Στις 21 και 22 Ιουλίου ανεβαίνει στην Επίδαυρο η πολυσυζητημένη παράσταση «Ειρήνη» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, μουσική σύνθεση Νίκου Κυπουργού, λιμπρέτο του Δημοσθένη Παπαμάρκου και με τον Τζίμη Πανούση ως Τρυγαίο. Με αφορμή την παράσταση συναντήθηκα με τον Νίκο Κυπουργό σε ένα διάλειμμα από τις πρόβες στον χώρο του Εθνικού στην Πειραιώς. Δίπλα του ένα τεράστιο πακέτο από παρτιτούρες, που με κάνει να συνειδητοποιώ πόση δουλειά υπάρχει πίσω από μια ώρα μουσικής απόλαυσης. Με τον χρόνο του μοιρασμένο ανάμεσα σε πρόβες και συνθέσεις με παίδεψε μέχρι να τον πετύχω, αλλά του το συγχωρώ, γιατί με τα έργα του μεγάλωσα, γλυτώνοντας από χαζά «παιδικά» τραγουδάκια, γι’ αυτό και ένα μέρος της κουβέντας μας δεν μπορούσε να μην αφιερωθεί σ’ αυτό!

Έχετε δουλέψει ήδη σε αρκετές τραγωδίες στην Επίδαυρο. Πώς επιλέξατε αυτή τη φορά να καταπιαστείτε με τον Αριστοφάνη και την «Ειρήνη»;
Το Εθνικό Θέατρο μου πρότεινε να κάνω τη μουσική σύνθεση για έργο του Αριστοφάνη. Τα διάβασα όλα κι αυτό μου φάνηκε το πιο ενδιαφέρον. Δεν έχω ξαναδουλέψει Αριστοφάνη κι ήταν το όνειρό μου. Ο Αριστοφάνης μάς αφυπνίζει. Εκτός των άλλων, μας δείχνει τη γελοιότητά μας. Ο άνθρωπος είναι το μόνο είδος στο ζωικό βασίλειο που καταφέρνει να είναι γελοίο! Πιστεύω ότι όσο λιγότερη συνείδηση της γελοιότητάς του έχει κανείς, τόσο περισσότερο γελοίος είναι. Η δε κωμωδία εμπεριέχει και το δραματικό στοιχείο. Είναι μια υπέροχη ευκαιρία να συνδυάσει κανείς με τη μουσική το κωμικό και το τραγικό, χωρίς να προδώσει το ύφος της κωμωδίας και της σάτιρας. Άλλωστε πιστεύω ότι δεν υπάρχουν μονοδιάστατα έργα, η χαρά και η λύπη, το βαρύ και το ελαφρύ συνυπάρχουν. Έτσι είμαστε οι άνθρωποι, μαχόμεθα για μια εσωτερική ισορροπία… όπερ ειρήνη! (γέλια). Επίσης στον Αριστοφάνη άρεσε να κάνει αναφορές σε ομότεχνους – Αισχύλο, Ευριπίδη, Σοφοκλή, Όμηρο, κλπ. Χρησιμοποιεί το στυλ τους ή παίρνει αυτούσιους στίχους από έπη. Και τα δικά μου έργα είναι έτσι, αγαπώ τις αναφορές και το χρησιμοποιώ κι εδώ. Πατώ σ’ αυτές για να κάνω το δικό μου «μουσικό χιούμορ», αν θες.

«Δεν υπάρχει πιο δραματικό στοιχείο στη μουσική από την παύση»

Θεωρείτε επίκαιρο το έργο;
Καταρχήν πιστεύω ότι ο Αριστοφάνης δεν πρέπει να επικαιροποιείται, γιατί δεν το έχει ανάγκη. Είναι πάντα επίκαιρος! Ο Ερμής βγάζει τον ωραιότερο και πιο διαχρονικό λόγο, που αφορά και συγκινεί τους πάντες. Ένας φωτισμένος ηγέτης αυτά έπρεπε να πει. Εν μέσω Πελοποννησιακού πολέμου συνάπτεται ειρήνη, που όμως θα αποδειχθεί επισφαλής, ένα διάλειμμα τελικά μεταξύ πολέμων. Ο πόλεμος είναι πανταχού παρών και πατήρ πάντων. Αυτά που γίνονται στη Συρία, η κατάσταση στη γειτονική Τουρκία, το τι θα κάνει το Ισλάμ, όλα αυτά μας αφορούν και μας επηρεάζουν. Επίσης ο πόλεμος έχει πάρα πολλές όψεις: οικονομικός, θρησκευτικός, ιδεολογικός… Και στη Βουλή, παραδείγματος χάριν, λέμε ότι γίνονται διαμάχες. Κι εγώ λέω ότι πολεμάω για να γράψω το έργο. Όλοι χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις, δηλώνοντας ότι ο μόνος τρόπος επιβίωσης είναι να έχουμε έναν διαρκή πόλεμο, με την έννοια κυρίως της εσωτερικής πάλης. Τελικά είναι ένας διαρκής αγώνας η ζωή! Η γαλήνη είναι μια ουτοπία που τη νιώθουμε μόνο ορισμένες στιγμές.

Ποια τα στοιχεία της μουσικής δραματουργίας που χρησιμοποιήσατε στο έργο;
Ζήτησα από τον εξαιρετικό Δημοσθένη Παπαμάρκο να κάνει το λιμπρέτο, προσαρμόζοντας το έργο σε μια μουσική δραματουργία. Οι εναλλασσόμενοι ρόλοι προκύπτουν απ’ τον μικτό χορό. Έγιναν δομικές αναπροσαρμογές που εξυπηρετούν τη μουσική δραματουργία. Στον Αριστοφάνη η Ειρήνη δεν μιλάει, είναι άγαλμα και τη «μεταφράζει» ο Ερμής. Επειδή όμως εδώ το έργο είναι μουσικό, η Ειρήνη (Ειρήνη Καράγιαννη) προσπαθεί να μιλήσει, αλλά σε μια γλώσσα ακατανόητη που οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν. Είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω, γιατί στην πραγματικότητα δεν την καταλαβαίνει κανείς. Τον δε Ερμή τον υποδύεται ένας σπουδαίος τραγουδιστής, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος. Η μουσική μπορεί να σου πει κάτι τελείως άλλο. Και δεν υπάρχει πιο δραματικό στοιχείο στη μουσική από την παύση. Εγώ τη χρησιμοποιώ στα έργα μου για να υπαινιχθώ κάτι άλλο. Κρεσέντο, φορτίσιμο, στοπ! Τα όπλα που έχουμε ως μουσικοί είναι άπειρα.

Πάλι λέτε τη λέξη «όπλα», είστε σε πολεμική διάθεση!
Είναι μια μάχη τελικά! Ο συνθέτης, ο λιμπρετίστας, ο σκηνοθέτης αναμετρώνται με το έργο. Ένα απ’ τα κεντρικά θέματα που χρησιμοποιώ μουσικά είναι η διαρκής διαμάχη ανάμεσα σ’ εμάς τους Έλληνες. Τρωγόμαστε συνεχώς κι αυτό δεν έχει αλλάξει καθόλου, όσα χρόνια πίσω κι αν πας. Στην πάροδο ο χορός κάνει είσοδο με συνθήματα, είναι οπαδοί, δηλαδή μη σκεπτόμενοι. Πρέπει να συντονιστούν για να ελευθερώσουν την Ειρήνη και δεν μπορούν. Μόνο μετά από πολλή προσπάθεια συντονίζονται κάπως και κάνουν αυτό που λέμε «οι Έλληνες μεγαλούργησαν». Κατ’ εξαίρεση δηλαδή, ή επειδή κάποιοι άλλοι τους βοήθησαν!..

Και ο ρόλος της μουσικής σε όλα αυτά;
Η μουσική είναι γενικά αυτό το ανεξήγητο που μπορεί να λέει πάρα πολλά, χωρίς να δηλώνει τίποτε συγκεκριμένο. Εμπεριέχει όμως απίστευτη πληροφορία και μπορείς να πεις τα πάντα μέσα απ’ τη μουσική. Δε λέει λόγια, έχει το προνόμιο του μη δηλωμένου, αλλά είναι ανοικτή για να την ακούσει κανείς όπως θέλει. Εκφράζει με τρόπο βαθύτερο τα συναισθήματα, φωτίζει τα αθέατα, αυτά που περνάνε υπόγεια και ασυνείδητα μέσα μας και μπορούν να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερη συγκίνηση απ’ ό,τι η εικόνα ή ο λόγος.

«Πιστεύω ότι τα παιδιά κακοποιούνται μουσικά»

Ήσαστε κι εσείς σχεδόν παιδί όταν γράφατε μουσική για παιδιά και το συνεχίζετε ακόμα. Τι σας παρακινεί;
Καταρχάς αγαπώ πολύ τα παιδιά και θα ασχολούμαι μέχρι να πεθάνω. Πιστεύω ότι τα παιδιά κακοποιούνται μουσικά. Η μουσική είναι ένα υπέροχο γιατρικό για όλη μας τη ζωή και αντί να δίνεται σαν ένα από τα εφόδια για την ανάπτυξη της ευαισθησίας και της προσωπικότητας του ανθρώπου, εξισορροπώντας και τα άλλα μαθήματα γνώσεων που μπουκώνουν τα παιδιά, γίνεται το ακριβώς ανάποδο. Ενώ σε ένα – δυο χρόνια μαθαίνεις τα βασικά σε μια ξένη γλώσσα, στα ωδεία κάνουν έξι χρόνια να μάθουν τα παιδιά να διαβάζουν και να παίζουν. Η γλώσσα της μουσικής είναι παγκόσμια και κανονικά απαιτεί ελάχιστο κόπο, αλλά η εκμάθησή της γίνεται με τόσο φρικτό τρόπο, που απωθεί τα παιδιά. Συνεπώς τα παιδιά έχουν πολύ λάθος σχέση με τη μουσική.

Τι φροντίζετε όταν γράφετε μουσική για παιδιά;
Τα παιδιά δεν είναι ηλίθια, δεν είναι καθυστερημένοι ενήλικες, απλά απαιτούν προσοχή και σεβασμό, κρίνουν πολύ πιο αυστηρά και παράλληλα είναι πολύ πιο ανοικτά απ’ τους μεγάλους. Υπάρχουν παιδικά τραγουδάκια απλοϊκά, παιδιάστικα και υποτιμητικά για τη νοημοσύνη τους. Εγώ δε σκέφτομαι ότι κάνω μουσική για παιδιά ή για μεγάλους. Η μουσική για παιδιά δεν υπάρχει, είναι μια κατασκευή του 20ού αιώνα για να εκμεταλλευτούμε την τεράστια αγορά των παιδιών. Το ίδιο και το παιδικό θέατρο κι οτιδήποτε παιδικό. Γι’ αυτό κι η Ξένια Καλογεροπούλου μιλά για «θέατρο για παιδιά» κι όχι παιδικό θέατρο. Ούτε τα παραμύθια ήταν μόνο για παιδιά. Απ’ τον Όμηρο ακόμα απευθύνονταν σε κάθε ηλικία, οι άνθρωποι κάθονταν δίπλα στο τζάκι, άκουγαν όλοι κι ο καθένας έπαιρνε αυτό που του αναλογούσε. Γιατί σήμερα να κάνουμε αυτό το διαχωρισμό με τις ηλικίες;

Δεν απαιτείται παρ’ όλα αυτά μια διαφορετική προσέγγιση;
Φυσικά και υπάρχει ένας τρόπος διαφορετικός να αντιμετωπίσεις τα παιδιά. Όπως δεν θα τους βάλεις να δουν πορνό, έτσι δεν θα βάλεις μια μουσική δύσκολη που θα τα αποθαρρύνει. Αλλά δεν θα τα υποτιμήσεις. Επίσης, τα σπουδαία έργα που έχουν γραφτεί για παιδιά, τ’ ακούν κι οι μεγάλοι. Είναι σχετικά τα όρια και πρέπει ν’ αφήσουμε να ρέει ελεύθερα η μουσική. Δεν μπορούμε να δίνουμε κακή τροφή στα παιδιά μόνο για εκμετάλλευση. Γι’ αυτό λοιπόν και απλά τα προσεγγίζω με αγάπη και σεβασμό και όχι μόνο ως παιδιά. Με ρωτάνε επίσης συχνά σε ποιους απευθύνεσαι. Δεν απευθύνομαι σε κανένα κοινό, γράφω τη μουσική που μου αρέσει. Αλίμονο αν την ώρα που δουλεύεις σκέφτεσαι το κοινό. Ή αν σκέφτεσαι πόσες χιλιάδες θα την ακούσουν. Αλίμονό μου αν αλλάξω τη μουσική μου με στόχο να γίνω πιο αρεστός. Τότε αποκλείεται να έχω σχέση με τη μουσική! Τότε η μουσική θα πρέπει να με φτύσει, όπως η Ειρήνη φτύνει τους Αθηναίους!

Τι ήταν για εσάς η εποχή της Λιλιπούπολης;
Ήταν απ’ τις πολύ ωραίες εποχές. Πρέπει να σου πω ότι δεν είμαι της νοσταλγίας. Πιστεύω ότι πάντα το σήμερα είναι καλύτερο απ’ το χθες. Αν δεν ήταν, τότε θα ‘χα γεράσει και θα ‘χα πεθάνει. Δεν ήμουν ποτέ καλύτερα απ’ το σήμερα, το εκάστοτε σήμερα. Παρ’ όλα αυτά βλέπω πόση τύχη είχα να είμαι μέσα σε μια τρομερή, δημιουργική ομάδα στο Τρίτο Πρόγραμμα υπό τη σκέπη του Μάνου Χατζιδάκι που μας εξασφάλιζε απόλυτη ελευθερία, άκουγε τη γνώμη μας και μας ενθάρρυνε. Κι επειδή μας εμπιστευόταν, εμείς κάναμε διπλάσια προσπάθεια για να είμαστε αντάξιοι της εμπιστοσύνης του. Υπήρξε πολύτιμος πέρα από μουσικός, ως άνθρωπος, ως σκέψη, ως παράδειγμα. Γι’ αυτό κι ένα απ’ τα μεγάλα μαθήματα που πήρα, είναι να εμπιστεύομαι τους νέους ανθρώπους. Έτσι και με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο όταν διάβασα το βιβλίο του, του ζήτησα να συνεργαστούμε και ανέλαβε το λιμπρέτο.

Θα συνθέτετε όσο ζείτε;
Ελπίζω, είναι μια διαρκής μάχη για την επιβίωση. Όχι την οικονομική, αλλά την εσωτερική. Ο Τσέχος συνθέτης Γιάνατσεκ άρχισε να γράφει στα εξήντα του και τα αριστουργήματά του τα έκανε στα εξηνταπέντε. Αυτός ήταν το πρότυπό μου. Εγώ δεν είμαι υπέρ του «ζήσε γρήγορα-πέθανε νέος», δεν είμαι γεννημένος ροκάς. Είμαι του «ζήσε αργά, γέμιζε και πέθανε πλήρης». Η ηλικία είναι δευτερεύον. Φτάνει να προλάβεις να πάρεις μυρωδιά τι γίνεται. Βέβαια, κι ο Ρεμπώ ή ο Μότσαρτ, πρόλαβαν. Αλλά εγώ είμαι με τον Γιάνατσεκ! Αργά και σταθερά…

Info παράστασης:

Εθνικό Θέατρο: «Ειρήνη» του Αριστοφάνη | 21 – 22 Ιουλίου 2017 | Διάρκεια 100′ | Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου