατε αφήσει στην ησυχία μας, εμείς, οι Τσετσένοι, από καιρό θα ήμασταν ενωμένοι.
Α.Π. Ποιοι “εσείς”;
Ρ.Κ.  Εσείς, οι δημοσιογράφοι. Οι πολιτικοί της Ρωσίας. Εσείς δεν μας αφήνετε να αποκαταστήσουμε την τάξη. Σπέρνετε τον διχασμό ανάμεσά μας. Εσύ πήρες θέση στη διαμάχη των Τσετσένων. Είσαι εχθρός, χειρότερος και από τον Μπασάγιεφ**.

Το συμβόλαιο θανάτου της Άννας Πολιτκόφσκαγια είχε υπογραφεί. Έπεσε νεκρή δυο χρόνια αργότερα, την ημέρα των γενεθλίων του Πούτιν. Όλοι είπαν πως ήταν το καλύτερο δώρο για τα γενέθλιά του. Έχουν περάσει 11 χρόνια, προχθές άλλη μια ανεξάρτητη φωνή σιώπησε με το πιο βίαιο τρόπο. Μην ξεχνάτε την Άννα Πολιτκόφκαγια, μια από τις πιο ελεύθερες, ανυποχώρητες φωνές της εποχής μας. Μην ξεχνάτε την Ντάφνι, την Στανίσλας, τη Νατάλια. Οι ελεύθερες, δυνατές, “ενοχλητικές” φωνές τους μας κρατάνε όρθιους, μας κρατάνε ζωντανούς.

Διαδήλωση μετά τη δολοφονία της Άννας Πολιτκόφσκαγια

Διαδήλωση μετά τη δολοφονία της Άννας Πολιτκόφσκαγια

 

* Το βιβλίο της Άννας Πολιτκόφσκαγια «Αξίζει να πεθαίνεις για τη δημοσιογραφία;» κυκλοφόρησε το 2011

**Ο Σαμίλ Μπασάγιεφ ήταν ο ηγέτης του τσετσενικού πολέμου, χαρακτηρισμένος ως διεθνής τρομοκράτης και υπεύθυνος για την υπόθεση του σχολείου στο Μπεσλάν, του Μπουντενόβσκ και για όλες τις επιθέσεις στη Μόσχα. Σκοτώθηκε τον Ιούλιο του 2006.