Η Ελένε είναι μια παντρεμένη μεσήλικη σύζυγος και νοικοκυρά. Δεν έχει δουλειά, δεν έχει παιδιά, δεν έχει κολλητές φίλες, δεν έχει οικονομικά προβλήματα, δεν έχει κάποια κοινωνική δραστηριότητα, χόμπι ή ενδιαφέρον να την κινητοποιεί, ο άντρας της κάθε πρωί φεύγει για δουλειά και μένει μόνη, έχει εκ των πραγμάτων ένα τεράστιο κενό να καλύψει στην καθημερινότητά της και τη ζωή της, το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο με τις δουλειές του σπιτιού. Το κενό αυτό το καταλάμβανε για χρόνια ο Θεός. Του ήταν αφιερωμένη πλήρως, στην εκκλησία παρακολουθούσε τη λειτουργία γονατιστή, έλεγε ότι τον ανακάλυπτε παντού, ότι τη γέμιζε η διαρκής παρουσία του. Μέχρι που έπαψε να τη γεμίζει, μέχρι που έχασε την πίστη της, μέχρι που αυτός ο τρόπος σκέψης δεν μπορούσε να τη βοηθήσει άλλο πια.

«Παράδοξη Ευτυχία» του Σβεν Τάντικεν

Γιατί ακόμη και αν υπάρχει Θεός, έχει αφήσει επάνω μας όλο το παιχνίδι ανακάλυψής του, έχει αφήσει πάνω μας τη ρύθμιση του μυαλού μας σε έναν τέτοιο ρυθμό, ώστε να είμαστε διατεθειμένοι να τον εντοπίσουμε παντού και να μας καλύπτει η Χάρη του. Αντίστροφα, οι περισσότεροι που σκέφτονται την Ελένε με συγκατάβαση ή με υποτιμητικό τρόπο για την πίστη της, μάλλον όταν βρίσκονται σε εντελώς ακραίες στιγμές φόβου και ανάγκης, έχουν απευθυνθεί σε μια ανώτερη ύπαρξη που κατά τα άλλα δεν πιστεύουν ότι υπάρχει. Η Ελένε λοιπόν, έχοντας τόσο κενό να γεμίσει στη ζωή της και τόσο λίγο εαυτό (γιατί όταν δεν ασχολείσαι με σχεδόν τίποτα στη ζωή σου, έχεις αδρανοποιήσει όλες τις πτυχές του εαυτού σου που θα σου έδιναν μια προσωπικότητα πιο διακριτή, πιο σκαλισμένη, πιο ενεργά παρούσα ώστε να έχει τι να κάνει και με τι να ασχοληθεί) βρισκόταν σε μια διαρκή ανάγκη για Θεό. Αλλά το μυαλό της και η καρδιά της κουράστηκαν πια. Και τώρα είναι πάλι μόνη. Και τα βράδια κοιμάται στα πατώματα και τους καναπέδες με την τηλεόραση ανοιχτή.

«Παράδοξη Ευτυχία» του Σβεν Τάντικεν

Μέχρι που ακούει για τον Έντουαρντ Γλουκ, έναν ψυχολόγο που συγγράφει οδηγούς αυτοβοήθειας και λυσάρια για την ευτυχία. Κι αγοράζει το βιβλίο του. Και βλέπει ότι εδώ της προσφέρεται ένα τριπάκι εντελώς αντίστοιχο με αυτό από το οποίο βγήκε. Γιατί ο ψυχολόγος έχει φτιάξει μια θεωρία που λέγεται «νέα κυβερνητική» ή κάπως έτσι και ισχυρίζεται ότι η ευτυχία μας δεν εξαρτάται τόσο από εξωτερικά ερεθίσματα και τις συνθήκες της ζωής μας, αλλά από το αν μπορέσουμε να επαναπρογραμματίσουμε το μυαλό μας έτσι ώστε να σκέφτεται ωραία πράγματα, να πηγαίνει σε ευτυχισμένες αναμνήσεις και να μένει εκεί ανακαλώντας το αίσθημά τους, ισχυρίζεται με δυο λόγια ότι όλα είναι στο μυαλό και ότι η ευτυχία είναι μια απόφαση, ότι αν αποφασίσουμε να σκεφτόμαστε με τρόπο που θα μας κάνει χαρούμενους, τότε θα γίνουμε χαρούμενοι.

«Παράδοξη Ευτυχία» του Σβεν Τάντικεν

H Eλένε ψήνεται και πάει να τον συναντήσει προσωπικά σε ένα συνέδριο όπου είναι ομιλητής. Θέλει να ανταλλάξει από κοντά λίγα λόγια μαζί του για να ψηθεί ακόμη περισσότερο, για να πειστεί ότι το τριπάκι που εισηγείται ο ψυχολόγος θα έχει επάνω της την επίδραση που είχε για χρόνια η Θεία Χάρη. Αλλά όταν τον συναντά κάτι γίνεται. Εκείνη, ήδη γοητευμένη πνευματικά από το έργο του, βρίσκει μάλλον ενδιαφέρουσα και τη φυσική του παρουσία. Εκείνος, δεν ήταν ήδη γοητευμένος, δεν είχε διαβάσει κάτι δικό της, δεν έχει να διαβάσει κάτι δικό της, γιατί η Ελένε δεν γράφει, δεν κηρύσσει νέες θεωρίες, αλλά η Ελένε, παρότι ντύνεται και χτενίζεται και βάφεται με τρόπο σαν να είναι ακόμη μεγαλύτερη από ό,τι είναι, η Ελένε, παρότι είναι σε όλα της συντηρητική και καταπιεσμένη και άχρωμη, έχει παρά ταύτα μια εντυπωσιακή φυσική ομορφιά που δεν μπορεί να καταπιεστεί και να κρυφτεί. Και μια τόσο ωραία γυναίκα που του δείχνει και τόσο πολύ θαυμασμό, δεν μπορεί παρά να τον γοητεύσει, όσο αυτός εκείνη.

«Παράδοξη Ευτυχία» του Σβεν Τάντικεν

Και κάπως έτσι ξεκινά μια σχέση μεταξύ τους, που είναι πολύ πιο κοντά σε μια εξωσυζυγική σχέση (για την Ελένε, ο Έντουαρντ είναι εργένης) παρά σε μια φιλική. Αλλά εξωσυζυγική σχέση χωρίς σεξ, χωρίς επίσης έναν ευθύ και συμβατικά δηλωμένο ρομαντισμό. Γιατί δεν είναι μόνο η Ελένε που την καταπιέζει και την κρατά καθηλωμένη ο εαυτός της. Ο Έντουαρντ, αυτός ο γεμάτος αυτοπεποίθηση σε βαθμό αλαζονείας επιτυχημένος ποπ γκουρού της ψυχολογικής αυτοβοήθειας, έχει με τη σειρά του τα δικά του θέματα, τις δικές του καθηλώσεις, τις δικές του ψυχολογικές στρεβλώσεις, τους δικούς του εθισμούς. Ο ρομαντισμός λοιπόν ανάμεσά τους θα έρθει μέσα από μονοπάτια αντισυμβατικά κι αφού σταδιακά συμβεί μια μετατόπιση: εκείνη μπορεί να γοητεύτηκε αρχικά από το μυαλό του κι εκείνος μπορεί να γοητεύτηκε αρχικά από την εμφάνισή της, αλλά στην πορεία αρχίζουν κι έρχονται ψυχικά κοντά, ένας τραυματισμένος άνθρωπος που συνδέεται με έναν άλλο τραυματισμένο άνθρωπο, όχι ένας συγγραφέας με μια γκρούπι, όχι ένας δάσκαλος με μια μαθήτρια, αλλά σε σχέση ισότιμη και κυρίως σε σχέση που η αυτοβοήθεια δίνει τη θέση της στην αλληλοβοήθεια, η θεωρία στο βίωμα, η πνευματική και σωματική αυτοϊκανοποίηση στην πληρότητα που δίνει η αληθινή ανθρώπινη επαφή.

Η ταινία του Σβεν Τάντικεν είναι αναμφίβολα ενδιαφέρουσα, ασυνήθιστη, διαφορετική, σε ιντριγκάρει και είναι καλοδεχούμενη και με το παραπάνω. Ξεφεύγοντας όμως κι αυτή όπως οι ήρωές της από τα συμβατικά μονοπάτια, είναι πολύ συζητήσιμο αν καταφέρνει να ρίξει πάνω στο θέμα της μια ματιά όσο προσωπική και διαυγή και ξεχωριστή αυτό θα απαιτούσε. Ο Τάντικεν δεν είναι Χάνεκε, δεν είναι Λαρς Φον Τρίερ, δεν είναι ο Βερχόφεν του «Εlle», με αποτέλεσμα η «Παράδοξη Ευτυχία» του να στερείται την πνοή ενός δημιουργού, αντί ενός απλά καλού σκηνοθέτη. Ευτυχεί όμως απόλυτα στο πρωταγωνιστικό της δίδυμο. Και του Ουρλίχ Τουκούρ και κυρίως της Μαρτίνα Γκέντεκ η οποία είναι χάρμα ιδέσθαι, καλλιτεχνικά όσο και κυριολεκτικά.

Θα κλείσω με μια ατάκα από την ταινία που δεν ξέρω αν είναι του Τάντικεν, της σκωτσέζας συγγραφέως Α. Λ. Κένεντι πάνω σε διήγημα της οποίας είναι βασισμένη η ταινία, ή αν είναι παράφραση κάποιου λαϊκού ανεκδότου. Ό,τι κι αν είναι πάντως είναι ιδιοφυής. Λέει ο Έντουαρντ στην Ελένε: «Όταν ήμουν μικρός προσευχόμουν συνεχώς προς το Θεό να μου χαρίσει ένα ποδήλατο. Μέχρι που κατάλαβα ότι ο Θεός δεν λειτουργεί έτσι. Έκλεψα λοιπόν ένα ποδήλατο και άρχισα να προσεύχομαι για συγχώρεση».

«Παράδοξη Ευτυχία» του Σβεν Τάντικεν