H Kριστίν είναι 17 στα 18, πηγαίνει στην τελευταία τάξη του σχολείου και του χρόνου θα πάει στο Κολέγιο. Σε ποιο όμως; Σε κάποιο ντόπιο; Ή στην Ανατολική Ακτή που ονειρεύεται να μετακομίσει, γιατί εκεί είναι η κουλτούρα που την εκφράζει; Η Κριστίν ζει στο Σακραμέντο, το οποίο το θεωρεί πλήρως μπανάλ, το οποίο το θεωρεί την πιο συντηρητική, βαρετή και κολλημένη περιοχή της Καλιφόρνια. Η Κριστίν έχει έναν λίγο μεγαλύτερο αδελφό, τον Μιγκέλ, ο οποίος -αν και δεν δηλώνεται ποτέ ρητά στην ταινία- είναι προφανώς υιοθετημένος. Η Κριστίν ήρθε στη ζωή των γονιών της απροσδόκητα, σαν θαύμα σχεδόν, η μητέρα της έμαθε ότι είναι έγκυος στα 42 της. Η Κριστίν έχει μια εντονότατη, όλο διακυμάνσεις σχέση με τη μητέρα της και μια πολύ πιο σταθερή και πολύ λιγότερο τρικυμιώδη σχέση με τον πατέρα της. Ο πατέρας της είναι γενικότερα πολύ χαμηλών τόνων άνθρωπος, είναι γλυκός και ενισχυτικός απέναντί της, αλλά ταυτόχρονα έχει και θέματα κατάθλιψης. Το παλεύει, δεν είναι παραδομένος, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση η ισχυρή παρουσία του σπιτιού. Ισχυρή παρουσία του σπιτιού και της ζωής της Κριστίν είναι η μητέρα της. Που δουλεύει σαν νοσοκόμα διπλές βάρδιες για να μπορεί να τα βγάζει πέρα η οικογένεια και για να πηγαίνει στο ιδιωτικό καθολικό σχολείο η Κριστίν (η οποία φυσικά τσινάει και αντιδρά και σε αυτήν την επιλογή). Που ανησυχεί διαρκώς για τα λεφτά, μιλάει διαρκώς για τα λεφτά, όχι αδικαιολόγητα μεν με βάση την οικονομική θέση της οικογένειας, αλλά στο όριο που το να μετράς κάθε σου κίνηση με βάση αν θα κοστίσει ένα δολάριο παραπάνω γίνεται δεύτερη φύση σου, στο όριο που η οικονομική στενότητα μετατρέπεται σε κυριολεκτική και μεταφορική τσιγκουνιά και μιζέρια. Η Κριστίν είναι 17 στα 18 και δεν θέλει να τη λένε Κριστίν. Της φαίνεται περίεργο κάτι τόσο καθοριστικό, όπως το όνομά μας, να μας το έχουν απονείμει οι γονείς μας, χωρίς να μας πέφτει λόγος. Έχει βρει έτσι η ίδια ένα όνομά για τον εαυτό της: “Lady Bird“.  Αν η εφηβεία είναι κατ’ εξοχήν ένα εναγώνιο ταξίδι για αναζήτηση ταυτότητας, για συγκρότηση ταυτότητας και εαυτού, η Κριστίν ξεκινά από την αρχή – αρχή της ταυτότητας: το όνομα. Ποια είμαι; Όχι η Κριστίν. Είμαι η Lady Bird.

Ξεκινά από το όνομα και λίγο πολύ καταλήγει κι εκεί. Γιατί αν περιμένει κανείς η Lady Bird να είναι ένα πλάσμα με ανησυχίες και κλίσεις ανάλογες του βαρύγδουπου ονόματός της, αυτό δεν ισχύει. Συμμετέχει κάθε χρόνο στις εκλογές του σχολείου, παίζει και στις θεατρικές παραστάσεις, αλλά δεν φαίνεται να ξεχωρίζει στις εκλογές, στο θέατρο, κάπου αλλού, ούτε καν στα μαθήματα. Και στην επιθυμία της να σπουδάσει στη Νέα Υόρκη, η μάνα της είναι κάθετα αντίθετη και απορριπτική. Όχι μόνο χρήματα δεν υπάρχουν για να υποστηρίξουν μια τέτοιου είδους προσπάθεια, αλλά της εξηγεί ότι λίγο πολύ δεν έχει και τα φόντα για σπουδές περιωπής. Δεν προσπαθεί αρκετά, δεν δουλεύει αρκετά, δεν είναι αρκετά έξυπνη, δεν το έχει γενικά. Δεν. Η μάνα της ξέρει να της λέει πολλά δεν και πολλά όχι.

«Θα ήθελα πολύ να σου αρέσω», λέει η κόρη. «Φυσικά και σ’ αγαπάω», απαντάει η μαμά. «Ναι, αλλά σου αρέσω;», ρωτάει η κόρη. «Απλά θέλω να γίνεις η καλύτερη δυνατή εκδοχή του εαυτού σου», εξηγεί η μαμά. «Και τι γίνεται αν αυτή εδώ είναι η καλύτερη δυνατή εκδοχή;», αναρωτιέται η κόρη. Με μια γκριμάτσα αποδοκιμαστική του στυλ «Έλα τώρα», κλείνει την κουβέντα η μαμά. Αν μας είναι σχεδόν αδύνατο να μην αγαπάμε τα παιδιά μας, το να τα εγκρίνουμε, το να γουστάρουμε ποια είναι και σε τι εξελίσσονται με τα χρόνια, το να «μας αρέσουν», είναι, άραγε, το ίδιο αυτονόητο; 

H μητέρα της Lady Bird φαίνεται να βγάζει μια διαρκή αρνητικότητα απέναντί της. Αν θέλει όντως η κόρη της να γίνει η καλύτερη δυνατή εκδοχή του εαυτού της, δεν θα έπρεπε να την παροτρύνει; Αντιθέτως της λέει διαρκώς να προσγειωθεί. Να συμφιλιωθεί με τις δυνατότητές της. Τις οποίες ταυτόχρονα δεν της επιτρέπει να διερευνήσει. Η μητέρα της είναι κράμα πραγματισμού και ματαίωσης. Και δυσκολεύεσαι να καταλάβεις αν η ματαίωση προέρχεται από το πώς είναι η κόρη, ή αν της πασάρει αυτούσια τη δική της ματαίωση. Η μητέρα της γράφει γράμματα που δεν της στέλνει. Η μητέρα της θυμώνει και της κρατάει μούτρα, σαν να είναι αυτή η έφηβη. Για άλλα δεν μετανιώνει ποτέ, για άλλα μετανιώνει πολύ αργά. Καταπνίγει και λογοκρίνει την τρυφερότητα και τη στοργή της. Η επικριτικότητα είναι ισχυρότερη από την τρυφερότητα. Δεν ενθαρρύνειαπαξιώνει.

Ναι, η μητέρα της μόνο ιδανική δεν είναι. Αλλά, αν πιστέψουμε τα λεγόμενά της, είναι σκάλες καλύτερη από ό,τι ήταν η δική της αλκοολική μητέρα ως προς την ίδια. Κι αν μη τι άλλο αγωνίζεται κάθε μέρα για την οικογένειά της. Είναι το υλικό σκέλος τόσο αμελητέο για την ανατροφή ενός παιδιού; Είναι το σκέλος της ασφάλειας και της σταθερότητας τόσο αμελητέο για την ανατροφή ενός παιδιού; Κι αν μη τι άλλο, οι προθέσεις της δεν είναι κακές. Κι αν μη τι άλλο, ακόμα και δεν της πολυαρέσει η κόρη της, ακόμη κι αν δυσκολεύεται να εκφράσει την αγάπη της, πάντως την αγαπά. Και ίσως είναι η πλειοψηφία των πυρηνικών οικογενειών που προσδιορίζεται από τέτοια συμπλέγματα αγάπης και καταπίεσης, καλών προθέσεων και χείριστων πρακτικών.

Υπό αυτήν την έννοια, το “Lady Bird” δεν απεικονίζει τόσο μια δυσλειτουργική οικογένεια, όσο μια οικογένεια που δεν ξεφεύγει και τόσο από τον μέσο όρο προβληματικότητας. Και κάπως έτσι η ιστορία ενηλικίωσης που καταγράφει είναι μια υγιής ιστορία ενηλικίωσης: όλα όσα η Κριστίν ζητάει από τον εαυτό της, όλα όσα κυνηγάει ως όνειρα, όλες οι σχέσεις που συνάπτει, όλα τα λάθη που κάνει, όλος ο τρόπος που αντιμετωπίζει την εφηβεία της είναι υγιής και φωτεινός. Είναι η εφηβεία μια σχέση σύγκρουσης με τον κόσμο; Μια σχέση ενσωμάτωσης στον κόσμο; Είναι ο συνδυασμός σύγκρουσης και ενσωμάτωσης; Ο κόσμος έχει τους όρους του, μου παρουσιάζεται ως δεδομένος κι εγώ καλούμαι να εντοπίσω το πώς μπορώ να κινηθώ μέσα του, ποια είναι τα περιθώρια κίνησής μου, αντίδρασής μου. Ο κόσμος μου παρουσιάζεται ως δεδομένος, εγώ όμως ως προσωπικότητα είμαι ακόμη ρευστή. Προσπαθώ να συγκροτηθώ και να προσδιοριστώ. Η σχέση μου με το όνομά μου. Η σχέση μου με τη μητέρα μου. Η σχέση μου με τον τόπο μου. Η σχέση μου με το άλλο φύλο. Η σχέση μου με τις φίλες μου. Όλα αλλάζουν διαρκώς. Δεν είναι όπως ήταν πριν ελάχιστα χρόνια. Τώρα τα βλέπω όλα αλλιώς. Τώρα δοκιμάζομαι και δοκιμάζω. Δυο φίλοι (ο Λούκας Χέτζες – του «Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» και των «Τριών Πινακίδων» και ο Τίμοθι Σαλαμέ – του «Να με φωνάζεις με το όνομά σου»). Δυο φίλες. Οι επιλογές μου. Τα κριτήριά μου. Όσα παίρνω. Όσα αφήνω πίσω.

Δεν ξέρουμε αν η Κριστίν θα διαπρέψει σε κάποιον τομέα της ζωής της. Αλλά είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι όπου κι αν πάει κι ό,τι κι αν κάνει, θα επιστρέφει πάντα στον τόπο που μεγάλωσε. Κι ότι όπου κι αν πάει κι ό,τι κι αν κάνει, θα επιστρέφει πάντα στη σχέση της με τη μητέρα της. H Kριστίν μπορεί να θυμάται πάντα τον πατέρα της με γλυκύτητα, αλλά βγαίνει στη ζωή και διαμορφώνει την προσωπικότητά της μέσα από τη σχέση της με τη μητέρα της. Και είναι πραγματικά εξαιρετικά πιθανό, αν μια μέρα έχει τη δική της κόρη να την μεγαλώσει με ακόμη λιγότερη καταπίεση και με πολύ λιγότερο φρακάρισμα από ό,τι την μεγάλωσε η μητέρα της, όπως και η μητέρα της έκανε το βήμα εμπρός σε σχέση με τη δική της. Όπως όμως κι αν μεγαλώσει η Κριστίν κι όποιο πρότυπο κι αν στήσει, θα δει τη δική της κόρη στην εφηβεία να προσπαθεί να προσδιοριστεί σε σχέση με αυτήν. Να προσπαθεί να της μοιάσει και να προσπαθεί να μην της μοιάσει. Και να μην είναι σίγουρη τι από τα δύο θέλει. Να προσπαθεί να βρει τον εαυτό της μέσα από τον ίδιο της τον εαυτό και στην προσπάθεια αυτή να συγκρούεται με το μητρικό πρότυπο του εαυτού.

Η Γκρέτα Γκέργουιγκ από πρωταγωνίστρια του Νόα Μπάουμπαχ και των αναλόγου κλίματος ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου ταινιών του, όπως το “Frances Ha” και “Greenberg”, γράφει και σκηνοθετεί το “Lady Bird“, κερδίζει διπλή υποψηφιότητα στα όσκαρ, ο σύντροφός της στη ζωή Μπάουμπαχ είναι δίπλα της στην τελετή, το “Lady Bird” μπορεί να μοιάζει κάπως πριμοδοτημένο και υπερτιμημένο σε σχέση το ντόρο που προκάλεσε, μπορεί ακόμη – ακόμη σαν την ηρωίδα του να μην είναι κάτι το ιδιαίτερα ξεχωριστό, είναι όμως σαν την ηρωίδα του κάτι το υγιές και φωτεινό. Και η Σίρσα Ρόναν με τη φοβερή και τρομερή Λόρι Μέτκαλφ (την οποία, όπως έχουμε ξαναπεί, αξίζει να δει κανείς σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας στο τρίτο επεισόδιο του “Horace and Pete’s”) συνθέτουν ένα αξιομνημόνευτο κινηματογραφικό δίδυμο μάναςκόρης. Αλλά αν πρέπει να διαλέξουμε ηθοποιό, δεν θα δυσκολευτούμε καθόλου να διαλέξουμε τη μάνα.