Προχτές μια φίλη αστειευόμενη παρατήρησε ότι όποιος σου προτείνει να πάρεις μαζί σου στις διακοπές τον «Οδυσσέα» του Τζόις, μάλλον δεν σε πολυσυμπαθεί. Και είναι εύλογο το χιούμορ εδώ: στις διακοπές θες κάτι που να μην το νιώσεις βαρύ, ένα ανάγνωσμα ευχάριστο και ζουμερό. Αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο που θα πάρεις μαζί σου θα είναι λιγότερων απαιτήσεων ή φτηνιάρικο. Υπάρχουν εξόχως καλογραμμένα βιβλία που στοχεύουν στο να ψυχαγωγήσουν, να τέρψουν τον αναγνώστη με την ομορφιά της γραφής και με μια ωραία ιστορία.

Από την άλλη, βιβλία που κάποιος ίσως θα θεωρούσε «βαριά», έχουν να προσφέρουν κρυμμένες απολαύσεις σε όποιον τους δώσει την ευκαιρία. Μισή οκά τέτοια βιβλία, επιλογή από τα φετινά μου αναγνώσματα, καταγράφω εδώ, μεσούντος του θέρους και του καύσωνα. Πολύ καλή ιδέα και για δώρο όλα τους. Συν ένα νομικό για μερακλήδες.

«Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ» του Μόρντεκαϊ Ρίχλερ

(εκδ. Πόλις, μτφ. Κατερίνα Γεωργαλλίδη – Στρατής Μπουρνάζος)

 

Η αρχή αυτής της ιστορίας είναι περίεργη: η δολοφονία ενός εξημερωμένου κορακιού, ένα έλκηθρο που το σέρνουν σκυλιά, ένας χαρισματικός Εβραίος. Ο Ρίχλερ σε αυτό το μυθιστόρημα κάνει μια σαρωτική βόλτα στη γεωγραφία του Καναδά και ανασυνθέτει την καναδική εθνική ταυτότητα, ενώ παράλληλα αναδεικνύει διάφορα παγκόσμιας κλάσης φαινόμενα: τον αντισημιτισμό, τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, τους διπρόσωπους πολιτικούς, έναν πότη γιο που βιώνει την άσχημη αγάπη ενός ζηλιάρη πατέρα. Ένα βιβλίο με την επική κομψότητα και ψυχολογική πολυπλοκότητα μιας ταινίας του Μπερτολούτσι, με τον συγγραφέα να μας δείχνει το καινοφανές όσο και το κοινότυπο, και με το λαό του, τον καναδικό λαό, να αναδύεται ως έθνος. Εκπληκτικό.

«Το Νησί του Σημείου Νέμο» του Ζαν-Μαρί Μπλας ντε Ρομπλές

(εκδ. Πόλις, μτφ. Δημήτρης Δημακόπουλος)

 

Ένα ονειρικό μυθιστόρημα περιπέτειας και μυστηρίου όπου ο Σέρλοκ Χολμς συναντά τον Ιούλιο Βερν. Από τον Δαρείο και τα Γαυγάμηλα της αρχαιότητας μέχρι τη σημερινή Γαλλία όπου ένας σιχαμερός Κινέζος διευθύνει ένα εργοστάσιο παραγωγής συσκευών kindle (που παλιά ήταν καπνεργοστάσιο με ενδιαφέρουσα ιστορία). Και όλα αυτά με αφορμή ένα πανάρχαιο διαμάντι που αλλάζει χέρια. Ένα απολαυστικό ανάγνωσμα που ταυτόχρονα θέτει έναν βαθύ προβληματισμό σχετικά με τη λογοτεχνία γενικότερα και τους κινδύνους που την απειλούν στην ψηφιακή εποχή μας. Γιατί όλοι οι συγγραφείς μας αφηγούνται τις ζωές τους; Τις θεωρούν τόσο ενδιαφέρουσες αλήθεια; Και τι μένει τελικά στη μνήμη μας από τη λογοτεχνία, αν όχι η μπερδεμένη και αλλόκοτη σύνοψη των βιβλίων που έχουν αλλάξει τη ζωή μας;

«Καλησπέρα σας κύριε Σεφέρη» της Μαρίας Χούκλη

(εκδ. Ποταμός)

 

H «συζήτηση» με τον Γιώργο Σεφέρη που συνέθεσε η Μαρία Χούκλη είναι το καλύτερο δώρο που μπορείτε να κάνετε στον εαυτό σας ή σε κάποιον που αγαπάτε. Αυτός ο ευσύνοπτος «σεφερικός διάλογος» σταχυολογεί διακριτικά από τον πάντα επίκαιρο στοχασμό του ποιητή αλλά με βαθιά κριτική οξύνοια και με ακριβό γούστο, ενώ φαντάζεται και την τροχιά της σκέψης του, το πού θα μπορούσε να πάει, πώς θα απαντούσε σε ερωτήσεις που δεν του έγιναν ποτέ. Αναδεικνύει έτσι και την κυρία Χούκλη, όχι μόνο ως γνώστη του σεφερικού έργου και λόγου, αλλά και ως πνευματική προσωπικότητα ιδία δυνάμει: οι επιλογές μας δείχνουν ποιοι είμαστε άλλωστε. Είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο για να έχει κανείς στην τσάντα του και να διαβάζει αποσπάσματα στο μετρό, στο λεωφορείο, στην ουρά, στο παγκάκι. Ανεκτίμητο.

«Ένα πρωί, νωρίς» της Βιρτζίνια Μπέιλι

(εκδ. Ίκαρος, μτφ. Μαρία Αγγελίδου)

 

Έχουμε ακούσει πολλές ιστορίες για οικογένειες που βοήθησαν Εβραίους κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η Βιρτζίνια Μπέιλι αφηγείται μια τέτοια ιστορία και την τοποθετεί στην Ιταλία όπου, μετά την συνθηκολόγηση και την ανατροπή του Μουσολίνι, οι ναζί ανέλαβαν δράση εις βάρος των ιστορικών εβραϊκών κοινοτήτων της Ρώμης, της Γένοβας, της Φλωρεντίας. Η οικογένεια Λέβι, Εβραίοι της Ρώμης, φορτώνονται σε φορτηγά από τους χιτλερικούς και μέσα στην απόγνωση η μάνα αρπάζει το μικρό γιο της, τον Ντανιέλε, και τον ρίχνει στην αγκαλιά της Κιάρα Ραβέλο, μιας Ιταλίδας περαστικής που παρακολουθεί τη φρίκη. Η Κιάρα παίρνει το παιδί μαζί της και το μεγαλώνει μαζί με την αδελφή της, την επιληπτική Σεσίλια. Τριάντα χρόνια αργότερα μια κοπέλα από την Ουαλία, η Μαρία, εμφανίζεται στη ζωή της Κιάρα, που ζει παρέα με την κολλητή της φίλη, τη Σιμόν. Ο Ντανιέλε, ο θετός γιος της Κιάρα, είναι η μεγάλη απουσία γύρω από την οποία χτίζεται αυτό το όμορφο, καλογραμμένο και πονετικό μυθιστόρημα. Αλλά παρ’ όλο το σχηματικό αυτό κενό στο κέντρο του, το βιβλίο είναι κάθε άλλο παρά κούφιο: σιγά-σιγά μαθαίνουμε την ιστορία της ζωής της Κιάρα και τα μυστικά της, το πώς γνωρίστηκε με τη Σιμόν, τι συνέβη με τον Ντανιέλε στη δεκαετία του ’50 και τι συνδέει την Κιάρα με τη Μαρία, ενώ παράλληλα βλέπουμε τη ζωή στις γειτονιές της Ρώμης (όπου το ιδιωτικό και το δημόσιο συμπλέκονται αξεδιάλυτα, οι άνθρωποι ζουν με ανοιχτές πόρτες, η ιδιωτικότητα περιορίζεται στα λίγα εκατοστά του κρανίου και η εκκλησία είναι βασικός παράγων της ζωής – ο πατήρ Αντόνιο είναι καταλύτης στην ιστορία που παρακολουθούμε) καθώς και τη φρίκη του πολέμου και των δεινών που προκαλεί. Δεν ξέρω αν αυτό θεωρείται «γυναικεία» λογοτεχνία, αλλά πρέπει να έχεις καρδιά από πέτρα για να μη σε αγγίξει αυτή η ολοζώντανη ιστορία – ιδίως σήμερα, σ’ έναν κόσμο όπου χιλιάδες οικογένειες διαλύονται από τον πόλεμο και την καταστροφή.

 

«Η Ιδιωτική Ζωή των Δέντρων» του Αλεχάντρο Ζάμπρα

(εκδ. Ίκαρος, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης

 

O Ζάμπρα ανήκει στην πρώτη γραμμή της σύγχρονης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Γράφει με μια ποιητική διαύγεια που εμπλέκει απόλυτα τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή ενώ έχει μια τρομερή ικανότητα να υπογραμμίζει την εγγενή αμφισημία των πραγμάτων, ακόμη και όσων φαινομενικά μοιάζουν σαφή και μονοσήμαντα. Το μεγαλύτερο ατού που έχει το σύντομο αυτό μυθιστόρημα (στην έξοχη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη) είναι ο τρόπος που απεικονίζει τις σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Κανείς δεν λέει μεγάλα λόγια σ’ αυτό το ήσυχο βιβλίο. Η πιο «μεγαλόστομη» φράση του βιβλίου είναι η υπόσχεση του Χουλιάν ότι θα πάρει την θετή του κόρη τη Ντανιέλα και θα την πάει να δουν μαζί το χιόνι (μια υπόσχεση εντελώς σπαρακτική παρά τη λιτότητά της). Το εξαιρετικό με τους χαρακτήρες είναι ακριβώς ότι δεν έχουν τίποτε το εξαιρετικό: είναι μέσοι καθημερινοί άνθρωποι, αλλά αυτή τους η ιδιότητα ουδέποτε τονίζεται (πράγμα που θα έκανε το βιβλίο μπανάλ). Δεν υπάρχει κανενός είδους στόμφος εδώ, πράγμα που δίνει στο βιβλίο μια τρομερά αυθεντική αίσθηση. Ένα βιβλίο που καθώς το διαβάζεις νιώθεις ότι σε χωράει, ότι θα μπορούσες να ζεις μέσα του. Ένα βιβλίο που, όπως εύστοχα παρατήρησε ο μεταφραστής του, «είναι μπονζάι: δεν μεγαλώνει όχι επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή δεν χρειάζεται».

«Η Νέα Επιστημονική Γνώση» του Τζιαμπατίστα Βίκο

(εκδ. Gutenberg, μτφ. Γιώργος Κεντρωτής)

 

Το βιβλίο αυτό του Τζιαμπατίστα Βίκο είναι έργο νομοθετικό (όπως τα έλεγε ο Σεφέρης) της κοινωνικής επιστήμης, της σημειωτικής, της φιλοσοφίας της ιστορίας, της ανθρωπολογίας και της επιστημολογίας. Είναι το έργο που προεικονίζει και αναγγέλλει τον επερχόμενο Διαφωτισμό. Είναι ένα αποθησαύρισμα γνώσεων και κριτικών παρατηρήσεων πού φωτίζει το πώς προέκυψε αυτό το θαυμαστό και θαυμάσιο πλάσμα: ο νεωτερικός άνθρωπος. Πάμπολλα πράγματα που σήμερα μας φαίνονται αυτονόητα διατυπώνονται ως καινοτόμες, πρωτότυπες παρατηρήσεις από αυτόν τον μεγαλοφυή φιλόσοφο. Μνημειώδης άθλος του Γιώργου Κεντρωτή και τον εκδόσεων Gutenberg, αυτό το προδρομικό του Έκο αριστούργημα είναι ένα βιβλίο εντελώς αλλιώτικο από τα άλλα που το απολαμβάνεις σαν αιωνόβιο απόσταγμα.

Και ένα για μερακλήδες:

«My Own Words»

(εκδ. Simon & Schuster)

 

Είναι μια συλλογή από αποφάσεις, άρθρα, γραπτά, συνεντεύξεις και ομιλίες της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ πάνω στη ζωή της και στη μεγάλη της αγάπη, το νόμο, που περιλαμβάνει τις απόψεις και αναμνήσεις της για πληθώρα θεμάτων: από την ισότητα των δύο φύλων μέχρι την καθημερινότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από την εβραϊκή ταυτότητα μέχρι την όπερα, από το Αμερικανικό Σύνταγμα μέχρι τα ταξίδια. Η γεννημένη το 1933 νομικός υπήρξε τη δεκαετία του ’70 μέλος ΔΣ και νομική σύμβουλος της American Civil Liberties Union (ACLU), μιας από τις ιστορικότερες και μαχητικότερες ΜΚΟ για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το 1980 ο πρόεδρος Κάρτερ την τοποθέτησε (με τη συναίνεση της Γερουσίας) στο Ομοσπονδιακό Εφετείο για την επαρχία της Κολούμπια (γνωστό ως D. C. Circuit) και το 1993 ο πρόεδρος Κλίντον την διόρισε στο Ανώτατο Δικαστήριο (από τους 100 Γερουσιαστές, οι 97 ψήφισαν υπέρ του διορισμού της). Από τότε μέχρι και σήμερα υπήρξε η πιο προοδευτική φωνή του Δικαστηρίου, μια σοφή νομικός και σπουδαία δικαστής, με τα μάτια και τα αυτιά της στραμμένα μόνιμα προς την ισότητα, την δικαιοσύνη, την ελευθερία και την αλληλεγγύη. Η Γκίνσμπεργκ άσκησε και ασκεί ισχυρή επιρροή στο αμερικανικό δίκαιο με τις αποφάσεις της και ταυτόχρονα έγινε σύμβολο της ποπ κουλτούρας, μια από τις πιο σημαίνουσες γυναίκες στην ιστορία της Αμερικής.