Το πραγματικά πολυσυλλεκτικό φετινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών, όπως απλώνεται από το κέντρο της Αθήνας μέχρι τις απόμερες γειτονιές του Περάματος και από τις θεατρικές σκηνές -συμβατικές και μη- μέχρι και μέσα σε σπίτια, προμηνύει αν μη τι άλλο να μην αφήσει «κανέναν» από τους κατοίκους της πρωτεύουσας ανυποψίαστο. Χωρίς να λείπουν οι «σίγουρες» παρουσίες, ή και τα εγγυημένα sold outs (δεν μπορούμε να φανταστούμε κάτι διαφορετικό, π.χ., για τη σύμπραξη Ουίλσον και Μπαρίσνικοφ), το φετινό εγχείρημα εμπεριέχει ρίσκο. Το στοίχημα μιας καλής διοργάνωσης, κατ΄ αρχήν, φέτος αποκτάει άλλο βάρος, καθώς ένα πληθωρικό πρόγραμμα δεκάδων παράλληλων δράσεων διαφορετικών ειδών, άρα με πολλές επιμέρους ανάγκες και τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό, θα τρέχει καθημερινά απ’ άκρη σ’ άκρη σε ολόκληρη την Αττική (μέχρι και την Ελευσίνα).

Η πληθωρικότητα του προγράμματος, βέβαια, δε βάζει το Φεστιβάλ σε «ομάδα υψηλού ρίσκου» μόνο για τον παραπάνω παράγοντα, της καλής οργάνωσης. Μένει να κριθεί στην πράξη η απόφαση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου να εντάξει στους κόλπους του ένα όσο το δυνατό πληρέστερο αποτύπωμα της εγχώριας καλλιτεχνικής έκφρασης, περιλαμβάνοντας και είδη όπως η stand up comedy ή φιλοξενώντας -ως «προφεστιβάλ»- το «φυτώριο» νέων φωνών, το Bob Festival, ή προσκαλώντας ακόμη και συλλογικότητες, κοινωνικές κολλεκτίβες και ακτιβιστές να παρουσιάσουν τη δουλειά τους που αναμειγνύει την τέχνη με την κοινωνική παρέμβαση.

Μάνια Παπαδημητρίου B.ound - το σκηνικό που φοβάται / Christiana Lambrinidis - ©Μαριλένα Σταφυλίδου

Μάνια Παπαδημητρίου B.ound - το σκηνικό που φοβάται / Christiana Lambrinidis – ©Μαριλένα Σταφυλίδου

Στην ουσία τίθεται το θέμα, όπως με διάφορες άλλες αφορμές έχουμε διερωτηθεί, «τι φεστιβάλ θέλουμε;». Ένα φεστιβάλ-ομπρέλα της εγχώριας παραγωγής και οικοδεσπότη μερικών ξένων «ονομάτων»; Ή ένα «επιλεκτικό» φεστιβάλ, π.χ. με θεματικό προσδιορισμό, με προσανατολισμό στην ανάδειξη νέων φωνών (σκηνοθετών, συγγραφέων κ.ά.), με εργαστηριακό χαρακτήρα (και όπου αλλού μπορεί να προσανατολιστεί ο εκάστοτε Διευθυντής του); Εύκολες, σίγουρες και, κυρίως, σωστές απαντήσεις δεν υπάρχουν. Το Φεστιβάλ, όπως κάθε «θεσμός», είναι ένα δυναμικό σχήμα που μορφοποιείται αναλόγως του προσωπικού οράματος των διαχειριστών του.

Πάντως, και καλλιτεχνικά, το ρίσκο φέτος μοιάζει μεγάλο. Μιλώντας για την εγχώρια παραγωγή, μπορεί οι καλλιτέχνες να είναι στην πλειοψηφία τους δοκιμασμένοι, όμως, όπως και μια γρήγορη ματιά μαρτυράει, οι επιλογές τους μόνο «αναμενόμενες» δεν είναι. Άγνωστα ή ελάχιστα παιγμένα έργα (και συγγραφείς), αρκετά από τα οποία μη θεατρικά, αποτελούν την πρώτη ύλη των περισσότερων ελληνικών παραγωγών που θα φιλοξενηθούν στις σκηνές της Πειραιώς 260, οι οποίες και αναλαμβάνουν να φιλοξενήσουν το, ας το πούμε, «συμβατικό» θέατρο που μιλάει ακόμη με όρους ηθοποιού/ερμηνευτή-θεατή. Περισσότερες, όμως, φαίνεται να είναι οι δράσεις έξω από την Πειραιώς, οι διασκορπισμένες στην Αθήνα και τον Πειραιά, που αφορούν site specific performances, περιπάτους ή δρώμενα που βασίζονται σε τεχνικές θεάτρου ντοκουμέντου, και όπου αντί για θεατές είναι πιο δόκιμο να μιλάμε για «συμμετέχοντες».

Γιάννης Σκουρλέτης – bijoux de kant: Οι κόρες / Η νέα ποιητική της Αθήνας - ©Κική Παπαδοπούλου

Γιάννης Σκουρλέτης – bijoux de kant: Οι κόρες / Η νέα ποιητική της Αθήνας – ©Κική Παπαδοπούλου

Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας μια τεράστια λίστα επιλογών, που προκαλούν ακόμη και τη ρουτίνα της έως τώρα καθιερωμένης μας μετάβασης στην Πειραιώς 260. Φέτος, όποιος το επιθυμεί μπορεί να παρευρεθεί σε κάποια από τις μουσικές παραστάσεις που θα διαδραματιστούν σε ταβέρνες της Νίκαιας και του Κερατσινίου, να επισκεφτεί την ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος για να παρακολουθήσει το χοροθεατρικό δρώμενο του Κωνσταντίνου Μίχου, να μπει σε πειραιώτικες αυλές και σπίτια για να ακούσει τις ιστορίες τους, να γίνει ακόμη και ενεργητικό μέλος του χορευτικού πρότζεκτ που θα στήσει η Άρια Μπουμπάκη στους δρόμους του Πειραιά.

Στα δρώμενα που απλώνονται στον Πειραιά, είναι εμφανής η επικέντρωση σε δύο βασικούς άξονες, όχι ασύνδετους μεταξύ τους: την ιστορία της πόλης και το σύγχρονο προσφυγικό ζήτημα. Μεταξύ άλλων, η παράσταση της Μάνιας Παπαδημητρίου («Β.ound – το σκηνικό που φοβάται», Δημοτικό Θέατρο Πειραιά) εμπνέεται από και πραγματεύεται το θέμα της ιθαγένειας, ενώ οι παραστάσεις των φοιτητών του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Ναυπλίου, βασισμένες στις τεχνικές του ντοκουμέντου και της επινόησης, θα επιχειρήσουν να συνδέσουν σε μια κοινή «αφήγηση» ιστορίες (και, μέσα από αυτές, την ιστορία) του Πειραιά, τότε και τώρα.

Ένκε Φεζολλάρι: Ορκισμένη παρθένα / Ελβίρα Ντόνες - ©Μαριλένα Σταφυλίδου

Ένκε Φεζολλάρι: Ορκισμένη παρθένα / Ελβίρα Ντόνες – ©Μαριλένα Σταφυλίδου

Και στην Αθήνα, τα δρώμενα μας καλούν σε συνεχείς βόλτες (στο Λυκαβηττό, τον Εθνικό Κήπο, την Ομόνοια, κ.α.), σε μια απόπειρα να επαναπροσδιορίσουμε το βλέμμα και τη σχέση μας με την πόλη, αλλά και κάποιες παραστάσεις βγαίνουν εκτός των τειχών της Πειραιώς 260. Η νέα δουλειά της Ομάδας Πλεύσις («Στο στόμα του λύκου»), με το ιδιαίτερο, το δικό της σωματικό «λεξιλόγιο», είναι από αυτές που περιμένουμε να δούμε, όπως και αυτή της Bijoux de Kant («Οι κόρες/Η νέα ποιητική της Αθήνας»), που εμπνέεται από ποιήματα αφιερωμένα στην πόλη της Αθήνας (και οι δύο στο Μικρό Χρηματιστήριο Αθηνών).

Το ενδιαφέρον κινεί και το εγχείρημα της Μαργαρίτας Αμαραντίδη, που βγάζει το σαιξπηρικό «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» στον υπαίθριο χώρο της Αρχαίας Αγοράς, ενώ στις αναμενόμενες συγκαταλέγεται η νέα δουλειά του Σίμου Κακάλα («Greek Freak/All star game»), ένα (αυτο)σαρκαστικό θέαμα σε μορφή βαριετέ και με φλέγον θέμα, την «ταλαίπωρη» σχέση μεταξύ καλλιτέχνη και διαδικτυακής κριτικής (Θέατρο Ολύμπια).

Γεωργία Μαυραγάνη – Εταιρεία Θεάτρου Χάπι Εντ: Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι / Τέννεσση Γουίλλιαμς - ©Μαριλένα Σταφυλίδου

Γεωργία Μαυραγάνη – Εταιρεία Θεάτρου Χάπι Εντ: Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι / Τέννεσση Γουίλλιαμς – ©Μαριλένα Σταφυλίδου

Στις αίθουσες της Πειραιώς 260, η Ζωή Χατζηαντωνίου και ο Ένκε Φεζολλάρι αναλαμβάνουν να μας συστήσουν έργα άγνωστα στην Ελλάδα. Η πρώτη σκηνοθετεί (στη δεύτερη ελληνική του παρουσίαση, αλλά πρώτη «μεγάλη» παραγωγή) το βλάσφημο, ενοχλητικό έργο του Αυστριακού Βέρνερ Σβαμπ («Οι προεδρίνες»), ενός συγγραφέα πολιτικοποιημένου και «ασεβή» όπως οι συμπατριώτες του Χάντκε και Μπέρνχαρντ, ενώ ο δεύτερος μια σύγχρονη, ελεύθερη μεταγραφή του μύθου της Αντιγόνης («Ορκισμένη Παρθένα») της συμπατριώτισσάς του Ελβίρα Ντόνες.

Στις ίδιες αίθουσες, θα δούμε και τις δύο σημαντικότερες ομάδες του θεάτρου της επινόησης, Blitz και Nova Melancholia, να μεταχειρίζονται ως πρώτη ύλη τη λογοτεχνία, σε παραστάσεις που φαίνεται να φέρουν μια «διάθεση» από ταινία του Λάνθιμου· οι πρώτοι, με βάση το «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν, δημιουργούν μια παράσταση-ωδή στη μοναξιά («Ινστιτούτο της παγκόσμιας μοναξιάς») και οι δεύτεροι, εμπνεόμενοι από τα διηγήματα του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου («Θερμά θαλάσσια λουτρά»), παίζουν με το όριο μεταξύ θερινής ραστώνης και υπαρξιακής μελαγχολίας. Εκεί και η αναμέτρηση της Γεωργίας Μαυραγάνη με τον Τένεσι Ουίλλιαμς και το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι», μια εξίσου αναμενόμενη δουλειά.

Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου | 22 Μαΐου – 23 Σεπτεμβρίου 2017