Δείτε πού παίζεται η ταινία

Έχω την αίσθηση ότι πολλοί από εμάς, αν δεν έχουν στον κύκλο των φίλων και γνωστών τους, έχουν πάντως συναντήσει κάποτε έναν από αυτούς τους περίεργους τύπους που δεν είναι απλά χιουμορίστες ή χωρατατζήδες, που δεν λένε απλά αστεία, αλλά γίνονται οι ίδιοι το αστείο. Όταν λες ένα πετυχημένο αστείο μπορεί να προκαλείς μια στιγμιαία ευφρόσυνη έκρηξη, που έχει και αυτή κάτι το λυτρωτικό και το αποδομητικό, αλλά το αστείο δεν παύει να έχει αρχή και τέλος, παραμένοντας οριοθετημένο και εντός πλαισίου.

Το αστείο δεν παύει να έχει αρχή και τέλος, παραμένοντας οριοθετημένο και εντός πλαισίου

Ο κόσμος παραμένει σοβαρός, εσύ που το λες είσαι σοβαρός, εξακολουθώντας να παίζεις το ρόλο σου: είσαι ο εαυτός σου, η ιδιότητά σου, το όνομά σου, το πρόσωπό σου, η ηλικία σου. Όταν όμως παύεις να είσαι αυτός ο ρόλος και αρχίζεις να υποδύεσαι έναν άλλο, είναι σαν να αμφισβητείς τα ίδια τα θεμέλια της πραγματικότητας. Αυτού του είδους το έμπρακτο καραγκιοζιλίκι, όπου αρχίζεις και φέρεσαι απρόβλεπτα, προκαλώντας στους γύρω σου μια αμηχανία κι ένα ξεβόλεμα, ξεκινά από την αποδόμηση του εαυτού και επεκτείνεται και στην αποδόμηση του όλου σκηνικού: βάζω στο τραπέζι την ιδιορρυθμία μου, όχι για να γελάσουμε με μια επιμέρους πτυχή της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά για να γελάσουμε συνολικά με αυτό που παριστάνουμε ότι είμαστε και αυτό που παριστάνουμε ότι συμβαίνει, για να αμφισβητήσουμε το ποιοι είμαστε, το τι κάνουμε, το γιατί ντε και καλά πρέπει να είμαστε διαρκώς σοβαροί και ο εαυτός μας. Ας γελάσουμε με αυτό που λέμε εαυτό, ας γελάσουμε με αυτό που υποτίθεται ότι είμαστε. Ας συνεχίσουμε να παίζουμε, μπαίνοντας διαρκώς σε άλλους ρόλους, όπως όταν είμαστε παιδιά. Τότε το κάναμε διαρκώς και μας φαινόταν φυσικό. Τώρα δεν το κάνουμε ποτέ και μας φαίνεται αφύσικο.

toni-erdmann-12

Όχι, δεν πρόκειται για παιδισμό, ούτε για άρνηση να μεγαλώσεις και να ωριμάσεις. Πρόκειται αντίθετα για την άρνηση να συνομολογήσεις ότι ωριμάζω σημαίνει φοράω παρωπίδες που με εμποδίζουν να κοιτάξω οπουδήποτε πέρα από την κοινωνική σύμβαση, που μου λένε αφού είσαι πια μεγάλος, κοίτα μόνο μπροστά σου στα δύο μέτρα, στην καθημερινότητά σου, στη δουλειά σου, στις υποχρεώσεις σου, στην καριέρα σου, μην κοιτάς προς τα πάνω ή προς τα κάτω ή προς τα πίσω, προς θεού μην κοιτάς λοξά και διαγώνια, τα πράγματα έχουν πάρει την πορεία τους, είσαι ένα εντελώς ορισμένο πλάσμα, η ταυτότητά σου λέει τι είσαι, η ταυτότητά σου ορίζει τη συμπεριφορά σου, τις χαρές σου και τα άγχη σου, η ταυτότητά σου δεν ασχολείται ούτε με το ότι δεν υπήρχες πριν, ούτε με το ότι δεν θα υπάρχεις μετά, ζήσε εντελώς σοβαρά στις δεκαετίες που σου αναλογούν και άσε τα καραγκιοζιλίκια.

 «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε

Στα πρώτα λεπτά του «Τoni Erdmann», αυτής της τόσο παράξενης και ξεχωριστής ταινίας, ο ήρωας επιδίδεται σε ένα κρεσέντο, όπου τίποτα μα τίποτα από αυτά που λέει δεν ισχύουν. Δεν τον ξέρεις ακόμα, προσπαθείς να τον μάθεις, ψάχνεις να δεις αν είναι λασκαρισμένος. Δεν είναι όμως. Στέκει στα λογικά του όσο κανείς. Επίσης, νομίζω ότι δεν προσπαθεί να εκτονώσει κάποια προσωπική οδύνη με αυτή τη συμπεριφορά. Υπαρξιακή αναζήτηση, ναι ίσως. Δεν είναι προβληματικός. Προβληματικό είναι ότι δεν φέρονται και οι άλλοι γύρω του όπως αυτός. Και μπορεί στην πορεία της ταινίας να γεννά τον Τόνι Έρντμαν στην προσπάθειά του να ξαναφτιάξει τη σχέση του με την κόρη του, αλλά δε φέρεται έτσι ούτε επειδή είναι μόνος, ούτε επειδή προσπαθεί να σώσει την κόρη του. Προφανέστατα τον απασχολεί η αποξένωσή του με την κόρη του και η ευτυχία της κόρης του, αλλά και ευτυχισμένη να τη θεωρούσε και πολύ δεμένοι να ήταν, πάλι τον κλόουν θα έκανε. Δεν οδηγεί τις κινήσεις του η απόγνωση. Την τάση που έχει θα τη διοχέτευε αλλιώς. Μπορεί τότε να κορόιδευαν μαζί με την κόρη του άλλους σοβαροφανείς και κυρίως τη συνολική παράσταση της σοβαροφάνειας, μπορεί τότε να γινόταν η κόρη του η «Εντιμότατη Φίλη» του.

Η κόρη του λοιπόν. Δε ζει στη Γερμανία εδώ και χρόνια. Τα τελευταία χρόνια ζει στο Βουκουρέστι. Υψηλόβαθμο στέλεχος σε μεγάλη εταιρία που κάνει Μanagement Consulting. Σύμβουλοι Επιχειρήσεων που αναλύουν σε πολυεθνικές τα κόστη της μίας ή της άλλης επιλογής. Εν προκειμένω σε έναν πετρελαϊκό κολοσσό. Δουλειά της είναι να πείσει τον -επίσης Γερμανό- διευθύνοντα σύμβουλο του κολοσσού για την πιο συμφέρουσα οικονομικά λύση. Κι επειδή οι πιο συμφέρουσες οικονομικά λύσεις για τους κολοσσούς είναι συνήθως λύσεις που συνεπάγονται μαζικές απολύσεις, δουλειά της είναι ακόμη να γίνει αυτή η κακή που θα την προτείνει. Δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα να γίνει η κακή, καμία απολύτως ενοχή περιβαλλοντική ή ταξική. Αυτά ανήκουν στην εποχή που ο πατέρας της ήταν νέος, «Πράσινος», στην εποχή που ακόμη οι άνθρωποι ήλπιζαν στον Ντανιέλ Κον Μπεντίτ και τον Γιόσκα Φίσερ.

 «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε

Είναι λοιπόν στο άλλο άκρο από τον πατέρα της, που στην κανονική του ζωή είναι ένας ταπεινός δάσκαλος μουσικής σε σχολείο. Απορροφημένη από την κουλτούρα των πολυεθνικών και της ελίτ των μεγαλοστελεχών. Σοβαρή και σφιγμένη και στοχοπροσηλωμένη. Αλλά, αν ο πατέρας της υπονομεύει διαρκώς τον εαυτό του και βγαίνει από αυτόν για πλάκα, το δικό της άλλο άκρο την οδηγεί να αρνείται κι εκείνη τον εαυτό της, καθώς τείνει χαμαιλεοντικά και σαν τον Ζέλινγκ να συμφωνεί αμέσως με ό,τι λέει ο πελάτης, ακόμη και όταν έχει μόλις διαφωνήσει με αυτό που εκείνη μόλις είπε («Άσπρο». «Μαύρο». «Μα φυσικά έχετε δίκιο, εννοούσα το άσπρο που υπάρχει μέσα στο μαύρο και κάνει το μαύρο τόσο υπέροχο»). Κι εκείνη λοιπόν σαν τον μπαμπά της φοράει ψεύτικη οδοντοστοιχία, ψεύτικο πρόσωπο, ψεύτικα ρούχα. Κι εκείνη ρόλο παίζει. Κι όλοι μας. Αλλά όντας εκτελεστικό όργανο που προσπαθεί να αναρριχηθεί στα πολύ ψηλά της πυραμίδας, φέρεται αντίστοιχα απαξιωτικά στους υφιστάμενούς της. Οι οποίοι, αποδεχόμενοι τους κανόνες του παιχνιδιού, τρώνε με τη σειρά τους τους εξευτελισμούς. «Όλα περιλαμβάνονται στην τιμή», θα πει σε μια στιγμή. Με το μισθό εξαγοράζονται όλα. Και μολονότι αυτό στην ταινία αναφέρεται  σε σχέση με το πάνω πάνω ράφι, ότι αφού παίρνεις ένα σκασμό λεφτά αγοράζουμε και το τσαλάκωμα της αξιοπρέπειάς σου, το ίδιο ισχύει και σε μισθούς κατώτατους, υποκατώτατους, χαρτζιλίκια: «όλα περιλαμβάνονται στην τιμή».

 «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε

Τα ρούχα, τα κουστούμια, οι στολές, έχουν κεντρικό ρόλο στην ταινία. Λερώθηκε το πουκάμισό μου, γδύσου εσύ κατώτερή μου, να φορέσω το δικό σου. Φόρα εσύ το λερωμένο δικό μου. Τα ρούχα που ενίοτε γίνονται υπερβολικά στενά. Η σεκάνς του πάρτι μας δείχνει όλον τον παραλογισμό του κομφορμισμού, όλη τη σχετικότητά του, απογυμνώνει τις νόρμες και μας λέει πως αν φερόμαστε όλοι με ένα τρόπο, αυτό δεν γίνεται επειδή ο τρόπος είναι ο αυτονόητος, αλλά επειδή οι άνθρωποι κομφορμιστικά και μιμητικά τείνουμε να φερθούμε όπως οι δίπλα μας, σαν να είμαστε αγέλη, αισθανόμενοι μέσα της μια σιγουριά τελετουργική. Δεν έχει σημασία πόσο παράλογοι είναι οι κανόνες συμπεριφοράς. Αρκεί να υπάρχουν κι αρκεί να τους ακολουθούν κι οι άλλοι.

Το «Τοni Erdmann» μας δείχνει μια Ρουμανία πριβέ, μια executive Ρουμανία

Μιλάγαμε πρόσφατα για το ρουμάνικο σινεμά. Οι σκηνοθέτες του μας δείχνουν την κανονική Ρουμανία, τη Ρουμανία που ζουν οι κανονικοί Ρουμάνοι. Το «Τοni Erdmann» μας δείχνει μια Ρουμανία πριβέ, μια executive Ρουμανία, τη Ρουμανία που οι ντόπιες και κυρίως οι ξένες ελίτ, ζουν σε μια ξεκομμένη από την υπόλοιπη χώρα φούσκα. Η γυναίκα τρόπαιο του πετρελαιά θα πει μια από τις σημαντικότερες πολιτικές ατάκες της εποχής, αναφερόμενη στη Γερμανία: «Αγαπώ τις χώρες που έχουν ακόμα μεσαία τάξη. Με ανακουφίζουν». Ακόμη και οι ελίτ αρχίζουν να νιώθουν άβολα με τον κόσμο που έφτιαξαν. Ο «Τοni Erdmann» είναι έτσι, εκτός των άλλων και μια ταινία για την απομονωμένη ελίτ, που η πατρίδα της είναι τα όπου γης ξενοδοχεία, κλαμπ, εστιατόρια και εμπορικά κέντρα που την αφορούν, μια ταινία πάνω στα ερείπια της ευρωπαϊκής μεσαίας τάξης που εξαχνώνεται, μια ταινία πάνω στον αποικιοποιημένη Ευρώπη των μεταρρυθμίσεων και των διαρθρωτικών αλλαγών. Ο ήρωάς της, ερχόμενος από τη Γερμανία που ακόμα έχει μεσαία τάξη, έχει και τη δυνατότητα να περάσει λίγες εβδομάδες με άδεια στο Βουκουρέστι, έχει τη δυνατότητα να υπάρξει και να αμφισβητήσει με τον πλαστό εαυτό του και τις φάρσες του έναν κόσμο που κινείται στα δικά του αυτονομημένα μονοπάτια.

Όσο για τη δουλειά που κάνει η κόρη του, προφανώς  έχει ενστάσεις, αλλά δεν θα της κάνει στιγμή κήρυγμα. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να είναι το κορίτσι ευτυχισμένο. Κι εκείνο που της προσφέρει δεν είναι λόγια, είναι η στάση ζωής του, το έμπρακτο βγάλσιμο της γλώσσας. Κι ακόμη περισσότερο, της προσφέρει την παρουσία του. Είναι εκεί, είναι παρών. Αλλά το άγχος του πατέρα νομίζω αφορά εκείνον μόνο. Δε νομίζω ότι πρέπει να μας αφορά η ευτυχία της κόρης. Αν όλο αυτό το πάουερ γκέιμ και η αναρρίχηση στην κορυφή κάνει τους αναρριχώμενους δυστυχισμένους, μπορεί να είναι ειρωνικό, αλλά κρίμα δε θα πούμε κιόλας.  Ό,τι γνώμη κι ό,τι στάση κι αν παίρνει η σκηνοθέτις για την ηρωίδα, προσωπικά αγαπώ την ταινία που έφτιαξε, αγαπώ τον ήρωά της, αλλά επιλέγω να μισώ βαθιά και δίχως αστερίσκο την κόρη του, στην οποία εύχομαι κάθε δυστυχία.

 «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε

Από την πλήρη έλλειψη μουσικής υπόκρουσης ως την καθοριστική στιγμή του ενός τραγουδιού, μέχρι το μετεωριζόμενο τέλος, συναντάμε στο «Toni Erdmann» στοιχεία που θα μπορούσαμε να βρούμε σε ταινία του Λάνθιμου. Από την άλλη, η ταινία έχει μια σεκάνς που κι εγώ και ολόκληρη η αίθουσα κλαίγαμε από τα γέλια. Πρέπει να έχω να γελάσω έτσι σε ταινία από το «Κάτι τρέχει με την Μαίρη». Και ελάχιστες στιγμές μετά το γέλιο μέχρι δακρύων υπάρχει μια σκηνή στο πάρκο, όπου το σινεμά είναι μαζί πειραματισμός κι απόλυτη εκπλήρωση. Η Άντε είχε φιλμάρει ατέλειωτες ώρες, το έργο που μοντάρισε τελικά κρατάει σχεδόν τρεις. Η Άντε κάνει μια πολύ σημαντική ταινία μην ποντάροντας στην αρτιότητα, στο αψεγάδιαστο, στην τελειότητα του κατασκευάσματός της. Δεν είναι τέλεια η ταινία της. Αλλά είναι και η έλλειψη της τελειότητάς της, το ότι η σκηνοθέτης δεν το είχε φτιάξει στην αρχή όλο στο μυαλό της, το ότι έψαξε στην πορεία και βρήκε, που καθιστά το «Τοni Erdmann» μια εντελώς συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία, γεμάτη μα γεμάτη χυμούς. Ζήτω.