Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω κάπως τη Γεωργία Μαυραγάνη με βάση τις δουλειές της -τις οποίες είχα την τύχη να παρακολουθήσω σχεδόν από την αρχή της διαδρομής της- θα έλεγα πως πρόκειται για μια αθόρυβη δύναμη του θεάτρου μας, που προχωράει αργά αλλά σταθερά με απολύτως προσεκτικά βήματα και πολύ προσωπικές επιλογές. Αν πριν δυο χρόνια με το «Από πρώτο χέρι», μια μεστή από άποψη έρευνας και σκηνικής παρουσίασης παράσταση, έκανε το μεγάλο «μπαμ» και μπήκε δυναμικά στο θεατρικό χάρτη, φέτος με τις δύο παραστάσεις της, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού και στο θέατρο Πόρτα αναγκάζει ακόμη και τους πιο δύσπιστους να παραδεχτούν τη σκηνοθετική της δεινότητα.

Η συνάντησή μου μαζί της ήρθε να προσθέσει την απόλαυση της προσωπικής πια επαφής με έναν άνθρωπο που μου άφησε την ίδια αίσθηση με τις παραστάσεις της: η Γεωργία Μαυραγάνη δεν ξέρει μόνο τι θέλει να πει, αλλά κυρίως πώς να το πει. Πώς να μετουσιώσει, στην πραγματικότητα, τα μικρά ή τα μεγάλα σε απολαυστική αφήγηση. Από αυτή την άποψη, η κατάθεση του τελικού κειμένου αποδείχτηκε μάλλον ζόρικη – δεν ήξερα τι να κρατήσω και τι να παραλείψω, κυρίως από τις μικρές λεπτομέρειες· όπως, για παράδειγμα, πως στην οντισιόν για τις «Αναστατώσεις του οικoτρόφου Τέρλες» αυτό που ζήτησε από τους ηθοποιούς ήταν να ετοιμάσουν ένα ποίημα του Καβάφη (γιατί «είναι ένας ποιητής δραματικός, χωρίς καθόλου λυρισμό, πολύ κοντά σαν νοοτροπία στη γραφή του Μούζιλ· περιγράφει δράσεις, γεγονότα»), ή ότι η ίδια παράσταση αποτέλεσε την πραγματοποίηση μιας συνθήκης ακριβώς όπως την είχε σκεφτεί: «Όταν διάβασα το μυθιστόρημα, έπαθα πλάκα. Είπα, “Θα πάω στον Μοσχόπουλο, θα του το πω, θα ξέρει το κείμενο και θα μου πει, ναι, να το κάνεις στο Πόρτα”. Και, πράγματι, έτσι έγινε».

«Οι αναστατώσεις του οικοτρόφου Τέρλες» | Θέατρο Πόρτα | 2 Μαρτίου – 24 Απριλίου 2016

Η Γεωργία Μαυραγάνη γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αγρίνιο, και εκεί φυτεύτηκε ο πρώτος σπόρος που την οδήγησε στο θέατρο, όταν είδε την πρώτη της παράσταση -μαθήτρια ακόμη- από το ΔΗΠΕΘΕ της πόλης. Ήταν τρεις ανδρικοί μονόλογοι σκηνοθετημένοι από τον Σωτήρη Χατζάκη. «Μαγεύτηκα», μου λέει. «Αισθάνθηκα μια συγγένεια με ό,τι γινόταν επί σκηνής. Άρχισα τότε μετά μανίας να βλέπω θέατρο, ανά δύο μήνες ερχόμουν στην Αθήνα και έβλεπα όσο μπορούσα, κι ας μην ήξερα τι να δω». Αρχικά, οι σπουδές της την οδήγησαν αλλού, καθώς φοίτησε στο παιδαγωγικό τμήμα της Πάτρας, όμως δεν έμεινε μακριά από το θέατρο. Εμπλέχτηκε στη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου, μια ομάδα πολύ ενεργητική, που έβγαλε αρκετούς μετέπειτα επαγγελματίες. Ηθοποιός δε θέλησε να γίνει, το μικρόβιο της σκηνοθεσίας, όμως, το κόλλησε εκεί· αφορμή οι «Δούλες» του Ζενέ. «Είχα διαβάσει το έργο και μου είχε αρέσει πάρα πολύ. Όταν το είδα κάπου παιγμένο, είπα “καλέ, εγώ έχω διαβάσει τελείως διαφορετικό έργο!” Ε, και τότε είπα, “ας το κάνουμε!” Χωρίς να ξέρω πώς, όπως εγώ το είχα φανταστεί. Μου πήρε, βέβαια, ένα χρόνο. Και ποιος ξέρει και πώς το έκανα», λέει και γελάει.

«Από πρώτο χέρι», 2014 | Bios Tesla

Τα πράγματα από εκεί και πέρα καταστάλαξαν στις σπουδές θεατρολογίας πια στην Αθήνα, όπου πέραν της ακαδημαϊκής κατάρτισης ήρθε και η δυνατότητα παρακολούθησης όλο και περισσότερων παραστάσεων. Μέσα στην ίδια χρονιά είδε τον «Εθνικό ύμνο» του Μαρμαρινού, το «Καθαροί πια» του Βογιατζή -οχτώ φορές!-, και το «Σκλαβί» του Μοσχόπουλου. «Αυτές οι τρεις τελείως διαφορετικές παραστάσεις λειτούργησαν σαν ένα σοκ για μένα», εξηγεί. Καθοριστικότερη όλων, όμως, στάθηκε αυτή του Μαρμαρινού. «Ήταν η πρώτη παράσταση που είδα και είπα “αυτό θέλω να κάνω”. Με καθόρισε, γιατί δεν πίστευα ως τότε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανείς τη θεατρική φόρμα με τέτοιο τρόπο, για να μιλήσει για οτιδήποτε θέλει. Έτσι, επεδίωξα να δουλέψω με τον Μιχαήλ και, φυσικά, έμαθα πολλά πράγματα. Μου πήρε, μάλιστα, πολύ καιρό να βγάλω τη σκιά του από πάνω μου, να κρατήσω τα πολύτιμα πράγματα που έμαθα, αλλά να βρω το δικό μου τρόπο να κάνω παραστάσεις. Νομίζω πως τα κατάφερα για πρώτη φορά στο “Από πρώτο χέρι”», λέει.

«Η δραματουργία έχει κανόνες που πρέπει να τους σεβαστείς, δεν μπορείς να κάνεις και πάρα πολλές εξυπνάδες»

Για να κάνει μια δουλειά θα πρέπει να την αφορά πολύ, όλες της οι παραστάσεις προέκυψαν από προσωπική ανάγκη. Ίσως γι’ αυτό, αναρωτιέμαι, επιδίδεται σχεδόν αποκλειστικά σε devised παραστάσεις; Ακόμη και τώρα που σκηνοθετεί ένα μυθιστόρημα, αρκετή από τη δραματουργική δουλειά έγινε κατά τη διάρκεια των προβών. Της είναι, λοιπόν, δυσκολότερο να ταυτιστεί με ένα ήδη υπάρχον θεατρικό έργο; «Δεν το αποκλείω», απαντάει· «και, αν και δεν έχει προκύψει ως τώρα, έχω αρχίσει πλέον να νιώθω την ανάγκη. Να κάνω έναν Τσέχωφ, για παράδειγμα. Απλώς δεν έχω δουλέψει πολύ σε αυτό και το φοβάμαι. Η δραματουργία έχει κανόνες που πρέπει να τους σεβαστείς, δεν μπορείς να κάνεις και πάρα πολλές εξυπνάδες. Ας πούμε, αυτό που κάνει ο Δημήτρης [Καραντζάς] το θαυμάζω, που μπορεί και βρίσκει και αναδεικνύει, και μάλιστα με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο, τις συνθήκες που υπάρχουν σε ένα κλασικό κείμενο».

«Οι αναστατώσεις του οικοτρόφου Τέρλες» | Θέατρο Πόρτα | 2 Μαρτίου – 24 Απριλίου 2016

Αντίθετα, τη δουλειά που απαιτούν οι devised παραστάσεις, το χτίσιμο τους δηλαδή εκ του μηδενός γύρω από μια κεντρική ιδέα, αποδεικνύει πως την κατέχει καλά. «Υπάρχει μια κεντρική ιδέα, αλλά όλα τα υπόλοιπα γεννιούνται την ώρα της έρευνας. Στην αρχή ανοίγεις πάρα πολύ τη θεματική· λες, για παράδειγμα, θα κάνω μια παράσταση για τα καπνά, αλλά μπορεί να φτάσεις να ψάχνεις κείμενα για τα όνειρα. Όταν έχεις πια μαζέψει ένα μεγάλο υλικό, τότε αρχίζεις να το κλείνεις, να πετάς. Σίγουρα πρέπει να ξέρεις να πετάς», λέει κάνοντας μια αισθητή παύση. «Από κάποιο σημείο και μετά σταματάω να λέω “α, τι ωραία ιδέα, ας τη βάλω”. Δεν θέλω να κάνω έκθεση ιδεών. Όταν είσαι σκηνοθέτης, είσαι πιο πολύ στην υπηρεσία του θεατή. Πρέπει να πάρει μια γερή γεύση από αυτό που έχεις να μεταφέρεις. Ούτε να τον κουράσεις, ούτε να τον χαϊδέψεις. Το τι θα πετάξεις, επίσης, δεν είναι πάντα λογικό, μπορεί να είναι μουσικό, γιατί κάνει παραφωνία στο ρυθμό. Ο ρυθμός είναι το μεγαλύτερο κλειδί στο devised, επειδή δεν έχεις από πίσω έναν γερό συγγραφέα. Να, η μουσική αντιμετώπιση μιας παράστασης είναι από τα πρώτα πράγματα που έμαθα στον Μιχαήλ», λέει.

«Ο ρυθμός είναι το μεγαλύτερο κλειδί στο devised, επειδή δεν έχεις από πίσω έναν γερό συγγραφέα»

Σημαντικό κομμάτι της δουλειάς της αποτελεί η συνεργασία της με τους εφήβους που συμμετέχουν στα θεατρικά εργαστήρια που οργανώνει η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών· πρόκειται για μια πολύ ζωντανή διαδικασία που μαθαίνει και στην ίδια «απίστευτα πράγματα για το θέατρο», όπως παραδέχεται. Η εφηβεία είναι μια ηλικία που της αρέσει πολύ. «Αισθάνεσαι ότι ο άλλος καίγεται να μιλήσει γι’ αυτό που του συμβαίνει, που δεν ξέρει και τι ακριβώς είναι», εξηγεί. Άλλωστε, και το μυθιστόρημα του Μούζιλ έτσι έπεσε στα χέρια της, ψάχνοντας κείμενα για την εφηβεία. Οι ανήλικοι, γενικά, κατέχουν σημαντικό μερίδιο στη ζωή της, καθώς εξασκεί κανονικά το πρώτο επάγγελμα που σπούδασε, είναι δηλαδή δασκάλα σε δημοτικό σχολείο. Η επαφή της με τα παιδιά φαίνεται πως έχει επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το θέατρο: «Το σχολείο με βοήθησε να έχω έντονη την αίσθηση της βασικής λειτουργίας του θεάτρου, δηλαδή ότι είναι ένα λαϊκό θέαμα, άνθρωποι που απευθύνονται σε ανθρώπους, εδώ και τώρα. Αυτό πολλές φορές μέσα στο ρου των σκηνοθεσιών ξεχνιέται και χάνεται κάτι πολύ ουσιώδες: πως εκείνη την ώρα έχεις ευθύνη. Δεν εκφράζεσαι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά μιλάς για κάτι στον κόσμο. Το θέατρο δεν αφορά μόνο τη δική σου εσωτερική αναζήτηση».

«Το σχολείο με βοήθησε να έχω έντονη την αίσθηση της βασικής λειτουργίας του θεάτρου, δηλαδή ότι είναι ένα λαϊκό θέαμα»

Το γεγονός πως υπάρχει η ασφαλιστική δικλείδα μιας σταθερής δουλειάς στο σχολείο υποθέτω πως έχει συντελέσει κατά πολύ στο γεγονός ότι συγκαταλέγεται στους λίγους, μάλλον, σκηνοθέτες που έχουν την «πολυτέλεια» να κάνουν μόνο δουλειές που επιθυμούν. Αναρωτιέμαι αν θα έμπαινε στη διαδικασία μιας υπερδραστηριότητας, αν δεν είχε το σχολείο, δεδομένων των οικονομικών συνθηκών που χαρακτηρίζουν το επάγγελμα. «Ίσως και να έμπαινα, πράγματι, αλλά νομίζω πως δεν θα μπορούσα, θα το άφηνα. Αν κάτι δεν μου αρέσει πολύ, δεν μπορώ να το κάνω, δεν μπορώ να είμαι διεκπεραιωτική. Στο παρελθόν, έχω αρνηθεί δουλειές που αισθάνομαι ότι δεν με αφορούν», λέει. Σίγουρα, δίνεται πολύ σε ό,τι κάνει. Αλλιώς δεν θα ζητούσε φέτος εξάμηνη άδεια άνευ αποδοχών, καθώς ήθελε να αφοσιωθεί στις δύο παραστάσεις.

Κι, όμως, παρόλο που ως τώρα φαίνεται να έχει λειτουργήσει σε ιδανικές συνθήκες από άποψη προσωπικών επιλογών, η ανασφάλεια είναι κάτι που τη διακρίνει και το επισημαίνει με έμφαση: «Όταν προετοιμάζω μια δουλειά, συνήθως νομίζω ότι θα πάει χάλια. Μου φαίνεται άθλια. Στο λέω και on the record και off the record», τονίζει. «Έχω φτάσει στο σημείο ακόμη και να είμαι έτοιμη να σταματήσω κάποια δουλειά. Σχεδόν σαν να χάνω το κριτήριό μου. Βλέπω μόνο τις ελλείψεις, σαν να μένω περισσότερο στο τι θα μπορούσε να γίνει και να ξεχνάω αυτό που γίνεται τώρα. Όταν πια παρουσιάζεται στον κόσμο, αρχίζω κάπως και συνέρχομαι. Με λίγα λόγια, υποφέρω», λέει και γελάει. «Μάλιστα, με τα χρόνια το συναίσθημα χειροτερεύει· μάλλον έχει να κάνει με το ότι συνειδητοποιείς πως αυτή η τέχνη είναι πολύ πιο πάνω από σένα. Εγώ πρέπει να την ανακαλύψω. Δεν μου χρωστάει το θέατρο, εγώ του χρωστάω», συμπληρώνει.

«Το γήρας – Ένα χορικό», 2016 | Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

Λίγο πριν κλείσουμε, η κουβέντα έρχεται στα πράγματα γύρω μας. Στη στάση της πολιτείας απέναντι στο θέατρο, στα γεγονότα που διαδέχτηκαν τη δική της παράσταση στην Πειραματική του Εθνικού, στο πολιτικό σκηνικό συνολικότερα. Εκεί το κλίμα βαραίνει, οι παύσεις γίνονται μεγαλύτερες. «Από τη μια, δεν φτάνει που το κράτος κόβει τις επιχορηγήσεις, δε σ’ αφήνει να επιβιώσεις ούτε διαφορετικά. Οι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες δεν μπορούν να επιβιώσουν με το νέο φορολογικό καθεστώς. Έτσι, σου στερούν τη δυνατότητα να πειραματιστείς», λέει. «Το “Γήρας”, για παράδειγμα, για δυο μήνες πρόβας και πολύ καλά βγήκε. Και σε καλές συνθήκες μάλιστα, στο Εθνικό. Και του χρόνου, τι; Αν εξαιρέσεις τη Στέγη, όπου ξέρεις πως οι άνθρωποι θα πληρωθούν περίπου αυτά που πρέπει και θα έχεις και ένα χώρο για πρόβα, δεν τα βρίσκεις αλλού. Όσο γι’ αυτό που συνέβη με την “Ισορροπία του Nash” αξίζει να γίνει μια παράσταση θεάτρου του παραλόγου. Να μη σχολιάσω ότι ξεκίνησε μια νέα προσπάθεια στην Πειραματική, και μάλιστα πάνω στο θέατρο ντοκουμέντο, που θα έπαιρνε διαφορετικές μορφές – γιατί αλλιώς το βλέπουν ο Ανέστης [Αζάς] και ο Πρόδρομος [Τσινικόρης], αλλιώς εγώ, αλλιώς η Δημητρακοπούλου-, και αυτή η προσπάθεια ήρθε και έγινε πεδίο πολιτικής παρέμβασης».

«Οι αναστατώσεις του οικοτρόφου Τέρλες» | Θέατρο Πόρτα | 2 Μαρτίου – 24 Απριλίου 2016

Ζητάω την άποψή της και για την πολιτική σκηνή, και είναι ίσως η μόνη στιγμή ως τότε που εκφράζεται με τέτοια ένταση. «Φοβάμαι ιδιαιτέρως την ακροδεξιά, όχι μόνο την άνοδό της, αλλά και τον τρόπο που χρησιμοποιείται, που ξεπλένει πράγματα. Κυρίως με ενοχλεί που ακούω συνεχώς κοινοτοπίες και politically correct απόψεις, δηλαδή σαν να είναι ταχτοποιημένα τα πράγματα. Όχι θυμικές τοποθετήσεις, τακτοποιημένες, σαν να παπαγαλίζονται απόψεις. Σαν να έχουν όλοι άποψη για τα πράγματα χωρίς να τοποθετούνται οι ίδιοι συναισθηματικά, να εμπλέκονται. Τουιτάρεις την αποψούλα σου και τελείωσε. Δες, για παράδειγμα, αυτά που ακούω για την παράσταση του “Τέρλες”. Εκνευρίζομαι όταν μου λένε “η παράσταση μιλάει για το bullying”. Κατ’ αρχήν, με εκνευρίζει η λέξη bullying. Κι έπειτα, όχι. Όχι, επειδή θέλεις να το βάλεις εσύ σε ένα κουτάκι. Μιλάει για τα πάντα, για πράγματα που σου συμβαίνουν στην εφηβεία, για την καταπιεσμένη επιθυμία, για την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, για το συντηρητισμό, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Δεν μιλάει για το bullying σκέτα. Όταν βάζεις τα πράγματα σ’ ένα κουτάκι είναι σαν να λες, “α ωραία, είναι αυτό”. Βάζουμε τα πράγματα σε κουτάκια για να τα “ελέγχουμε”».

Info παράστασης: «Οι αναστατώσεις του οικοτρόφου Τέρλες» σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη | 10 Οκτωβρίου – 8 Νοεμβρίου 2016 | Δευτέρα & Τρίτη, στις 21:15 | Είσοδος 8 – 15€ | Θέατρο Πόρτα