Το καλοκαίρι του 1992 στο Ηρώδειο ανεβαίνει ο Ναμπούκο του Βέρντι. Η Λυρική ζητά ενδύτριες για τις παραστάσεις, μια από αυτές είναι και η Ελένη Λάσκαρη που κάνει την πρώτη της σύμβαση με τον οργανισμό διάρκειας μόλις 12 ημερών. «Δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είχα σπουδάσει, ήμουν λογίστρια, άνεργη και σκέφτηκα να πάω για να έχω δουλειά έστω και για λίγο το καλοκαίρι». Η απόφασή της αυτή άλλαξε για πάντα τη ζωή της. Τρεις περίπου δεκαετίες αργότερα, η Ελένη Λάσκαρη, μια από τις πιο παλαιές και έμπειρες ενδύτριες της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μας υποδέχεται στα εργαστήρια των εγκαταστάσεων και μας ξεναγεί στις νέες εγκαταστάσεις για να μας αφηγηθεί μια ζωή άρρηκτα συνδεδεμένη με τον οργανισμό και μια δουλειά για την οποία γνωρίζουμε πολύ λίγα.

«Εμείς αναλαμβάνουμε το βεστιάριο του θεάτρου που έχει όλα τα αξεσουάρ που έχει ένα κοστούμι», μας λέει ανοίγοντας τις πελώριες ντουλάπες. «Πουκάμισα, γραβάτες, κάλτσες, γάντια, παπούτσια, κοσμήματα, που θα πρέπει σύμφωνα με τη μακέτα κάθε ενδυματολόγου και αφού φτιαχτεί το κοστούμι στις μοδίστρες να το συμπληρώσουμε. Ετοιμάζουμε τα κοστούμια σε κάθε καμαρίνι, βοηθάμε τον καλλιτέχνη να το φορέσει. Πριν από αυτό  δειγματίζουμε τα πάντα στον ενδυματολόγο, κάθε λεπτομέρεια για την οποία αποφασίζει, παρακολουθούμε και κρατάμε σημειώσεις στις τεχνικές πρόβες και στη συνέχεια βοηθάμε τον καλλιτέχνη όσο είναι στη σκηνή στις αλλαγές του. Η τελευταία φάση είναι αυτή της συντήρησης. Τα κοστούμια πλένονται, καθαρίζονται, σιδερώνονται, τοποθετούνται στις θέσεις τους μέχρι την επόμενη χρήση».

Θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια προσόντα χρειάζονται για αυτή τη δουλειά που είναι αρκετά πολύπλοκη.
Στην ουσία πρέπει να πιάνει όπως λένε κάπως το χέρι σου, αλλά κυρίως να σου αρέσει αυτό που κάνεις, η τάξη, η συντήρηση. Εγώ θυμάμαι όταν ξεκίνησα, επειδή μου άρεσε αυτή η οργάνωση βρήκα πως η δουλειά είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ποτέ η ίδια. Έτσι αν με ρωτήσει κάποιος σήμερα θα του έλεγα πως με τίποτα και με καμία άλλη δε θα την άλλαζα, ούτε με αυτή που σπούδασα. Ακόμα και αν ξεκίνησα τυχαία, την αγάπησα τη Λυρική σαν δεύτερο σπίτι μου. Ο πιο σοβαρός λόγος είναι πως παρότι δεν έχω κάποια μουσική παιδεία και μόρφωση, λάτρεψα μέσα από τη δουλειά μου την όπερα ξύπνησε μέσα μου ένας άγνωστος κόσμος που δεν μπορώ να σας περιγράψω με λόγια.

Θα μου πείτε τι αισθάνεστε όταν κάθεστε στο παρασκήνιο και ακούτε τους τραγουδιστές;
Θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα την Τόσκα. Ήταν η πρώτη όπερα που άκουσα και συγκινήθηκα αφάνταστα, ακόμα και σήμερα, κάθε φορά που ανεβαίνει η παράσταση, στην άρια του τενόρου, είμαι εκεί στα παρασκήνια και την ακούω. Είναι και αυτός ένας λόγος που δε σκέφτηκα ποτέ να αλλάξω δουλειά, η ποικιλία, ότι κάθε δέκα μέρες υπάρχει κάτι καινούργιο, κάτι μοναδικό όταν το ακούς.

«Το μεγαλύτερο άγχος δεν το έχουν οι ξένοι καλλιτέχνες, αλλά οι Έλληνες»

Μιλήστε μου για τη σχέση σας με τους καλλιτέχνες.
Είμαι από το 1997 υπεύθυνη των πρωταγωνιστών και είναι φυσικό να έχουμε δεθεί με τους καλλιτέχνες όλα αυτά τα χρόνια. Μπορεί να είναι λιγότεροι οι πρωταγωνιστές από τα αντίστοιχα άλλα τμήματα όπως αυτό της χορωδίας αλλά έχεις και μεγαλύτερη ευθύνη γιατί πρέπει να ξέρεις πως θα συμπεριφερθείς στον καθένα. Έχουν μεγάλο άγχος όταν ετοιμάζονται να βγουν στη σκηνή να εκτεθούν και εκεί χρειάζονται εμψύχωση. Εκείνες τις ώρες πριν από την παράσταση πρέπει να τους ακούς και να τους δημιουργήσεις το αίσθημα της ασφάλειας να σε εμπιστευθούν ακόμα και για τα προσωπικά τους.

Μεγαλύτερο άγχος έχουν οι Έλληνες ή οι ξένοι καλλιτέχνες;
Το μεγαλύτερο άγχος δεν το έχουν οι ξένοι καλλιτέχνες, αλλά οι Έλληνες. Θυμάμαι στο Ναμπούκο που είχαμε κάνει επί Λαζαρίδη με τον Λεονούτσι που ήταν πολύ μεγάλο όνομα, όλοι σκεφτόμασταν πώς θα του φανεί η σκηνή που ήταν μικρή, το καμαρίνι που ήταν και αυτό μικρό, αλλά όταν τον γνωρίσαμε μας είπε ότι δεν τον απασχολεί τίποτα, ήρθε μόνο για να τραγουδήσει, αυτό τον ενδιέφερε. Ένας Έλληνας μπορεί να έχει περισσότερο άγχος, δοκιμάζεται, υπάρχει η δεύτερη διανομή που τη νιώθει λίγο ανταγωνιστικά.

Το Ηρώδειο τους κάνει άλλη εντύπωση;
Όχι, το ίδιο άγχος έχουν παντού, ο κόσμος αλλάζει, που είναι πιο πολύς.

Πείτε μου ένα περιστατικό που σας αρέσει να αφηγείστε.
Θα σας πω ένα περιστατικό για τον Στέφανο Λαζαρίδη. Ήρθαν μια φορά οι μοδίστρες να μας πουν ότι το κοστούμι που φορούσε η Μαρία Μητσοπούλου, μια βραδινή τουαλέτα, έχει πρόβλημα. Προσπαθούσαμε όλες να βρούμε πού είναι το πρόβλημα, το κρεμάσαμε, δεν είδαμε τίποτα, το στρώσαμε κάτω βάλαμε καρφίτσες και είδαμε ότι είχε ένα χιλιοστό διαφορά η ραφή του από τη μια μεριά στην άλλη. Κανενός το μάτι δε θα έπεφτε εκεί εκτός από του Στέφανου Λαζαρίδη. Αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ.

Υπάρχουν κοστούμια δύσκολα που επηρεάζουν μια παράσταση;
Δυσκολίες για εμάς υπάρχουν στα μεγάλα έργα. Παλιότερα κυρίως, τα κοστούμια ήταν πολύ βαριά και μέσα στο καλοκαίρι υπέφεραν οι άνθρωποι. Ας πούμε στην Άννα Μπολένα οι κάπες ήταν βαριές όσο ένα χαλί σπιτιού. Δυσκολίες υπάρχουν όταν τα κοστούμια έχουν πολλά κορδόνια, φοριούνται περίπλοκα, παλιότερα τα υλικά ήταν βαριά, ενώ σήμερα με τις παραγωγές που είναι πιο μοντέρνες έχουν αλλάξει και ελαφρύνει και τα υφάσματα. Η τελευταία παράσταση που είχαμε με βαριά κοστούμια ήταν ο Τροβατόρε με αυτά τα βαριά ασήκωτα δερμάτινα παλτό και άλλα με ουρές που είχαν τριάντα κιλά βάρος το καθένα. Καμιά φορά όταν τα βλέπουν και τα νιώθουν διαμαρτύρονται,  είναι καλοκαίρι, έχει σαράντα βαθμούς και μουσκεύουν στον ιδρώτα. Αλλά όταν αρχίζει η παράσταση ξεχνούν οι πάντες τα πάντα. Δουλεύουμε σαν μηχανές. Τα προβλήματα τα ξαναθυμόμαστε όταν σβήσει και το τελευταίο φως.

Δουλεύετε πολύ στενά με τους ενδυματολόγους. Τι έχετε μάθει από αυτούς;
Μαθαίνουμε πολλά πράγματα και πολλά τρικ. Ένα αγαπημένο όλων μας είναι με τη βελόνα γιατί ανά πάσα στιγμή κάποιος μπορεί να ξηλωθεί στη σκηνή και πρέπει να είσαι έτοιμη να διορθώσεις την κατάσταση. Έτσι υπάρχει ένα κόλπο ας πούμε τη γυρνάς γύρω από τη βελόνα και όταν την τραβάς είσαι έτοιμη να ράψεις. Ακόμα και στο ντύσιμο αγαπάμε τα τρικ να διορθώνουμε κάτι, μια παραμάνα, ένα στένεμα, μια διόρθωση από ένα μικρό ατύχημα στη σκηνή που δε θα τη δει κανείς. Ο Σουγκλίδης είναι της λεπτομέρειας το ίδιο και ο Μετζικώφ, κάνουν κοστούμια πλούσια που ακόμα και τώρα τα βλέπουμε στο βεστιάριο λέμε «πέρασαν από χέρια τα κοστούμια αυτά».

Θα μου αποκαλύψετε ποιο είναι το μεγαλύτερο άγχος που έχουν οι πρωταγωνίστριες στη σκηνή σε σχέση με το κοστούμι τους;
Να δείχνουν πιο αδύνατες, ή για να το πω πιο σωστά, να μη τις παχαίνει το κοστούμι. Το έχουν ακόμα και τα κορίτσια του μπαλέτου που είναι αδύνατα. Οι άντρες δεν το έχουν αυτό το άγχος. Θέλουν απλώς το κοστούμι να είναι ωραίο.

Οι πρωταγωνίστριες είναι οι πιο δύσκολες, οι «ντίβες»;
Όχι, αυτό έχει να κάνει με το χαρακτήρα του άλλου. Μπορεί να σε ταλαιπωρήσει οποιοσδήποτε. Η Μπάλτσα που είναι ένας θρύλος στην όπερα, ήθελε ένα κοστούμι να μη την εμποδίσει να νιώθει άνετα στη σκηνή. Ήταν πολύ ευγενική έμπαινε έβγαινε και μας ευχαριστούσε. Μπορεί καμιά φορά, ξέρετε, αυτοί που έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και δεν έχουν πολλές ανασφάλειες να είναι πιο ευγενικοί. Είναι καθαρά θέμα ανθρώπου.

«Από την εποχή του Λαζαρίδη αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε περισσότερο καθαριστήριο»

Η μεγαλύτερη δυσκολία σας στη δουλειά ποια είναι;
Η δουλειά αυτή δε θέλει ιδιαίτερα προσόντα, εννοώ δεν είναι μια δουλειά που σπουδάζεται, αλλά επειδή έρχεσαι σε επαφή με πολύ κόσμο το πρώτο που πρέπει να ξέρεις είναι να μη μεταφέρεις ποτέ προσωπικά σου προβλήματα, να τα ξεχνάς στο σπίτι σου. Θα πρέπει να είσαι ψύχραιμος, να μην κάνεις τους άλλους χειρότερα γιατί έχεις μια πολύ στενή επαφή μαζί τους, πρέπει να τους κάνεις να νιώσουν καλύτερα. Μετά, πρέπει να αγαπάς τη λεπτομέρεια, μια ακρούλα σε ένα ρούχο, ένα τελείωμα, ένα καλοβαμμένο παπούτσι.

Βλέποντας εδώ τις εγκαταστάσεις, η συντήρηση μοιάζει ιδανική. Πότε θυμάστε να έχετε δυσκολευτεί πολύ;
Ξενυχτούσαμε και πλέναμε πιο πολύ στο Ηρώδειο γιατί δεν είχαμε τα απαραίτητα, δεν είχαμε πλυντήρια και πλέναμε στο χέρι πολλά ρούχα. Από την εποχή του Λαζαρίδη αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε περισσότερο καθαριστήριο. Θυμάμαι στην Κάρμεν, τα πουκάμισα ήταν περισσότερα από 25 και καθένας πρωταγωνιστής είχε από τρεις αλλαγές. Τα έπλενα στο χέρι στους νιπτήρες του Ηρωδείου ή τα έπαιρνα στο σπίτι μου με τις πετσέτες και τις φανέλες και έβαζα πλυντήρια στις 2 το πρωί. Μια δύσκολη στιγμή της δουλειάς, είναι στις γρήγορες αλλαγές. Για παράδειγμα στον Καρυοθραύστη κυριολεκτικά δεν παίρνεις ανάσα έχει περισσότερα από 100 κοστούμια, κάθε χορευτής μπορεί να φορέσει τέσσερα και είμαστε  υπ΄ατμόν. Αλλά πέρα από όλα αυτά που είναι πρακτικά, το πιο δύσκολο κομμάτι της δουλειάς είναι να ετοιμάσουμε το καινούργιο έργο. Όταν ετοιμαστεί όλα μπαίνουν στο ρυθμό τους.