Δείτε πού παίζoνται οι ταινίες

Για δύο ανιμέισον θα μιλήσουμε σήμερα, ένα αποκλειστικά ενήλικο, αφού το «Πάρτι με Λουκάνικα» είναι ακατάλληλο για ανηλίκους κι ένα κατάλληλο μεν για όλους, αλλά όσο μεγαλύτερο είναι το παιδί τόσο το καλύτερο, ενώ αν είσαι ενήλικος «Ο Κούμπο και οι Δύο Χορδές» είναι ένα απρόσμενο κινηματογραφικό βίωμα. Αν την πρώτη περίπτωση έχουμε μια ταινία που «δεν κάνει» να δει ένα παιδί, στη δεύτερη έχουμε μια ταινία που δεν κάνει να χάσει ένας μεγάλος.

Αποτέλεσμα εικόνας για sausage party

Αν πεις ότι ο πολιτισμός μας είναι ανθρωποκεντρικός θα ακουστεί ως κάτι καλό, αφού έχουμε φορτίσει την έννοια «άνθρωπος» και τα παράγωγά της με θετικό πρόσημο. Υπάρχει όμως και η πιο ουδέτερη διάσταση. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως το κέντρο του κόσμου. Κυριαρχώντας στο περιβάλλον του πλανήτη του, καταναλώνοντας κι εκμεταλλευόμενος παντοιοτρόπως την πανίδα και τη χλωρίδα και μην γνωρίζοντας ακόμα αν υπάρχει ζωή αλλού, ο άνθρωπος είναι ένα ον που έχει μάθει να θεωρεί τον εαυτό του υπόλογο μόνο ως προς το πώς φέρεται στους άλλους ανθρώπους.

Το «Πάρτι με Λουκάνικα» δίνει υπόσταση στα προϊόντα του σούπερ μάρκετ

Μια βασική ιδιότητα των μη κινηματογραφικών και κατεξοχήν των κινηματογραφικών παραμυθιών και δη των ανιμέισον είναι να δίνουν υπόσταση σε ζώα, αντικείμενα, παιχνίδια, να δίνουν σκέψη, λόγο και ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε όλα όσα γύρω μας δεν έχουν. Το «Πάρτι με Λουκάνικα» δίνει υπόσταση στα προϊόντα του σούπερ μάρκετ. Δεν έχουμε να κάνουμε με τα ζώα ή τα φυτικά προϊόντα που θα τα φάει ο άνθρωπος και τα οποία διαπιστώνουν με τρόμο ότι προορίζονται να εξολοθρευτούν. Έχουν ήδη μεταποιηθεί  σε τρόφιμα και καταναλωτικά αγαθά. Και βρίσκονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Τα σούπερ μάρκετ είναι μια σύγχρονη εκκλησία. Είναι ένας τόπος συνάθροισης, ένας τόπος που ακόμα απαιτείται η φυσική σου παρουσία. Ένας τόπος που ο άνθρωπος εν μέρει λειτουργεί ως καταναλωτής και εν μέρει προσπαθεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Ένας τόπος που αν πας με άδεια τσέπη, τα ράφια από τόπος προσκυνήματος μετατρέπονται σε τόπο απαγορευμένο, αλλά αν πας έχοντας λεφτά στην τσέπη, ξέρεις ότι και αυτή την εβδομάδα έχεις νικήσει, έχεις επικρατήσει στον ανταγωνισμό, ότι και αυτή την εβδομάδα μπορείς να συνεχίσεις να κουβαλάς ψώνια

Αποτέλεσμα εικόνας για sausage party

Υποστασιοποιώντας τα προϊόντα λοιπόν. Αν στο σούπερ μάρκετ παίζεται κατά κανόνα (οδυνηρά) ανώδυνη και (δυσάρεστα) ευχάριστη αποβλακωτική μουσική, τι θα συνέβαινε αν δεν έμπαιναν μόνο όσοι ψώνιζαν σε αυτό το χαζοχαρούμενο τριπάκι; Αν αντίστοιχη εκπλήρωση με τον καταναλωτή ένιωθε και το προς επιλογή και αγορά προϊόν. Τα προϊόντα τραγουδούν κάθε πρωί και περιμένουν με την υπέρτατη προσδοκία να επιλεχθούν από το ανθρώπινο χέρι, να μπουν στο καλάθι και να βγουν προς το επέκεινα της ύπαρξής τους, προς το Μεγάλο Φωτεινό. Ζουν σε μια θεμελιώδη πλάνη ως προς την ύπαρξή τους. Αγνοώντας ότι οι άνθρωποι τα ψωνίζουν για να τα βράσουν, τηγανίσουν, τεμαχίσουν, καταβροχθίσουν, σκοτώσουν, πάνε οικειοθελώς και ευτυχισμένα στα χέρια των δήμιών τους.

Ο μόνος που θα μπορέσει να τα ακούσει να μιλάνε θα είναι ένας μαστούρης στο απόγειο της μαστούρας του, όπως πιθανώς μαστούρικη ήταν και η αρχική σύλληψη της ιδέας της ταινίας. Είναι το «Πάρτι με Λουκάνικα» μια ταινία ξεκαρδιστική; Μολονότι συνολικά δεν είναι τόσο πολύ αστεία, υπάρχουν μερικά σημεία που όντως ξεκαρδίζεσαι. Είναι μια ταινία πολυεπίπεδη και γεμάτη συμβολισμούς;

Η ταινία πρέπει να γεννήθηκε μέσα από ένα αγορίστικο αστείο

Νομίζω πως ενώ μπορεί να μιλήσει κανείς για συμβολισμούς, τελικά όχι, η ταινία δεν εκκινεί από μια θέση βάθους και δεν φτιάχτηκε με τον σκοπό της παραβολής. Η ταινία πρέπει να γεννήθηκε μέσα από ένα αγορίστικο αστείο, η βασική ιδέα πρέπει να ήταν το πόσο αστείο είναι το σύμπλεγμα λουκάνικα μέσα στο ψωμάκι στο χοτ ντογκ. Ότι η βασική έμπνευση πρέπει να ήταν το να δώσουμε την ευκαιρία στο πέος – λουκάνικο να συζητά με το αιδοίο – ψωμάκι και να του λέει πόσο θέλει να μπει μέσα του. Και πράγματι όταν έρχεται η σκηνή της μεγάλης παρτούζας των προϊόντων, εκεί τα δίνουν όλα και τα προϊόντα και οι οι δημιουργοί, καθώς ναι, προφανώς και η σκηνή είναι εντελώς χαβαλεδιάρικη, αλλά ταυτόχρονα έχει και κάτι το διονυσιακά απελευθερωτικό σαν να βρισκόμαστε στο τέλος του «Shortbus». Κι αν υπάρχει εν πάση περιπτώσει ένα σκοπούμενο σοβαρό εντός ή εκτός εισαγωγικών μήνυμα στην ταινία, είναι το άνθρωποι, άνθρωποι (ή προϊόντα, προϊόντα) προς τι τα μίση και ο αλληλοσπαραγμός, μην ασχολείστε με τους παραδείσους μετά, αφήστε τα φυλετικά και πολιτισμικά μίση. Και πιάστε, ξέρετε τι.

Αποτέλεσμα εικόνας για sausage party

Κι όταν τα προϊόντα ανακαλύψουν ότι υπάρχει μια ακόμη πλάνη μέσα στην πλάνη της υπόστασής τους, όταν ανακαλύψουν ότι υπάρχει ένα ακόμη βαθύτερο μυστικό σε σχέση με το ποιοι είναι και το τι κάνουν σε αυτόν τον κόσμο, η ανακάλυψη θα γίνει κι αυτή με όρους χαβαλέ, σε αντίθεση ας πούμε με το τέλος του «Lego Movie» πάνω στο οποίο είχε στηθεί εξαρχής και ιδιοφυώς όλη η ιδέα της ταινίας. Τελικά όμως αυτό το κι από εδώ και από εκεί, όλη αυτή η ακροβασία μεταξύ σοβαρού και αστείου, δεν αποτελεί μειονέκτημα της ταινίας. Κάθε άλλο. Νομίζω δηλαδή ότι αν η ταινία προσπαθούσε να προσποιηθεί ότι είναι πιο βαθυστόχαστη από ό,τι είναι, ή αν κάνουμε το λάθος εμείς να την πάρουμε τελείως στα σοβαρά, τότε είναι που θα την αδικήσουμε. Η ταινία είναι στην καρδιά της ένα εφηβικό καλαμπούρι μεν, καλαμπούρι όμως που μετατρέπεται σε καλλιτεχνική ελευθερία, βγάζοντας έναν αέρα φρεσκάδας και κινηματογραφικής διαφορετικότητας εντελώς ευπρόδεκτο. Κι αν δούμε ότι αυτή η παρέα γύρω από τον Σεθ Ρόγκεν μας έδωσε πριν λίγα χρόνια το απολαυστικότατο «Τhis is the End», υπάρχει ένας ευδιάκριτος δρόμος εξερεύνησης έξω από τα εσκαμμένα, ώστε να προκύψουν ταινίες όντως διαφορετικές, όντως πρωτότυπες, όντως μη τυποποιημένες. Και γι’ αυτό μόνο μπράβο μπορεί να πει κανείς. Όπως τέλος ως υποσημείωση αξίζει κι ένα μπράβο στον άνθρωπο που έκανε την ελληνική μετάφραση, προσφέροντάς μας στους υποτίτλους φράσεις όπως «Φρούτα του Μπάφους».

Αποτέλεσμα εικόνας για kubo two strings

«Ο Κούμπο και οι Δυο Χορδές» σου ξαναθυμίζει πόσο απολαυστικό ταξίδι μπορεί να είναι το σινεμά. Αυτή η όλο και πιο δυσεύρετη διάσταση του κινηματογράφου, ότι η ταινία που παρακολουθείς, η ταινία μέσα στην οποία μπήκες είναι ένα ταξίδι που ξεκίνησες. Που ξέρεις εκ των πραγμάτων ότι θα κρατήσει μόνο 1 1/2 – 2 ώρες. Αλλά που ξέρεις ταυτόχρονα ότι μόνο τόσο δεν θα κρατήσει, ότι εδώ είναι κάτι το έξω από τα συνηθισμένα, ότι εδώ η υφή του χρόνου αλλοιώνεται, ο χρόνος πυκνώνει, καθίσταται διαφορετικός, σημαντικός, εδώ είναι κάτι που θα θυμάσαι, εδώ είναι κάτι που βρήκε χώρο και χαράσσεται, εδώ είσαι εσύ εντελώς συντονισμένος με την ταινία και η ταινία εντελώς συντονισμένη μαζί σου.

Αποτέλεσμα εικόνας για kubo two strings

Ο Κούμπο έχει μόνο ένα μάτι και μόνο έναν γονιό. Και τι γονιό. Όταν γνωρίζουμε τη μάνα του, μοιάζει σαν να έχει κλινική κατάθλιψη. Ο Κούμπο γέρνει δίπλα της, εκείνη ούτε το χέρι δεν κάνει να τον πιάσει για μια αγκαλιά. Εκείνος είναι που τη φροντίζει και την ταίζει, εκείνη είναι που τρέφεται με το ζόρι. Αργότερα βέβαια η μητέρα του θα ζωντανέψει κάπως, θα εξηγηθεί η θλίψη της βάσει του παρελθόντός της, θα γίνει κάπως παρούσα. Αλλά μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαία η αρχική της απεικόνιση. Και κάποια στιγμή θα του πουν ότι ήταν ήρωας και πριν ακόμα γίνει ήρωας, ήταν ήρωας όταν παρίστανε το γονιό του γονιού του.

Αλλά τα παιδιά δεν είναι φτιαγμένα για τη σκοτεινιά και τη θλίψη. Τα παιδιά έχουν μια φυσική ροπή προς το φως και τη χαρά και όλη η πορεία τους προς την ενηλικίωση είναι ίσως η σταδιακή πορεία μείωσης αυτής της αυθόρμητης χαράς. Οπότε και ο Κούμπο με το ένα μάτι που το έβγαλε ο παππούς του, ο παππούς του που σκότωσε και τον πατέρα του, ο παππούς του που με τις θείες του τον ψάχνουν για να του βγάλουν και το άλλο –«Μα γίνονται αυτά μεταξύ συγγενών;» θα ρωτήσει τη μαμά του-, ο Κούμπο που πρωτοσυναντάμε σε μια κατασκότεινη θάλασσα με πελώρια κύματα, ο Κούμπο που έχει περάσει τα πάνδεινα δεν είναι ένα μελαγχολικό παιδί. Φεύγει κάθε μέρα από την απομονωμένη σπηλιά της αποξένωσης στην οποία ζει με τη μαμά του, κατεβαίνει  στο χωριό κι αρχίζει να λέει τις ιστορίες του. Με τον πιο μαγικό τρόπο. Οι ιστορίες αρχίζουν να ξεπηδούν από το χαρτί, σελίδα τη σελίδα, αλλά όχι ως σελίδες που γεμίζουν με λέξεις, οι σελίδες γίνονται το σώμα της ιστορίας, σχηματίζοντας με χαρτιά Οριγκάμι  πολεμιστές και μάχες. Και ξεπηδούν μέσα από το τρίχορδο μουσικό όργανο του Κούμπο (για το οποίο υπάρχει μεγάλη παράδοση αφήγησης ιστοριών και συνοδείας θεάτρου όπως το Καμπούκι, στην Ιαπωνία). Ο Κούμπο παίζει το όργανο και η μούσα – μουσική σχηματοποιεί εικόνες. Και οι ιστορίες γεννιούνται. Αλλά ο Κούμπο δεν θα διηγηθεί παραμύθια για να ξεχνά. Ο Κούμπο θα διηγείται την πατρώα ιστορία, την ιστορία της καταγωγής του, θα επαναφέρει τον απόντα πατέρα του. Και στην ιστορία του και τα χαρτιά του θα είναι ξανά ο τρανός σαμουράι που υπήρξε. Ο Κούμπο ψάχνει να αναβιώσει με κάθε τρόπο τον πατέρα του. Και θα βρεθεί μέσα σε μια ιστορία που η μαγεία είναι μνήμη και η μνήμη είναι μαγεία και όλα είναι μαζί ζωντανή παρουσία και υποκατάσταση.

Αποτέλεσμα εικόνας για kubo two strings

Και η ταινία τελικά καταλήγει να είναι τόσο ένας ύμνος στη μαγική δύναμη της μνήμης όσο την ίδια στιγμή και μια υπενθύμιση, όπως ακριβώς στο «Oldboy» του Παρκ Τσαν Γουκ, ότι καμιά φορά όταν οι μνήμες είναι εξαιρετικά επώδυνες, το σβήσιμό τους, η η μη επαναφορά τους, η αντικατάστασή τους από εναλλακτικές αφηγήσεις για το ποιος ήσουν πριν και άρα ποιος σου επιτρέπεται να είσαι τώρα, είναι μια κάποια λύση.

Αποτέλεσμα εικόνας για kubo two strings

Ένα τεράστιο σκαθάρι σαμουράι, μια μαϊμού και ο Κούμπο τρώνε μαζί  γύρω από ένα νοητό τραπέζι. Συζητήσεις, πειράγματα, ζωντάνια. Ο Κούμπο λέει ότι πρώτη φορά τρώει με παρέα. Όταν έτρωγε με τη μαμά του, η μαμά του δεν ήταν παρούσα. Και ο μπαμπάς του εξ ορισμού απών. Τώρα ο Κούμπο τρώει με κάτι που θα μπορούσε να θυμίζει μαμά και κάτι που θα μπορούσε να θυμίζει μπαμπά. Αλλά είμαστε ακόμη στη μέση της ταινίας. Στο τέλος όλα θα φτιάξουν ακόμη περισσότερο. Έτσι δεν γίνεται πάντα στις ταινίες; Έτσι δεν γίνεται, αν μη τι άλλο, πάντα στις ταινίες τις παιδικές; Δεν θα γίνουν στο τέλος όλα καλά; Πώς αντιμετωπίζεται η απώλεια και πως φτιάχνεται η ταυτότητα; Με τη μνήμη; Με την μυθοπλασία; Με την υποκατάσταση; Με το να ξεχνάμε; Με το να θυμόμαστε; Με το να παραλλάσσουμε το παρελθόν μας; Με το να λέμε ιστορίες;