Πρόκειται, θεωρώ, για μια πολύ ωραία συγκυρία, πως στις αθηναϊκές σκηνές παρουσιάζονται δύο από τα εμβληματικότερα λογοτεχνικά κείμενα του 20ού αιώνα. Ο λόγος για τη «Δίκη» (του Κάφκα) και το «1984» (του Όργουελ), από τον Θωμά Μοσχόπουλο και την Κατερίνα Ευαγγελάτου, αντίστοιχα. Τη συγκυρία, βέβαια, δεν τη θεωρώ καθόλου τυχαία· το γεγονός δηλαδή πως, αυτή τη χρονική στιγμή, οι δυο σκηνοθέτες κατέφυγαν σε δυο κείμενα που θέτουν το καθένα από τη δική του οπτική και με το δικό του ύφος, τη μάχη και συντριβή του «απλού» ανθρώπου απέναντι σε ένα απρόσωπο και ταυτόχρονα ανελέητο, «Σύστημα».

Οι έννοιες «καφκικός» και «οργουελικός» έχουν κατά πολύ υπερβεί τη σηματοδότηση του προσωπικού ύφους καθενός από τους συγγραφείς και έχουν καταστεί ταυτόσημες δύο κόσμων με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: εφιαλτικοί και βίαιοι, παράλογοι, αποπροσωποιημένοι, ευνουχιστικοί της σκέψης και της ατομικότητας, αλλά καθόλου ανοίκειοι. Πώς όμως μεταφέρεις με τα θεατρικά μέσα και στα περιορισμένα χρονικά όρια μιας θεατρικής παράστασης, την «κοσμοθεωρία», την ουσία των δύο κειμένων; Επίσης, πού επιλέγεις να δώσεις την έμφασή σου;

© Πάτροκλος Σκαφίδας

© Πάτροκλος Σκαφίδας

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος με τη «Δίκη του Κ.» (ο τίτλος προϊδεάζει για κάποια ιδιαίτερη διασκευή, αλλά εντέλει προσδιορίζει απλώς το γεγονός πως πρόκειται για θεατρική μεταφορά) είδε τον κόσμο του Κάφκα σαν μέσα από παραμορφωτικό καθρέφτη. Ωραία επιλογή. Η πρώτη ύλη του έργου -όπου ένας «συνηθισμένος» και υπεράνω υποψίας άνθρωπος μπαίνει στο στόχαστρο του κρατικού μηχανισμού και οδηγείται σε μια δίκη που διαρκώς αναβάλλεται και μάλιστα χωρίς να του απαγγελθεί οποιαδήποτε κατηγορία- δεν πραγματεύεται μονάχα την επικράτηση ενός εφιαλτικού σύμπαντος, αλλά τονίζει επίσης τον παραλογισμό και την παράνοιά του. Στην ουσία, ο σκηνοθέτης εφάρμοσε στη σκηνή μια πολύ συγκεκριμένη θεωρητική οπτική για το έργο: «ο Κάφκα δεν αρθρώνει “κάποιο πολιτικό δόγμα, αλλά μια πνευματική κατάσταση και μια κριτική ευαισθησία που το κύριο όπλο της είναι η ειρωνεία και το χιούμορ”. Ναι, ο Κάφκα έχει χιούμορ. Μαύρο φυσικά. Αλλά χιούμορ. Παρωδεί, σχολιάζει, ασκεί αμείλικτη κριτική και αυτοκριτική και θα μπορούσε άνετα να διεκδικήσει την πνευματική πατρότητα του θεάτρου του Παραλόγου», σημειώνει στο σημείωμά του.

© Πάτροκλος Σκαφίδας

© Πάτροκλος Σκαφίδας

Κάτω από αυτό το πρίσμα, ο Μοσχόπουλος έστησε μια λοξή παράσταση, απολύτως συνεπή και συντονισμένη στο παραμορφωτικό της πλαίσιο. Ο κόσμος του είναι ένα σκηνικό με παράγωνα έπιπλα και αντικείμενα, με όψη ασπρόμαυρης μονοτονίας και διαστρεβλωμένη γεωμετρική κλίμακα, ένα καλοκουρδισμένο σύμπαν που λειτουργεί μέσα στο αυστηρό μέτρημα του μετρονόμου που βρίσκεται στην άκρη της σκηνής· οι ήρωές του, απρόσωποι και όμοιοι, αυστηροί και, συνάμα, γελοίοι μες στα μαύρα κοστούμια τους, συντονισμένοι στην ίδια (παρα)τονικότητα στις κινήσεις και τον λόγο, σαν γρανάζια της ίδιας -γραφειοκρατικής- μηχανής. Η σκηνοθετική πρόταση υπηρετείται με ακρίβεια από την αρχή ως  το τέλος, σε κάθε μικρή και μεγάλη λεπτομέρεια: στο υποκριτικό στυλιζάρισμα, στην όψη, στην ομαδικότητα και τη μουσικότητα που κάνουν την παράσταση να μοιάζει με ζωντανή παρτιτούρα, στην κωμική επίφαση που διαπερνά τις σκηνές, πολλές φορές κόντρα στο λόγο του κειμένου. Θα μπορούσε, παρ’ όλ’ αυτά, να διατυπωθεί η ένσταση -ή έστω η επιφύλαξη-, πως το σχήμα της σκηνοθεσίας, χωρίς σε καμία περίπτωση να είναι επιφανειακό ή αδικαιολόγητο, δεν επιτρέπει ή δεν επιθυμεί να αποδώσει στην παράσταση κάποιες διακυμάνσεις ή κορυφώσεις, και εξαντλείται σε έναν απαράλλαχτο από την αρχή ως το τέλος σκηνικό τόνο.

© Πάτροκλος Σκαφίδας

© Πάτροκλος Σκαφίδας

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, από την άλλη, είδε το 1984 με μια διάθεση απόλυτης, ωμής, αληθοφάνειας, επιχειρώντας να αναπαραστήσει όσο το δυνατόν πιστότερα το εφιαλτικό οργουελικό σύμπαν του απόλυτου ελέγχου και της τυραννικής καταπίεσης, που χρησιμοποιεί την τεχνολογία ως απόλυτο εργαλείο χειραγώγησης. Εν έτει 2016, η τεχνολογία είναι σύμμαχός της· δεκάδες οθόνες κάθε μεγέθους γεμίζουν τη σκηνή, για να μεταφέρουν τις προπαγανδιστικές ειδήσεις του «Κόμματος», τα διαγγέλματα του «Μεγάλου Αδερφού», ή για να εστιάσουν στα επί σκηνής δρώμενα. Τίποτα δεν μένει κρυφό από το μάτι και το αυτί του θεατή· ως άλλος Μεγάλος Αδερφός και Αστυνόμος Σκέψης, παρακολουθεί την παραμικρή κίνηση των ηθοποιών, ακούει και τον πιο κρυφό συλλογισμό τους.

© Σταύρος Χαμπάκης

© Σταύρος Χαμπάκης

Τα πράγματα, όμως, εντέλει, καταλήγουν κάπως θολά. Η παράσταση, παρά τη δίωρη σχεδόν διάρκειά της, φαίνεται να μην καταφέρνει -ή να μην προλαβαίνει- να αποδώσει σε βάθος τη δυστοπία του «1984». Τα χαρακτηριστικά του Συστήματος που έχει δημιουργήσει ο Όργουελ δεν αγνοούνται βέβαια. Και εδώ ακούμε για την πανταχού παρουσία του παντοδύναμου «Κόμματος», την εφεύρεση της νέας Ομιλουμένης, μιας γλώσσας δηλαδή που συνεχώς συρρικνώνεται και η οποία έχει αντιστρέψει τα νοήματα των λέξεων, για τον απόλυτο έλεγχο επί της ίδιας της σκέψης και τη συνεχή εμπόλεμη κατάσταση, όπου οι σύμμαχοι γίνονται εχθροί και οι εχθροί σύμμαχοι, προκειμένου να βρίσκονται οι πολίτες σε διαρκή θέση φόβου, άρα χειραγωγήσιμοι· δεν λειτουργούν όμως όλα τα παραπάνω με τη δυναμική και τη βαρύτητα που έχουν στο βιβλίο. Όπως δεν δίνεται, θεωρώ, επαρκής χώρος και χρόνος στην ίδια την ερωτική ιστορία, αυτή που, ως αφορμή για την προσωπική εξέγερση των ηρώων και ως τελική κατάληξη, δίνει ουσιαστικά το στίγμα της ιστορίας: πλήρης συντριβή του ανθρώπου, του συναισθήματος, της προοπτικής οποιασδήποτε διεξόδου.

© Σταύρος Χαμπάκης

© Σταύρος Χαμπάκης

Ίσως φταίει το θεατρικό έργο (των Άικι και Μακμίλαν), το οποίο εισάγει και ένα δικό του μεταδραματικό εύρημα, τον προβληματισμό για το τι μπορεί να είναι το έργο, ποιος είναι ο Ουίνστον Σμιθ ή αν πράγματι συνέβησαν όσα συνέβησαν – αχρείαστο κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον όπως εφαρμόστηκε στην παράσταση· ή ίσως φταίει η αδυναμία της σκην(οθετ)ικής γλώσσας να αποδώσει πλήρως ένα πολλαπλάσιο σε έκταση βιβλίο, επιλέγοντας αναγκαστικά κομμάτια αυτού. Η παράσταση πάντως δείχνει να έχει δημιουργηθεί προκειμένου να οδηγηθεί προς μία συγκεκριμένη σκηνή, αυτή του σωματικού βασανισμού του Ουίνστον, που αποδίδεται με ανατριχιαστική αληθοφάνεια και καταλαμβάνει σημαντική έκταση. Μετά την κυριαρχία της συγκεκριμένης σκηνής, όσα προηγoύνται μοιάζουν με «αφορμές» για να φτάσουμε εδώ, αδικώντας τη συγγραφική πρόθεση.

© Σταύρος Χαμπάκης

© Σταύρος Χαμπάκης

Βέβαια, δεν πρόκειται για αμελητέα δουλειά. Αντίθετα, είναι μια παράσταση δυναμική, με εύστοχη όψη, όχι μόνο στην απόδοση του σκηνικού που αναπαριστά ένα ψυχρό περιβάλλον ιδρυματοποίησης και εγκλεισμού, αλλά και στις ανθρώπινες φιγούρες που φτιάχνουν το μακιγιάζ και η ενδυματολογία, με συνεπή υποκριτική σε ένα μηχανικό ύφος και με τον Αργύρη Πανταζάρα, για ακόμη μία φορά, να καθηλώνει και να επιβάλλεται σε έναν επίπονο ρόλο και αδιαμφισβήτητα, δεν περνάει απαρατήρητη.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου (από αριστερά προς τα δεξιά): Σταύρος Χαμπάκης – Πάτροκλος Σκαφίδας

Info παράστασης: Η Δίκη του Κ. | 18 Νοεμβρίου 2016 – 9 Απριλίου 2017 | Θέατρο Πόρτα