Τίποτα δεν μπορεί να προετοιμάσει τον επισκέπτη της φετινής έκθεσης του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Άνδρο, για την έκρηξη του φωτός που αντανακλάται μέσα από τα 100 έργα του κορυφαίου εκπροσώπου της νεοελληνικής τέχνης, Νίκου Εγγονόπουλου.

Το όνομά του και ο τίτλος «Με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων» είναι τα μόνα ασπρόμαυρα που διακοσμούν τους τοίχους στο πρώτο επίπεδο της έκθεσης, μια εισαγωγή στο εντυπωσιακό σε μέγεθος και πρωτοτυπία ζωγραφικό έργο του.

Νίκος Εγγονόπουλος: Με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων

«Οι λέξεις είναι στοιχεία που τα ξομπλιάζω και τα βάζω χρωματιστά το ένα πλάι στο άλλο», έλεγε ο Εγγονόπουλος. Ο λόγος του ποιητή και η πράξη του ζωγράφου αποτελούν μια ενιαία αδιάσπαστη ενότητα και με την οντότητά τους δημιουργούν τον άξονα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

Καθώς ο Εγγονόπουλος ήθελε τον εαυτό του καλλιτέχνη της εποχής του, να εκφράζει ελεύθερα και να μεταλλάσσει ιδέες, σκέψεις αισθήσεις και διαισθήσεις σε ποίηση και ζωγραφική, αντιμετώπισε πολλές επιφυλάξεις και δισταγμούς μέχρι να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πρωτοπόρο του ελληνικού υπερρεαλιστικού κινήματος.

Νίκος Εγγονόπουλος: Με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων

Οι ρίζες του Εγγονόπουλου φύονται στην ποίηση του Διονυσίου Σολωμού, τον οποίο θεωρούσε τον πρώτο υπερρεαλιστή ποιητή. Συνεπαίρεται από τη μεταφυσική περίοδο της ζωγραφικής του Ντε Κίρικο, τον οποίο θεωρούσε από τις μεγαλύτερες μορφές του παγκόσμιου υπερρεαλιστικού κινήματος, ενώ θαυμάζει τους μεγάλους ανανεωτές της τέχνης Μανέ και Σεζάν. Ο δάσκαλός του, Κωνσταντίνος Παρθένης ήταν αυτός που τον μύησε στα διδάγματα και τις αναζητήσεις και των δυο, ενώ επηρεάστηκε από τον Πάουλ Κλέε και τον Δημήτρη Πικιώνη που διεύρυναν το πεδίο της εικαστικής και γενικότερης καλλιέργειάς του.

Νίκος Εγγονόπουλος: Με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων

Ως αυθεντικός και ένθερμος υποστηρικτής των υπερρεαλιστικών αρχών που άρχισαν να καταφθάνουν στην Ελλάδα δέκα χρόνια από την καταστατική τους δημοσίευση το 1924 από τον Μπρετόν, ο Εγγονόπουλος πρόταξε τον εαυτό του στις επάλξεις του κινήματος, σφυρηλατώντας την καλλιτεχνική του ευαισθησία μες από την απαξίωση και τη χλεύη, κρατώντας πεισματικά μέσα στην πολιτική συνθήκη της δικτατορίας του Μεταξά και αργότερα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την πίστη του στην ανανέωση της ελληνικής παράδοσης μέσω του έργου του, με τόλμη, γνώση και θάρρος.

Ο Εγγονόπουλος ήταν ένας «θαυμάσιος άνθρωπος που δεν είχε σχέση με τα μικρά της ζωής, δεν ήξερε τις δοσοληψίες, τις κακομοιριές», έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Διεκδίκησε ακαταπόνητα το δικαίωμα της απόλυτης και χωρίς όρους ελευθερίας στην τέχνη του, μια τέχνη ακόμα και σήμερα πρωτοποριακή και αντισυμβατική.

Νίκος Εγγονόπουλος

Νίκος Εγγονόπουλος

Ο σπουδαίος αυτός δημιουργός, όπως οι περισσότεροι της γενιάς του ’30, κατόρθωσε να συνδέσει το διεθνιστικό κίνημα του υπερρεαλισμού με την ελληνική πολιτιστική συνέχεια, τρέφοντας απεριόριστο σεβασμό για την ελληνική πνευματική παράδοση.

Ως ζωγράφος, ποιητής και καθηγητής στο Πολυτεχνείο, ο Εγγονόπουλος ακολούθησε ακούραστα επί πενήντα χρόνια μια διαδρομή που περιείχε άρρηκτα συνδεδεμένες τις τρεις δραστηριότητές του, πιστός μέχρι τέλους στο έμβλημά του, το απόφθεγμα του Οράτιου: «Η ζωγραφική και η ποίηση πρέπει να βασίζονται στην ίδια αρχή».

Ο ίδιος με μοναδικό τρόπο εκφράζει τις αγωνίες του δημιουργού: «Ο ζωγράφος μεταχειρίζεται χρώματα και πινέλα, λάδι, νέφτι και άλλα. Ξέρει όμως ότι πίσω από το τελάρο του υπάρχει μια βαθειά μαύρη τρύπα. Παραμερίζει, με την τόλμη του ονείρου το τελάρο, και σκύβοντας μες στο σκοτεινό βάραθρο βλέπει μακριά, πολύ μακριά, κοντά στο βάθος, κάτι να φωσφορίζει αμυδρά. Στο συναμεταξύ πετούν –αθόρυβα- μαύρα πουλιά, φτερωτά ψάρια και φαντάσματα. Ξανάρχεται στο φως. Αναμεσίς σ΄ αυτόν και το τελάρο του βρίσκεται τώρα ένα θεριό. Αλλά και πάλι δε θα φοβάται».

 Νίκος Εγγονόπουλος

Χρονολόγιο

1907

21 Οκτωβρίου: Γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου στη συνοικία της Πλάκας, στην Αθήνα. Είναι γόνος της αστικής οικογένειας του Κωνσταντινουπολίτη Παναγιώτη Εγγονόπουλου και της Ερριέττης Ιωαννίδη. Ο πατέρας του ταξιδεύει συχνά στην Κωνσταντινούπολη για τις δουλειές του, όπου και τελικά εγκαθίσταται οικογενειακώς στη συνοικία του Πέρα. Ο Νίκος και ο αδερφός του, ο Κώστας, ξεκινούν να φοιτούν στο γαλλικό ιδιωτικό γυμνάσιο Saint-Michel.

1923

Οι γονείς του τον στέλνουν στο Παρίσι για να σπουδάσει ιατρική. Μπαίνει οικότροφος στο περίφημο λύκειο Henri-IV. Ανακαλύπτει τα κείμενα του Χατζή-Σεχρέτ, ενός Τουρκαλβανού ποιητή που είχε ζήσει στην Αυλή του Αλή Πασά. Όντας εξοικειωμένος μόνο με τη γαλλική λογοτεχνία, η ανάγνωση αυτών των κειμένων τον σημαδεύει βαθιά.

1927

Εγκαταλείπει τις σπουδές του στην ιατρική, για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στην Ελλάδα.

Νίκος Εγγονόπουλος στην Άνδρο: με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων

1932

Εγγράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με καθηγητή τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Παράλληλα, συχνάζει στο εργαστήρι του Φώτη Κόντογλου, τον οποίο θαυμάζει και σέβεται. Εργάζεται στην Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ως ημερομίσθιος υπάλληλος.

1935

Γνωρίζει τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Η φιλία τους θα διαρκέσει μέχρι τον θάνατο του Εμπειρίκου, το 1975.

1938

Τελειώνει τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών και ολοκληρώνει το πρώτο του έργο, το «Ποιητής και Μούσα». Ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης, του ζητά να τον βοηθήσει σε μακέτες αρχοντικών σπιτιών για το Υφυπουργείο Τουρισμού.

Κυκλοφορεί η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν». Επιμελείται τα σκηνικά και τα κοστούμια για την παράσταση Ο κόσμος ανάποδα, μια θεατρική προσαρμογή του έργου Μέναιχμοι του Πλαύτου, που ανεβαίνει στο θέατρο Κοτοπούλη. Μέχρι το 1965 θα αναλάβει τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία δεκαπέντε ακόμα παραστάσεων.

1939

Κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής.

Παρουσιάζει την πρώτη προσωπική του έκθεση στο σπίτι του Νικόλα Κάλας, όπου τα έργα του προκαλούν σκάνδαλο.

1941

Ο Εγγονόπουλος επιστρατεύεται και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου. Αιχμαλωτίζεται από τους Γερμανούς, δραπετεύει και διασχίζει με τα πόδια σχεδόν τη μισή Ελλάδα. Εγκαθίσταται στο ατελιέ του στην οδό Κυψέλης 12.

1942

Συμμετέχει στην «Επαγγελματική Έκθεση Ζωγραφικής» του Ζαππείου, στην οποία θα παίρνει μέρος κάθε φορά που θα του δίνεται η ευκαιρία.

Γράφει το Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα. Εξαιτίας του ποιήματος αυτού, δύο χρόνια αργότερα, θα αναγκαστεί να καταφύγει στο σπίτι του Εμπειρίκου, όπου θα παραμείνει κρυμμένος για δύο μήνες, διωκόμενος από τις γερμανικές αρχές.

1945

Αποσπάται από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων στο ΕΜΠ, ως βοηθός του Δημήτρη Πικιώνη στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου.

1949

Οργανώνεται στο Ζάππειο Μέγαρο η πρώτη έκθεση του καλλιτεχνικού ομίλου «Αρμός», του οποίου είναι συνιδρυτής μαζί με 24 ακόμη Έλληνες καλλιτέχνες (μεταξύ των οποίων είναι οι Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Παναγιώτης Τέτσης, Γιώργος Μαυροειδής, Γιώργος Ζογγολόπουλος, Νίκος Νικολάου, Ναταλία Μελά, Ελένη Σταθοπούλου, Κλέαρχος Λουκόπουλος και Νέλλη Ανδρικοπούλου).

1950

Παντρεύεται τη Νέλλη Ανδρικοπούλου. Ο γιος τους, Πάνος, θα γεννηθεί έναν χρόνο αργότερα, ενώ το ζευγάρι θα χωρίσει τελικά το 1954.

1951

Συμμετέχει στην έκθεση του 4oυ Συνεδρίου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου στο Όσλο, καθώς και στην έκθεση της Διεθνούς Ένωσης Αρχιτεκτόνων στην Αθήνα.

1954

Εκπροσωπεί την Ελλάδα στην 27η Biennale της Βενετίας, με 72 πίνακες. Είναι η πρώτη φορά που η χώρα εκπροσωπείται από έναν μόνον καλλιτέχνη, προκαλώντας έτσι την αποδοκιμασία του Τύπου και αρκετών καλλιτεχνών.

Γνωρίζει την Ελένη Τσιώκου (Λένα), καθηγήτρια μαθηματικών στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου.

1956

Εκλέγεται μόνιμος επιμελητής του ΕΜΠ και διορίζεται στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Παραιτείται οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων.

1957

Κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, για την οποία τιμάται με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας.

Διορίζεται επιμελητής στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης.

1960

Παντρεύεται τη Λένα και το ζευγάρι εγκαθίσταται στην οδό Αναγνωστοπούλου, όπου ο ζωγράφος μεταφέρει και το ατελιέ του. Έναν χρόνο αργότερα γεννιέται η κόρη τους, Ερριέττη.

1964

Κυκλοφορεί ο δίσκος Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο.

1969

Εκλέγεται τακτικός καθηγητής στην έδρα Ελευθέρου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας και Τέχνης.

1972

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΜΠ το βιβλίο Ελληνικά σπίτια.

1973

Συνταξιοδοτείται και αποχωρεί από το ΕΜΠ. Το 1976 ανακηρύσσεται ομότιμος καθηγητής του.

1978

Κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή του Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, για την οποία τιμάται και πάλι με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης.

1983

Αναδρομική έκθεση με 105 έργα στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρος Σούτσος. Δεν παρευρίσκεται στα εγκαίνια.

1985

31 Οκτωβρίου: Πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς. Κηδεύεται δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Λίγες μέρες αργότερα, στην Γκαλερί 3 γίνεται μία ατομική έκθεση με τίτλο «Νίκος Εγγονόπουλος ‒ ζωγραφική 1975-1985».

 

 

Οι ενότητες της έκθεσης

Η επιρροή της βυζαντινής τέχνης

Προτού ακόμα ξεκινήσει τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το 1932, ο Νίκος Εγγονόπουλος δείχνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη θρησκευτική ζωγραφική. Μυείται στην τέχνη της αγιογραφίας από τον Φώτη Κόντογλου, δίπλα στον οποίο διδάσκεται την τεχνική της αυγοτέμπερας πάνω σε ξύλο. O σεβασμός και η συμπάθεια που δείχνει προς τον δάσκαλό του είναι υπέρμετρα, αλλά όπως φαίνεται, και αμοιβαία, αφού ο Κόντογλου ζητάει μόνο από δύο μαθητές του, τον Νίκο Εγγονόπουλο και τον Γιάννη Τσαρούχη, να τον βοηθήσουν να φιλοτεχνήσει τις τοιχογραφίες του σπιτιού του.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος ασχολείται με την εκκλησιαστική ζωγραφική μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ενώ στη συνέχεια θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί την τεχνική της αυγοτέμπερας σε ξύλο, για μη θρησκευτικά όμως θέματα. Για τις βυζαντινές επιρροές στο έργο του, ο ίδιος ο Εγγονόπουλος θα πει: «Δεν συνέχισα, βέβαια, για πολύ την εκκλησιαστική ζωγραφική· δεν είχα την κλίση. Όμως τα βυζαντινά στοιχεία είναι εμφανέστατα σε όλη μου τη δουλειά».

Νίκος Εγγονόπουλος στην Άνδρο: με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων

Η γυναίκα

Η μορφή της γυναίκας έχει δεσπόζουσα θέση στο σύνολο του έργου του Νίκου Εγγονόπουλου. Οι γυναίκες με τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά ‒απρόσωπες, με βαριά στήθη, πεταχτές ρώγες και φαρδιά λεκάνη, που υποδηλώνει τη γονιμότητα‒ αποτελούν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου ύφους του καλλιτέχνη, για το οποίο δεν ήταν λίγες οι φορές που δέχτηκε επικρίσεις.

Ωστόσο, ο ζωγραφικός κόσμος του Εγγονόπουλου, όσο και αν φαίνεται απόλυτος, σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάζει ένα εξιδανικευμένο πρότυπο για τη γυναίκα. Αντίθετα, ο καλλιτέχνης μεταμορφώνει συνεχώς τις ηρωίδες του και τις απεικονίζει άλλοτε να ενσαρκώνουν αλληγορικές έννοιες, άλλοτε να παίρνουν τη μορφή της μούσας και άλλοτε να αναπαριστούν διακεκριμένες μορφές του πνεύματος και των γραμμάτων.

 

Ζευγάρια

Μια από τις βασικές θεματικές στο έργο του Νίκου Εγγονόπουλου είναι το δίπολο άνδρα-γυναίκας. Είτε αναφερόμενος σε γνωστά ζευγάρια, προερχόμενα από τη μυθολογία ή τη λογοτεχνία, είτε απεικονίζοντας άλλα, άγνωστα, καταφέρνει, χωρίς το έργο του να αποπνέει ωμό ερωτισμό, να μας θέτει ενώπιον μιας έκδηλα αισθησιακής και σαρκικής συνύπαρξης. Παρά την απουσία των προσώπων, στις συνθέσεις του Εγγονόπουλου τα σώματα εκφράζουν και φέρνουν στην επιφάνεια τον πόθο ή την αδιαφορία, τη φλόγα ή την κούραση, την έλξη ή την άπωση του ζευγαριού.

Νίκος Εγγονόπουλος στην Άνδρο: με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων

Μυθολογία

Ήδη από το 1938, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών μεγάλων καλλιτεχνών της μοντέρνας τέχνης, καταπιάνεται με πάθος με τον ελληνικό μύθο. Ωστόσο, τα κίνητρά του μοιάζουν να διαφέρουν ριζικά. Κρίνοντας από τη θεματική των έργων που επιλέγει να φιλοτεχνήσει, καθώς και από την οπτική του γωνία, αναδεικνύεται μια πολύ «ευγενική» ελληνική μυθολογία, όπου οι άνθρωποι και οι θεοί φαίνονται πιο ωραίοι, οι ιστορίες αγάπης πιο δυνατές και οι ήρωες πιο επιβλητικοί. Σε όλες αυτές τις συνθέσεις, δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσουμε τη βαθιά υπερηφάνεια του Νίκου Εγγονόπουλου για την ελληνική του καταγωγή.

 

Ήρωες και πρότυπα

Πολύ σημαντική θέση στο προσωπικό πάνθεον του Νίκου Εγγονόπουλου, εκτός από τους μυθικούς και λογοτεχνικούς ήρωες, κατέχουν και ορισμένα ιστορικά πρόσωπα. Είτε αυτά είναι εμβληματικοί ήρωες και πολεμιστές είτε προέρχονται από τον κόσμο των γραμμάτων, όπως φιλόσοφοι, συγγραφείς και ποιητές, αυτά τα πρόσωπα-σύμβολα του Εγγονόπουλου φανερώνουν την κοσμοπολίτικη πλευρά της παιδείας του.

Στα έργα αυτά μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ιστορικές περιόδους αναφοράς. Ξεκινώντας από την αρχαιότητα, περνώντας στα χρόνια του Βυζαντίου και καταλήγοντας στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, συγκροτείται μια πολιτισμική κληρονομιά που ο Εγγονόπουλος ουδέποτε απαρνήθηκε. Αντλώντας από αυτήν, με πρωτοτυπία και ευρηματικότητα, επιλέγει να φιλοτεχνήσει εξέχουσες μορφές της Ιστορίας, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο δημοφιλείς, που όμως τον επηρεάζουν και τον εμπνέουν.

Νίκος Εγγονόπουλος στην Άνδρο: με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων

Αρχιτεκτονικές

Ο Νίκος Εγγονόπουλος ξεκινά να δημιουργεί τις πρώτες του αρχιτεκτονικές μελέτες ήδη από το 1934, όταν διορίζεται ημερομίσθιος υπάλληλος στην Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων.

Τον Ιανουάριο του 1938 λαμβάνει μέρος για πρώτη φορά στην έκθεση «Τέχνη της νεοελληνικής παράδοσης», στην γκαλερί Στρατηγοπούλου, όπου παρουσιάζει τοπογραφικές μελέτες σπιτιών της δυτικής Μακεδονίας. Συνεργάζεται με τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη και τον βοηθάει να κατασκευάσει μακέτες αρχοντικών σπιτιών για το Υφυπουργείο Τουρισμού, ενώ αργότερα, μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ταξιδεύουν μαζί σε όλη την Ελλάδα, σχεδιάζοντας κτίρια σε περιοχές που έχουν καταστραφεί από τις μάχες, αυτή τη φορά για λογαριασμό του Υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδόμησης.

Ο Εγγονόπουλος αρχικά χρησιμοποιεί την ακουαρέλα για τις συνθέσεις του, πολύ γρήγορα όμως στρέφεται στην τέμπερα, καθώς πλέον δημιουργεί ολοκληρωμένα έργα και όχι προσχέδια. Αυτή του η επιλογή, σε συνδυασμό με τον τρόπο που δουλεύει τα χρώματα, θα δώσει μια ιδιαίτερη δυναμική και ζωντάνια στις δημιουργίες του. Για τα έργα αυτά, ο ίδιος ο Πικιώνης θα γράψει πολύ εύστοχα: «Τα σπίτια του Εγγονόπουλου είναι “ψυχογραφίες” σπιτιών».

Νίκος Εγγονόπουλος στην Άνδρο: με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων

Ο ενδυματολόγος Εγγονόπουλος

Από το 1938 έως το 1965, ο Νίκος Εγγονόπουλος είχε την ευκαιρία να αναλάβει τη σκηνογραφική και ενδυματολογική επιμέλεια για δεκαέξι συνολικά θεατρικές παραστάσεις, μεταξύ των οποίων αρχαίες τραγωδίες, παραστάσεις σύγχρονου θεάτρου, αλλά και μπαλέτα.

Συνεργάστηκε με ένα πλήθος διαφορετικών θεσμών και θιάσων, όπως είναι το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ο θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη, το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου, καθώς και με σημαντικούς Έλληνες σκηνοθέτες όπως ο Σωκράτης Καραντινός, ο Κάρολος Κουν, ο Αλέξης Σολομός και ο Νίκος Χατζίσκος.

Τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1959, σχεδιάζει τα κουστούμια των παραστάσεων Ίων του Ευριπίδη και Προμηθεύς δεσμώτης του Αισχύλου, που ανεβαίνουν στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, σε σκηνοθεσία του Λίνου Καρζή. Στο πλαίσιο της έκθεσής, παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό τα πρωτότυπα σχέδια των κοστουμιών αυτών.