starΗ βαριά βιομηχανία τoυ αθλητισμού ποντάρει ολοένα και περισσότερο στην νον στοπ προσφορά πάσης φύσεως αθλητικών θεαμάτων. Τα αθλητικά γεγονότα πρέπει να διαδραματίζονται νον στοπ, τα χρήματα πρέπει να κινούνται και να αυγατίζουν συνεχώς, πολύ περισσότερο αν βάλεις μέσα και την παράμετρο του τζόγου και των τεράστιων ποσών που ποντάρονται στα σπορ.

Ίσως λοιπόν αν δεν υπήρχαν ως τώρα μουντιάλ και  ξεκινούσαν τώρα να διεξάγονταν ανά διετία. Ευτυχώς ξεκίνησαν πολύ παλιότερα. Λέω ευτυχώς, γιατί με το που θα προσπαθήσουμε να το φανταστούμε, μπορούμε ίσως να καταλάβουμε αμέσως πόσο μεγάλη διαφορά κάνει το ότι διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια. Η τετραετία εξασφαλίζει μια τέτοια απόσταση μεταξύ τους, ώστε να καθιστά το κάθε μουντιάλ σημαντικό, ορόσημο, ώστε να καθιστά τα μουντιάλ μια ιδιότυπη μονάδα μέτρησης του χρόνου. Αν είσαι ποδοσφαιρόφιλος, μπορεί να μη θυμάσαι ποιος κέρδισε το 2010 και το 2006 το Champions League, αποκλείεται όμως να μην θυμάσαι ποιος κέρδισε το 2010 και το 2006 το μουντιάλ.

Το πρώτο βασικό χαρακτηριστικό λοιπόν των μουντιάλ είναι ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσά τους: η σπάνη, η έλλειψη, η προσμονή και συνεπεία αυτών το βάρος που έχουν όταν διεξάγονται. Και οι Ολυμπιακοί Αγώνες διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά η διαφορά τους με τα μουντιάλ έχει λιγότερο να κάνει με το ότι το ποδόσφαιρο είναι «ο βασιλιάς των σπορ» και περισσότερο με το ότι στις Ολυμπιάδες κυριαρχεί η πολυδιάσπαση. Αν σε κάθε μέρα των Ολυμπιακών αγώνων δίνονται λίγες δεκάδες μετάλλια, η κάθε μικρή χώρα μπορεί να συγκινηθεί για τον αθλητή ή την αθλήτριά της που πήρε ένα χάλκινο, αλλά είναι πιθανό αυτό να το μάθουν μόνο οι κάτοικοι της χώρας και οι φανατικοί του συγκεκριμένου αθλήματος. Στα μουντιάλ το παγκόσμιο ενδιαφέρον είναι ταυτόχρονα και ένα στοχοπροσηλωμένο ενδιαφέρον: όλοι θα δουν τους ίδιους αγώνες, ενός συγκεκριμένου τουρνουά, που θα έχει στο τέλος έναν και μόνο νικητή.

Ένα δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό είναι πως υπάρχει ένας πολύ σημαντικός αστερίσκος ως προς την παγκόσμια διάσταση του ενδιαφέροντος. Είναι τόσο καταλυτική η ηγεμονία των ΗΠΑ σε επίπεδο παραγωγής θεαμάτων, τα οποία καταναλώνει ο υπόλοιπος πλανήτης, κι όμως σε επίπεδο αθλητικών θεαμάτων, ο υπόλοιπος πλανήτης εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να τραβά διαφορετικό δρόμο από τις ΗΠΑ. Με τα μουντιάλ, είναι σαν ο υπόλοιπος πλανήτης να κάνει το δικό του: το ποδόσφαιρο αγαπάμε, αυτό μας συνεγείρει, αυτό θέλουμε να δούμε, αυτό θα μας καθηλώσει στις οθόνες.

Το τρίτο βασικό χαρακτηριστικό είναι πώς φέρνει μεν αντιμέτωπες χώρες από όλο τον πλανήτη, αλλά αν είναι να μιλήσουμε για τις ελπίδες κατάκτησής του, παραμένει σύγκρουση δυο κόσμων: Ευρώπη εναντίον Λατινικής Αμερικής και για την ακρίβεια η ποδοσφαιρική ελίτ των Ευρωπαϊκών χωρών εναντίον Βραζιλίας και Αργεντινής. Αν όμως το Champions League έχει γίνει μια διοργάνωση όπου μέσω των εσόδων του, τις τελευταίες δεκαετίες οι πλούσιοι και ισχυροί γίνονται ολοένα και πλουσιότεροι και ισχυρότεροι, εδώ υπάρχει μια άλλου είδους κατανομή. Και το γεγονός ότι το κέντρο τής μιας από τις δύο ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις είναι η Λατινική Αμερική, εξακολουθεί να προσδίδει στη διοργάνωση έναν αέρα ρομαντισμού.

«H συμμετοχή είναι μια καταξίωση, είναι το βγαίνω στη σκηνή ενώπιον του παγκόσμιου κοινού, δείτε με»

Αν η παγκοσμιοποίηση του ποδοσφαίρου σημαίνει ότι μπορεί να είσαι κυρίως Ρεάλ ή Μπαρτσελόνα ή Λίβερπουλ και δευτερευόντως μια ομάδα της χώρας σου, τα μουντιάλ, ακόμη κι αν και σε αυτά «είσαι» με την Ιταλία ή την Αργεντινή ή την όποια χώρα, παραμένουν μια παρέλαση πολλών και διαφορετικών χωρών, μεγαλύτερων και μικρότερων, φτωχότερων και πλουσιότερων, παραμένουν ένα φεστιβάλ εκπροσώπησης εθνικών ταυτοτήτων. Και αν για τις ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις το ζητούμενο είναι η κατάκτηση του κυπέλλου, για όλες τις άλλες χώρες ήδη η συμμετοχή είναι μια καταξίωση, είναι το βγαίνω στη σκηνή ενώπιον του παγκόσμιου κοινού, δείτε με, αυτά τα χρώματα έχει η φανέλα μας, έτσι τραγουδάνε οι οπαδοί μας στις εξέδρες, αυτή την μπάλα προσπαθώ να παίξω, έρχομαι να διεκδικήσω το δικαίωμα στο όνειρο μιας μεγάλης νίκης, μιας μεγάλης πρόκρισης στον επόμενο γύρο.

Στο προηγούμενο μουντιάλ της Βραζιλίας, οι πολιτικές αντιδράσεις είχαν να κάνουν με τις δυο Βραζιλίες μέσα στη μία, με τις φαβέλες, με τα ποσά που ξοδεύτηκαν για τη διοργάνωση κλπ. Δεν ξέρω πόσοι τις θυμούνται σήμερα. Προ μηνών ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών έκανε μια γραφική κι ανατριχιαστική σύγκριση της Ρωσίας του Πούτιν με τη ναζιστική Γερμανία, λέγοντας ότι ο Ρώσος πρόεδρος θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το επικείμενο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στη Ρωσία με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποίησε ο Χίτλερ τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, το 1936.  Πολύ συχνά θα υπάρχουν θέματα γύρω από τα μουντιάλ και τις χώρες που τα φιλοξενούν, θέματα λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά, όπως π.χ η χούντα του ’78 στην Αργεντινή. Και πάντα με έναν τρόπο θα ξεπερνιούνται, γιατί όποια άλλη λιγότερο ή περισσότερο βάσιμη ένσταση κι αν εγείρεται, τα μουντιάλ έχουν τη δική τους πανίσχυρη δυναμική.

Και τα καλοκαίρια του μουντιάλ θα συμπυκνώνουν το χρόνο. Και θα μετράς το μεγάλωμά σου, καλοκαίρι μουντιάλ με καλοκαίρι μουντιάλ. Τέσσερα χρόνια πιο μεγάλος και πιο μεγάλος. Θυμάμαι ότι το καλοκαίρι του ’78, που ήμουν 5 στα 6, είχε μουντιάλ. Μπορεί να μην θυμάμαι σχεδόν τίποτα άλλο, μπορεί γενικά να θυμάμαι ελάχιστα πράγματα από εκείνη την ηλικία, αλλά το γεγονός το θυμάμαι. Γιατί ήταν γεγονός. Το ’82 η περιγραφή του Διακογιάννη στα γκολ της Ιταλίας στον τελικό. Την θυμάμαι αυθεντικά; Την θυμάμαι από τότε ή από τις επαναλήψεις; Η μνήμη είναι εξ ορισμού μια εξαπάτηση, η μνήμη είναι εξ ορισμού ένα βολικό κολάζ, η μνήμη φτιάχνει πάντα τη δική της αλήθεια. Όχι όμως ως προς το ’86. Το ’86 είναι όλα ξεκάθαρα, το ’86 θα είναι πάντα για τη γενιά μου το μουντιάλ των μουντιάλ. Και δεν γίνεται να μην θυμάμαι ότι έβλεπα το Αργεντινή – Αγγλία στο σπίτι ενός φίλου μου, ότι ο πατέρας του φίλου μου ήταν με την Αγγλία, ότι στο γκολ του Μαραντόνα άρχισε να φωνάζει ότι έκανε φάουλ. Δεν το έλεγε όμως για το γκολ με το χέρι, για το γκολ που έμεινε στην ιστορία ως το «χέρι του Θεού», το έλεγε για το γκολ που έμεινε στην ιστορία ως το «γκολ του αιώνα», όταν ο Μαραντόνα πήρε την μπάλα από το κέντρο του γηπέδου και πέρασε όλη την Αγγλία. Κι αυτός προτιμούσε να βλέπει φάουλ.

Το ’90 πάλι ο Ντιέγκο, αυτή τη φορά ένας εναντίον όλων. Τον λυγίζουν οι όλοι με τζούφιο πέναλτι. Κλαίει με το κεφάλι ψηλά. Το ’94 ήταν αληθινά ξενέρωτο. Ίσως γιατί έγινε στις ΗΠΑ. Παίξαμε πρώτη φορά κι εμείς. Και πήγαμε ντροπιαστικά κακά. Κι ο Ντιέγκο πανηγυρίζει παροξυσμικά στην κάμερα όταν μας έχει βάλει ένα γκολ. Και μετά πιάνεται ντοπέ. Κι αυτό ήταν.

«Παίξτε ποδόσφαιρο – όχι πόλεμο»

Το ’98 η Γαλλία του Ζιντάν, τότε που ο Ζιντάν ξεκίνησε να γίνεται Ζιντάν, το ’98 η Κροατία που συντρίβει τη Γερμανία (η Γερμανία που ποδοσφαιρικά θα είναι πάντα ο κακός του έργου). Το 2002 το μουντιάλ του Ρονάλντο. Στη ζωή μας είχε μπει πια το στοίχημα. Και ο πανηγυρισμός μου για τα γκολ του Ρονάλντο στον τελικό ήταν λιγότερο, γιατί κέρδιζε η Βραζιλία την Γερμανία και  περισσότερο ήταν πανηγυρισμός για λεφτά που θα έμπαιναν στην τσέπη. Τίποτα δεν μένει αλώβητο. Το 2006 ήταν και θα είναι η κουτουλιά του Ζιντάν στον Ματεράτσι. Το 2010 η επιβεβαίωση της κυριαρχίας της Ισπανίας. Κι η πρώτη μας νίκη σε μουντιάλ. Το 2014 είναι εκείνα τα λεπτά του πρώτου ημιχρόνου που η Γερμανία κονιορτοποιούσε τη Βραζιλία μέσα στη Βραζιλία, εκείνα τα λεπτά που ήταν σέντρα και γκολ, σέντρα και γκολ, σέντρα και γκολ, εκείνα τα λεπτά που αποτελούν ένα από τα πιο αδιανόητα σκηνικά στην ιστορία του παγκόσμιου αθλητισμού.

Το 2018 τι; Θα είναι επιτέλους το μουντιάλ του Μέσι ή ο Ντιέγκο θα μείνει στον θρόνο του; Ό,τι και να είναι, το περιμένουμε με χαρά. Ο πλανήτης φοράει τις ποδοσφαιρικές του στολές. Εθνικές ομάδες εναντίον Εθνικών ομάδων. Χώρες εναντίον χωρών. Το παίξτε ποδόσφαιροόχι πόλεμο, είναι η πιο ρεαλιστική εφαρμογή του κάντε έρωτα – όχι πόλεμο. Γιατί το ποδόσφαιρο είναι και έρωτας που γίνεται, είναι και έρωτας που είναι.