Ο Καρίμ Αμελάλ είναι 39 ετών. Ο γαλλοαλγερινός συγγραφέας διδάσκει από το 2005 στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού. Το βιβλίο του «Μπλε άσπρο μαύρο», είναι ένα μυθιστόρημα που αναπτύσσεται στο Παρίσι της κυριαρχίας του πολιτικού σχηματισμού της ακροδεξιάς Μιρέιγ Λεφέκ. Δε χρειάζονται πολλά για να καταλάβει ο αναγνώστης ότι πρόκειται για την Μαρίν Λεπέν και ότι η μυθοπλασία του Αμελάλ είναι η σκοτεινή περιγραφή ενός πολύ κοντινού, ίσως, μέλλοντος.

Ξεκίνησε, όπως είπε ο ίδιος, να γράφει το βιβλίο του αντικαθιστώντας το κόκκινο του χρώματος της γαλλικής σημαίας σε μαύρο (το χρώμα του Εθνικού μετώπου και συνώνυμο της βίας, του ρατσισμού και του εθνικισμού) λίγες μέρες μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι το χειμώνα του 2015, την ίδια περίοδο που ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ «υιοθετούσε» μια ιδέα της ακροδεξιάς, την έκπτωση από την υπηκοότητα, κάτι που αφορά όλους όσοι έχουν διπλή υπηκοότητα και εμπλέκονται ή κατηγορούνται για ανάμειξη σε τρομοκρατικές ενέργειες. Καθώς η κατασκευή των κατηγορητηρίων σε καθεστώτα όπως αυτό που ονειρεύεται η Λεπέν είναι εύκολη, για τον συγγραφέα, αλλά και για τον αφηγητή του βιβλίου, αυτό είναι το σημείο μηδέν από το οποίο ξεκινά την αφήγηση της ιστορίας του.

Η αστυνομία κοντά στο La Belle Equipe

Η αστυνομία κοντά στο La Belle Equipe

Ο ήρωας είναι αλγερινής καταγωγής, ζει στο κέντρο του Παρισιού, έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια το συγκρότημα των εργατικών πολυκατοικιών στα προάστια, που του φαίνεται πια σαν την άκρη του κόσμου, επισκέπτεται τους γονείς και την αδερφή του όσο πιο αραιά μπορεί. Κατά βάθος ντρέπεται για το αίσθημα ανωτερότητας που νιώθει πια, οι επισκέψεις του συνοδεύονται από τύψεις και η Γαλλίδα σύντροφός του δεν έχει φτάσει ποτέ μαζί του μέχρι εκεί. Δεν είναι ανάγκη να είσαι αλγερινός για να νιώθεις έτσι. Ειδικά σε εποχές ευμάρειας, πολλοί έχουν διστάσει να περάσουν το ποτάμι που τους ενώνει και τους χωρίζει με το πατρικό τους.

Ο ήρωάς μας είναι ένα παιδί της εποχής του. Είναι ακόμα «επισήμως καλά». Έχει κορίτσι, μια νεαρή, βυθισμένη στην πανεπιστημιακή της καριέρα που δε δίνει καμία σημασία στο παρόν, που ζει σε ένα συμπαντικό χρόνο και είναι παιδί μιας καλά τακτοποιημένης δεξιάς οικογένειας της γαλλικής ενδοχώρας, από αστούς της επαρχίας, όπως τους αποκαλούσαν παλιότερα, μια γυναίκα που ανήκει στην αιθέρια και ρομαντική Αριστερά των ουτοπιών και των συναισθημάτων. Ο ήρωάς μας δουλεύει στο σκληρό κόσμο των χρηματοπιστωτικών αλλαγών, σε έναν κόσμο που θεωρείται προτέρημα η απουσία συναισθήματος και μέχρι τώρα τα έχει καταφέρει πολύ καλά. Μέχρι τώρα. Γιατί όπως λέει στις πρώτες σειρές του βιβλίου, «δε διάβασε τα προειδοποιητικά σημάδια μιας καταστροφής», γιατί όπως όλοι οι άνθρωποι του Δυτικού κόσμου, αλλοτριωμένοι στην πολύ γεμάτη καθημερινότητά τους, σπάνια έχουν την ευκαιρία να δουν την προφητεία ή να απομακρυνθούν από τη σκακιέρα για να δουν σε κάτοψη, από μακριά, όλο το παιχνίδι.

Ο αφηγητής το λέει καθαρά για τον εαυτό του, μιλώντας σαν μέσος Γάλλος, γιατί ο Αμελάλ έγραψε ένα βιβλίο για τους Γάλλους και για όσους έχουν αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα με απάθεια, αδιαφορία και λίγο «σνομπισμό» την άνοδο της ακροδεξιάς. Και εδώ δεν είναι επίσης ανάγκη να είσαι Γάλλος για να νιώθεις έτσι. Δίπλα μας υπάρχουν άνθρωποι που δεν κατάλαβαν ακόμα τη δύναμη της Χρυσής Αυγής και αρνούνται να δουν, να εξετάσουν και να κατανοήσουν κάθε ενδεχόμενο ανάπτυξής της. Το ακροατήριο δίπλα μου αρνείται να δει ή χειρότερα, κανονικοποιείται.

Σε μια προηγούμενη ανάρτησή μου για το βιβλίο, το πρώτο σχόλιο -που άφησα εκεί για να το βλέπω ως δική μου υπενθύμιση- ήταν «μακάρι να βγει η Λεπέν, να δώσει ένα μάθημα στην Ευρώπη της οικονομικής κρίσης» και ο άνθρωπος, η γυναίκα που το έγραψε, δεν έχει διανοηθεί να ψηφίσει Χρυσή Αυγή, ανήκει στη μεσαία τάξη και είναι μορφωμένη. Αλλά στη Γαλλία θα ψήφιζε Μαρίν Λεπέν, αν καταλάβατε τι εννοώ. Εδώ σωζόμαστε μάλλον, γιατί έχουμε την πιο brutale εκδοχή των ακροδεξιών. Ευτυχώς.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία, στη χώρα που υπερασπίζεται μέχρι σήμερα την ελευθερία, τη διαφορετικότητα, την πολιτισμική ποικιλομορφία, την ευρύτητα του πνεύματος και την τόλμη στην τέχνη, τα σημάδια είναι ορατά εδώ και πολύ καιρό. Ο κόσμος εκτονώνει τη δυσφορία του και την απογοήτευση που του προσφέρει το πολιτικό προσωπικό της χώρας του επιτιθέμενο σε ό,τι του φαίνεται λίγο πιο ξένο, παράξενο, μυρίζεται συνωμοσίες, διασπάθιση του δημόσιου χρήματος προς χάριν άχρηστων πραγμάτων -όπως για παράδειγμα για την καλλιτεχνική παραγωγή- και για να μιλήσουμε λίγο και για το δικό μου ρεπορτάζ, το πολιτιστικό, η Γαλλία, η οποία μπορεί να μην παρήγαγε τα τελευταία χρόνια ό,τι πιο προοδευτικό στην τέχνη, ήταν η χώρα που αποδεχόταν και υποδεχόταν με ανοιχτές αγκάλες τους προοδευτικούς και πρωτοπόρους καλλιτέχνες όλου του κόσμου. Όχι μόνο στο Παρίσι, αλλά σε δημιουργημένα από την εποχή του Μιτεράν κοσμοπολίτικα πολιτιστικά κέντρα όλης της χώρας. Αυτός ο πολιτισμός σβήνει αργά και διακριτικά, μερικές φορές στο πιο πρόσφατο παρελθόν, πιο εκκωφαντικά και βίαια. Οι ακροδεξιοί ασχολούμενοι με την τέχνη έχουν μπει δυναμικά στο δημόσιο διάλογο, με απόψεις που πριν από δέκα χρόνια δεν θα έκαναν ούτε για ανέκδοτο. Για κάποιο λόγο που γνωρίζουμε και δε θέλουμε να δούμε καθαρά, κερδίζουν έδαφος και γίνονται όλο και περισσότερο αποδεκτές από μεγάλες μερίδες κοινού. Όπως ακριβώς περιγράφει ο Αμελάλ τη διείσδυση των ακροδεξιών ιδεών σε πολλά και διαφορετικά στρώματα της γαλλικής κοινωνίας.

Μαρίν Λεπέν

Το ότι κάτω από την πίεση και τις διώξεις που ασκεί το κατ΄ουσίαν φασιστικό, ο ήρωας του βιβλίου αρχίζει να αναζητά όχι μόνο τις θεμελιώδεις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας, αλλά επιστρέφει και σε μια αναζήτηση εσωτερική για τα ζητήματα της ταυτότητάς του, είναι ένα σημάδι των καιρών μας. Ο συγγραφέας το χρησιμοποιεί σαν αφυπνιστική προφητεία, για τον ανακουφιστικό, σε πολλά στρώματα της κοινωνίας σήμερα, λαϊκισμό, που μετατρέπεται πολύ γρήγορα σε εφιάλτη. Ο φασισμός που έχει φτάσει στην πόρτα του, είναι αυτός που θα τον κάνει να κλονιστεί και να αποφασίσει να αντισταθεί, εγκαταλείποντας τη βολική και λίγο υπεροπτική ουδετερότητά του.

Υπάρχει μια σκηνή στην αρχή του βιβλίου, ένα σημάδι για μένα του πώς όλα όσα πολύ θεωρητικά απολαμβάνουμε να λέμε, καταρρέουν μέσα σε μια τρομακτική καθημερινότητα. Μια συνάδελφος του αφηγητή στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που εργάζεται, ένα πρωινό, πολύ ταραγμένη, του περιγράφει τη χθεσινοβραδινή νύχτα της. Είχε πάει με τις φίλες της σε ένα μπαρ κοντά στην πλατεία της Βαστίλης. Κατέβαζαν ήσυχα τα μοχίτο τους, όταν τις πλησίασε ένα όμορφος, συμπαθητικός νεαρός. Η Λουίζ άρχισε να σκέφτεται «γιατί όχι;» και μετά από πολλά ποτά κατέληξαν σπίτι της. Κοιμήθηκαν μαζί και εκείνος έφυγε χωρίς να πει λέξη. Το πρωί που συνειδητοποίησε ότι μάλλον ήταν Άραβας, αισθάνθηκε ντροπή, αισθάνθηκε βιασμένη που είχε πάει με έναν τέτοιο τύπο. «Από έναν μουσουλμάνο» μουρμούρισε κατάχλομη. «Δεν ξέρω αν ήταν μουσουλμάνος, πάντως έμοιαζε με Άραβα». Ο οποίος θα μπορούσε να την έχει σκοτώσει ή να της έχει κάνει φριχτά πράγματα, σύμφωνα με την εκδοχή της «επόμενης μέρας». Το ότι το μόνο που είχε κάνει ήταν το να κοιμηθεί μαζί της, δεν είχε πια σημασία. Είναι σχεδόν το ίδιο με το να αλλάζεις πεζοδρόμιο κάθε φορά που έρχεται προς τη μεριά σου ένας μελαχροινός με μούσια, γιατί όλα μπορεί να συμβούν.

Φοβάσαι; είχα ρωτήσει τη φίλη μου στις Βρυξέλλες, τρεις μέρες μετά την επίθεση στο αεροδρόμιο της πόλης. Περπατούσαμε μόνες για να μπορέσουμε να μιλήσουμε, -το παραλείπαμε για ώρες πριν-, στη σχεδόν τρομακτικά έρημη πλατεία Sainte Catherine.

Πρέπει να επανεξετάσω τη δική μου ταυτότητα, μου είπε. Ήταν η πιο έντιμη, έγκαιρη ομολογία που έχω ακούσει από κάποιον τα τελευταία χρόνια.

Είναι και η ομολογία του ήρωα – αφηγητή του βιβλίου του Αμελάλ. Μια επανεξέταση που ακόμα και αν γίνει σήμερα, μας βρίσκει στα πορώδη και μαλακά όρια ενός πολύ δυστοπικού μέλλοντος.

 

Info:

Το βιβλίο του Καρίμ Αμελάλ «Μπλε-Άσπρο-Μαύρο», σε μετάφραση Μιχάλη Μητσού, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.