Είδα την εγκατάσταση “Sanctuary” του Μπρετ Μπέιλι, στο πλαίσιο του Fast Forward Festival 4, στα press previews. Μιλώντας για τα press previews θα ήθελα να σημειώσω ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο και θα είχε νόημα -λέω καμιά φορά- να ρωτά ο καλλιτέχνης, αν θέλει, τους δημοσιογράφους. Ειλικρινά, οι παρατηρήσεις που άκουσα από τους συναδέλφους μου ήταν πολύ διαφωτιστικές. Μου έκανε λοιπόν εντύπωση, επειδή ο καλλιτέχνης, οι υπεύθυνοι κι οι επιμελητές ήταν εκεί, στο πρώτο δωμάτιο της εγκατάστασης, το ότι ούτε καν ρώτησαν τη γνώμη μας, μια κουβέντα, πώς μας φάνηκε. Το λέω γιατί σε πολλά press previews πάντα οι επιμελητές ρωτούν. Εκεί, σιωπή.

Σκέφτηκα πολύ πριν γράψω αυτό το κείμενο και μίλησα με αρκετούς ανθρώπους που είδαν το “Sanctuary (Ιερό). Με ενδιέφερε, στη συζήτηση που έχει ανοίξει για το προσφυγικό το φετινό Fast Forward Festival και πέρα από την οποιαδήποτε καλλιτεχνική του αξία, αν το έργο του Μπέιλι τούς δημιούργησε συναισθηματική ένταση ή αντίδραση, αν υπήρχε ένα βαθύτερο νόημα πέραν του προφανούς, στην πολλά υποσχόμενη «σουρεαλιστική» περιήγηση στο λαβύρινθο του Μινώταυρου, όπως γράφει η παρουσίαση του έργου.

«Σουρεαλιστική» θεωρείται φαντάζομαι η αντίστιξη με το υπόλοιπο έργο και τις εικόνες των προσφύγων κυρίως, της πρώτης και της τελευταίας σκηνής, με την εικόνα των ειρηνικών και τουριστικών περιοχών της Ευρώπης, των πολυφωτογραφημένων ψαράδικων χωριών της Ιταλίας και της πύλης του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο, του ηλιόλουστου Παρθενώνα και των ερειπίων της βιβλιοθήκης του Αδριανού στο Μοναστηράκι. Θα μπορούσε να είναι σουρεαλιστική αν δεν ήταν τόσο κλισέ. Μπορεί όντως να υπάρχει μια ήσυχη Ευρώπη σε κάποια χωριά της Ελβετίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, ακόμα και της Ελλάδας, αλλά στην Ελλάδα, ακόμα και στο πιο μακρινό χωριό, στο πιο δυσπρόσιτο, με εντελώς απρόβλεπτο τρόπο έχουν φτάσει πρόσφυγες.

Μπρετ Μπέιλι / Sanctuary: Καρτ ποστάλ από το προσφυγικό

Η πολιτική και κοινωνική αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει ήσυχη Ευρώπη. Η ανασφάλεια των κατοίκων, ακόμα και σε μικρές πόλεις, εκδηλώνεται με συμπτώματα ξενοφοβίας, με την αύξηση των ποσοστών της ακροδεξιάς σε κάθε χώρα, πρώτα απ’ όλα, με ρατσιστικά επεισόδια, με αναταραχή στα σύνορα. Όλα αυτά συγκροτούν ένα μέρος της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Καμιά φορά ζώντας στο κέντρο ενός κυκλώνα μπορεί να μη συνειδητοποιούμε πόσο βαθιά βρισκόμαστε στην καρδιά της ιστορίας. Σε δέκα χρόνια μπορεί τα σχολικά βιβλία να γράφουν για το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015 και τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που επιχειρούσαν να περάσουν στην Ευρώπη, που είδε για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της τα πορώδη σύνορά της να μετατρέπονται σε συρμάτινα. Δεν υπάρχει ανέμελος πολίτης στην Ευρώπη πια. Όλοι ξέρουμε ότι αν στραφούμε προς τα πίσω βλέπουμε τα ερείπιά μας. Και χιλιάδες νεκρούς.

«Οι ευτυχισμένες εποχές κατά τις οποίες βαριεστημένες κυρίες και κύριοι της καλής κοινωνίας συζητούσαν για τις χαριτωμένες αταξίες των παιδικών τους χρόνων, έχουν παρέλθει. Δεν θέλουν πια ιστορίες με φαντάσματα· οι πραγματικές εμπειρίες, τους κάνουν να ανατριχιάσουν», έγραφε η Χάνα Άρεντ στο «Εμείς οι πρόσφυγες». Ακριβώς έτσι.

Μιλώντας για εμάς τους Έλληνες, θέλω να τονίσω ότι είμαστε ίσως από τους πιο «υποψιασμένους» Ευρωπαίους. Το γράφω με μεγάλη βεβαιότητα και για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Καθώς εμείς υπήρξαμε μια κύρια είσοδος προς την Ευρώπη των προσφυγικών ροών, όχι μόνο τα δυο τελευταία χρόνια, αλλά και νωρίτερα, η βίαιη μετακίνηση πληθυσμών έχει καταγραφεί βαθιά και αλησμόνητα μέσα μας. Οι εικόνες μάς έχουν κάνει να σοκαριστούμε ξανά και ξανά. Η κόλαση έγινε κάτι πολύ αληθινό, είχε μορφή, σχήμα, όνομα. Η κόλαση ήταν εκεί στην Πύλη Ε1 του Πειραιά, το Φεβρουάριο του 2016, μια νύχτα που κουβαλούσαμε όλα τα Tobrex, Otrivin,  Zovirax και Mucosolvan που είχαμε βρει στα φαρμακεία, δίπλα στην εγκατάσταση που έχει στήσει σήμερα ο Μπέιλι. Στο λιμάνι από το οποίο πέρασαν και φιλοξένησε 6.000 πρόσφυγες τον 21ο αιώνα και ήταν σαν μια μικρογραφία του 1922, όταν στο ίδιο, μικρότερο τότε λιμάνι, έφτασαν 40.000 άνθρωποι από τη Μικρασία.

Μήπως ήρθε η ώρα να εξετάσουμε σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για την ιστορία του προσφυγικού;

Δεν είναι ανάγκη να έχεις τόσο κοντινή επαφή, να είσαι ακτιβιστής ή δημοσιογράφος ή ερευνητής για να έχεις μια σχεδόν πλήρη εικόνα. Δεν είναι ανάγκη να είσαι στο γραφείο σου και να έρχονται κάθε πρωί, κάθε μέρα, τα δελτία τύπου με τις προσφυγικές ροές και αυτούς που δεν τα κατάφεραν, για να συνειδητοποιήσεις ότι η Μεσόγειος είναι ένας απέραντος τάφος. Εμείς οι Έλληνες, φιλόξενοι και ρατσιστές, φιλότιμοι και γάιδαροι, εκμεταλλευτές και συμπονετικοί, έχουμε ζήσει όλο το έργο του προσφυγικού σε ένα απίθανα κοντινό πλάνο με ένα απότομο και σοκαριστικό ζουμ στο πρόσωπό μας, στην αντίδρασή μας. Για μήνες, χρόνια πια, μέχρι σήμερα, όλα τα μέσα ήταν και είναι γεμάτα συγκλονιστικές φωτογραφίες, καθώς η φωτογραφία, το φωτορεπορτάζ, έχει ξεπεράσει κάθε τέχνη, είναι τέχνη, το οπτικό ντοκουμέντο που μας έχει παραδοθεί και έχει εκτεθεί αφήνει πολύ λίγα περιθώρια στο να ξεπεραστεί από άλλο καλλιτεχνικό έργο. Για να συμβεί αυτό, νομίζω ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να ξεπεράσει τη συναρπαστική και καθηλωτική, από όλες τις απόψεις, ρεαλιστική εικόνα, δημιουργώντας μια ισχυρή αλληγορία με δραματουργικό βάθος.

Πιθανώς το έργο του Μπρετ Μπέιλι να δημιουργούσε μια άλλη εντύπωση σε Γάλλους ή Γερμανούς, σε μένα φάνηκε ισχνό, σαν καρτ ποστάλ. Ίσως γιατί είμαι Ελληνίδα, γιατί έχω δει και ακούσει ιστορίες πολύ σκληρές, γιατί οι πρόσφυγες περπατάνε μαζί μου στην Ομόνοια και εκεί γύρω τις νύχτες, γιατί είδα τα σωσίβια και τις μωρουδιακές πάνες να επιπλέουν δίπλα μου στις διακοπές, γιατί είδα την αληθινή εικόνα στο Ελληνικό, στην πλατεία Βικτωρίας και στους ξενώνες και στο ίδιο το λιμάνι. Γιατί, όπως μου είχε πει ο κορυφαίος ερευνητής δημοσιογράφος και φωτορεπόρτερ, Δημήτρης Μπούρας: «είδα τις τρομερές, τις απίστευτες δυσκολίες που βάζουμε οι Ευρωπαίοι, για να αντιμετωπίσουμε ένα ρεύμα που δεν αντιμετωπίζεται. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να μετακινούνται ακόμα και με δέκα μποφόρ. Πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν στην Ευρώπη».

Ο Μπρετ Μπέιλι στήνει ένα σκηνικό. Όπως όλοι οι καλλιτέχνες της εποχής μας που θέλουν να μιλήσουν για το θέμα που κάνει «τζιζ». Το λέω «τζιζ», γιατί είναι σαν να βάζει ένα πεντάχρονο το χέρι στην πρίζα. Αλλά μήπως ήρθε η ώρα να εξετάσουμε σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για την ιστορία του προσφυγικού; Μήπως είμαστε απλώς η παρένθεση ή το εύθραυστο κέλυφός της όταν το κάνουμε τέχνη; Μήπως μας λείπει το νεύρο των καιρών; Ειδικά όταν το ίδιο το εν εξελίξει γεγονός καίει πολύ περισσότερο από την ίδια την τέχνη. Τι είδαμε στην εγκατάσταση του Μπέιλι; Έναν νεαρό (που δεν καταλάβαμε τι έλεγε γιατί μιλούσε γερμανικά) μπροστά σε ένα τζαμί, ο νεοναζί, αντί να ετοιμάζει την επίθεσή του σε μια συναγωγή, την ετοιμάζει για τους μουσουλμάνους, μια γυναίκα δίπλα σε ένα Μινώταυρο του Πικάσο, -σύμβολο της μυθικής εξουσίας, αλλά και της ανικανότητας και της θνητότητας- σε μια κόκκινη βιτρίνα κάποιας ευρωπαϊκής χώρας, μια ηλικιωμένη που πλέκει ενώ βλέπει στην τηλεόραση τη Μαρίν Λεπέν, λέγοντάς της «υπολογίζω σε σένα», έναν μετανάστη μπροστά σε μια εικόνα του στρατοπέδου του Καλαί, της γνωστής ζούγκλας (κι εκεί δεν καταλάβαμε τι έλεγε, μιλούσε αραβικά; Θα σας γελάσω). Οι οκτώ συνολικά εικόνες, στις οποίες μου έκανε εντύπωση η πολύ αδύναμη δραματουργία, ήταν απλοϊκές. Αλήθεια απογοητεύτηκα. Γιατί το έκανε σε ένα μέρος που έχει μνήμη, αποτύπωμα, εκεί που στήθηκε μια καλή παραγωγή, αλλά ούτε για μια στιγμή ο επισκέπτης δεν αισθανόταν παρά περιπατητής της. Λυπάμαι που ήταν ένα θέαμα εσωστρεφές, ή δεν κατάφερε να συνδεθεί με εμάς, δεν είδα κανέναν δίπλα μου να ακινητοποιείται ή να ξαφνιάζεται, να τεντώνει το λαιμό του να δει ή να ακούσει. Τη χαλαρή επαφή μας με το έργο τη φανέρωνε σε όλη τη διάρκεια η γλώσσα του σώματος των υπόλοιπων θεατών, το βλέμμα τους, αυτό το παρατηρούμε πολύ εμείς οι δημοσιογράφοι, αυτό που έβλεπαν ήταν απλώς εικόνες, κάποιες στιγμές και αφελείς, σε πρώτο-πρώτο επίπεδο.

Αναρωτήθηκα σε όλη τη διάρκεια της περιήγησής μου στα «δωμάτια του λαβύρινθου», γνωρίζοντας ότι ο Μπρετ Μπέιλι ερεύνησε την ιστορία του επί ένα χρόνο, τι είδους ιστορίες άκουσε, γιατί από αυτές που είδα δεν μπορούσα να βγάλω συμπέρασμα. Θα πω εδώ παρενθετικά, ότι ο καλλιτέχνης που κάνει με ένα τρόπο ντοκουμέντο στη δημιουργία του, πρέπει να μιλήσει με δημοσιογράφους που καλύπτουν ή γνωρίζουν το προσφυγικό, είναι ο μόνος δρόμος να οδηγηθεί σε μια άλλη διαλεκτική. Και σε καμία περίπτωση δεν έφτανε σε πρώτο πλάνο μέσω του έργου το ζήτημα της οικίας ή της κατοίκησης. Καθώς αυτό είναι επίσης ένα «επείγον ζήτημα» (Η Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης επίσης το έχει αναγγείλει ως κεντρικό της θέμα από το περασμένο φθινόπωρο) έπεφτε σε ένα δεύτερο, υποφωτισμένο πλάνο.

Διάβασα χθες το βράδυ ότι 5.000 μετανάστες πνίγηκαν στη Μεσόγειο το 2016 και ήδη 1.300 μέσα στο 2017. Όσο και αν συνηθίζεις την πραγματικότητα, όσο και αν ξεχνάς για να επιβιώσεις και εσύ, αυτή η μια μόνη φράση, στέκει σκάλες ψηλότερα από ένα καλλιτεχνικό έργο που παραθέτει εικόνες. Γιατί στο έργο του Μπέιλι μου έλειπε, η ορμή, το πάθος και ο στόχος του καλλιτέχνη.