Μιλάμε για φτώχεια στην Ελλάδα της μαύρης οικονομικά δεκαετίας που ζούμε και πολύ καλά κάνουμε, ωστόσο, χωρίς να αναιρείται καθόλου η ουσία της, πρόκειται για φτώχεια που συντελείται μέσα σε μια κοινωνία του αναπτυγμένου κόσμου και των αρχών του 21ου αιώνα. Οι ήρωες του «Κρύου της Τραπεζούντας» όμως, είναι φτωχοί που ζουν σε συνθήκες περασμένων αιώνων. Μια οικογένεια σε ένα ορεινό χωριό στη βορειοανατολική Τουρκία, ζει σε ένα χαμόσπιτο, εκτρέφοντας λίγα ζώα και πουλώντας σανό, σε ένα σπίτι που δεν έχει ηλεκτρικές συνδέσεις, τηλέφωνα, ηλεκτρονικές συσκευές, σε ένα σπίτι που οι άγριοι χειμώνες αντιμετωπίζονται μόνο με λίγα ξύλα στη φωτιά, σε ένα σπίτι που η γυναίκα ρίχνει νερό στο κεφάλι της για να λουστεί δίπλα ακριβώς στα ζώα και τις ακαθαρσίες τους, ενώ ο μεγαλύτερος από τους δυο γιους μαζεύει σαλιγκάρια για να τα πουλήσει και να αγοράσει ένα παντελόνι, καθώς τα ρούχα του είναι όλο μπαλώματα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, χρωστάνε κιόλας κι έχουν ένα σωρό πιστωτές να ξοφλήσουν για τις προμήθειες που αγοράζουν για τα ζώα τους.

«Το κρύο της Τραπεζούντας» του Μουστάφα Καρά

Ο «άντρας του σπιτιού» έχει βέβαια μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την οικονομική τους κατάσταση. Γιατί δεν ακολούθησε την επιλογή τη συνετή. Να δουλεύει στα ορυχεία για ένα μεροκάματο. Το οποίο θα τους διατηρούσε μεν φτωχούς, αλλά σε λιγότερο ζόρικη κατάσταση. Εκείνος όμως προτιμά να παίρνει τα βουνά. Αντί να βάζει την εργατική του δύναμη στην υπηρεσία της οργανωμένης εκμετάλλευσης, παίρνει το δρόμο το μοναχικό, τον ανεξάρτητο, το φιλόδοξο. Θέλει να πιάσει την καλή, ανακαλύπτοντας μόνος του μια φλέβα χρυσού. Βέβαια και να τη βρει, δεν πρόκειται να γίνει ο ίδιος επενδυτής, πάλι σε αυτούς που μπορούν να την εκμεταλλευτούν οργανωμένα θα στραφεί, πάλι αυτοί θα είναι οι τελικά μεγάλοι κερδισμένοι της υπόθεσης, πάλι συγκριτικά ο λιγότερο ωφελημένος θα είναι, ωστόσο αντί για εργαζόμενος που πουλάει την εργασία του για ένα μισθό, θα είναι αυτός που εντόπισε το προσοδοφόρο κοίτασμα κι αυτός που θα πουλήσει την ανακάλυψή του για ένα σεβαστό -για τα μέτρα του πάντα- αντίτιμο.

«Το κρύο της Τραπεζούντας» του Μουστάφα Καρά

Οι συνθήκες εργασίας στα ορυχεία προφανώς και είναι δύσκολες και καθόλου ευχάριστες, αλλά δεν είναι ότι οι εξερευνήσεις του στα βουνά είναι βόλτα στο πάρκο. Κοιμάται σε σπηλιές, αποκλείεται από τα χιόνια, κινδυνεύει να τσακιστεί. Δεν έχει ακολουθήσει αυτό το δρόμο επειδή είναι ανεπρόκοπος ή φυγόπονος, έχει ακολουθήσει αυτό το δρόμο επειδή προσπαθεί να μη συμβιβαστεί με την ακραία φτώχεια και να βρει τρόπο να κάνει όλη την οικογένειά του να ζει σε καλύτερες συνθήκες. Και πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι αιθεροβάμων που κυνηγά ανεμόμυλους. Μαθαίνουμε ότι πριν λίγα χρόνια είχε εντοπίσει ένα μικρό κοίτασμα και είχε βγάλει κάποια χρήματα από αυτό. Αλλά τώρα δεν βρίσκει τίποτα και τα χρέη διαρκώς μεγαλώνουν. Έτσι, όταν μαθαίνει ότι οι ταυρομαχίες που διεξάγονται στην ευρύτερη περιοχή έχουν έπαθλο σημαντικά -για τα δικά του οικονομικά δεδομένα- χρηματικά ποσά, βρίσκει εκεί ένα νέο τελευταίο καταφύγιο: αντί να πουλήσει τον ταύρο τους για να ξεπληρώσει μέρος των χρεών, θέλει να τον εκπαιδεύσει.

«Το κρύο της Τραπεζούντας» του Μουστάφα Καρά

Η γυναίκα του στο σπίτι κάνει όλες τις δουλειές με τα ζώα, όσο ο άντρας της αναζητά τη μεγάλη ευκαιρία. Η συνεχής απουσία του, οι συνεχείς αποτυχίες του, η διαρκής επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης, το σχέδιο που δεν βγαίνει, την κάνουν να δυσανασχετεί διαρκώς. Τον Μεχμέτ τον πιάνει το παράπονο: «Γιατί είσαι πάντα απέναντί μου και ποτέ δίπλα μου; Γιατί δεν με υποστηρίζεις;». Ένα ζευγάρι κτηνοτρόφων, ένα ζευγάρι που ζει από πλευράς υλικών συνθηκών σε περασμένους αιώνες, ένα ζευγάρι κατά πάσα πιθανότητα αμόρφωτο, ένα ζευγάρι που συζητά κατάχαμα με μια ωριμότητα και μια τρυφερότητα συγκινητική, ένα ζευγάρι που έχει απομακρυνθεί ψυχικά εξαιτίας των επιλογών του άντρα και κυρίως τις συνέπειες των επιλογών του, αλλά μια απόσταση που μπορεί να καλυφθεί όταν και ο άντρας και η γυναίκα μιλούν από θέση ειλικρίνειας κι αδυναμίας και κανείς τους από θέση εξουσίας.  Τα οικονομικά προβλήματα μπορούν να τσακίσουν ένα ζευγάρι, αλλά μπορούν και να το φέρουν πιο κοντά: ο εχθρός είναι κοινός, ο αγώνας σχεδόν ποτέ δεν είναι εύκολος, δυο άνθρωποι που στηρίζουν ο ένας τον άλλο αντί να κατηγορούν ο ένας τον άλλο έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να αντέξουν.

Η ταινία του Μουσταφά Καρά είναι πλημμυρισμένη από κάδρα μεγάλης εικαστικής ομορφιάς. Ο άνθρωπος μέσα στη φύση, ο άνθρωπος πολύ μικρός μέσα στο μεγαλείο του τοπίου, αλλά ταυτόχρονα ως η κρίσιμη κουκίδα που δίνει τη μάχη της και μετατρέπει το τοπίο σε κομμάτι μιας ανθρώπινης ιστορίας. Μέσα στην ομίχλη ο Μεχμέτ ψάχνει και ψάχνει και ψάχνει να βρει το θησαυρό του, χαμένος και μαζί ακατάβλητος, ψάχνοντας για τον εαυτό του και ψάχνοντας ταυτόχρονα για όλους μας. Μέσα στην ομίχλη είναι ο Μεχμέτ, αλλά είναι κάλλιστα και ο καθένας από εμάς, που ψάχνει μόνος του στα τυφλά να βρει αυτό που είναι κρυμμένο, πολύτιμο, λυτρωτικό. Ο Καρά δεν στήνει μια προσχηματική ιστορία για να χαθεί μέσα στις εικόνες του. Η ιστορία του μπορεί να είναι απλή, αλλά είναι αρχετυπικά δυνατή. Από την άλλη, θα μπορούσε πράγματι να έχει μεγαλύτερη οικονομία στην αφήγησή του, θα μπορούσε να έχει δώσει μια ταινία αρκετά λεπτά μικρότερη, χωρίς να κάνει εκπτώσεις σε όσα θέλει να δείξει.

«Το κρύο της Τραπεζούντας» του Μουστάφα Καρά

Υπάρχουν ταινίες που έχουν χάπι εντ και το οποίο σου φαίνεται παράταιρο, εξεζητημένο, ασύμβατο, όπως υπάρχουν και ταινίες που επιφυλάσσουν αρνητική κατάληξη για τους ήρωές τους που σου φαίνεται ασήκωτη, συναισθηματικά εκβιαστική, ψεύτικη. Δεν θα αποκαλύψω αν ο Καρά επιφυλάσσει στο τέλος κάτι ευχάριστο ή κάτι τραγικό για τον Μεχμέτ και τις επιλογές του. Θα πω μόνο ότι επιδοκιμάζω πλήρως το τέλος που του επιφυλάσσει. Τα υπόλοιπα επί της οθόνης, της οθόνης που αν επιλέξετε να δείτε «Το κρύο της Τραπεζούντας» θα γεμίσει εικόνες μεγάλης δύναμης, έστω κι αν αυτές θα υποστηρίζονταν καλύτερα σε μια ταινία που θα κρατούσε λιγότερο.

Κι όταν έχεις ζήσει στην οθόνη τη ζωή της οικογένειας των ανθρώπων αυτών στα βουνά του Πόντου, σε αντιδιαστολή η ζωή της οικογένειας του «Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου» σου μοιάζει κάπως. Καθόλου δεν εννοώ ότι σημαντικά προβλήματα είναι μόνο τα οικονομικά, καθόλου δεν εννοώ ότι οικογένειες που δεν έχουν προβλήματα επιβίωσης δε μαστίζονται από ένα σωρό άλλα βασανιστικά ζητήματα. Το θέμα είναι πως δεν θα καταλάβουμε ποτέ -ή για να μην γενικεύω, δεν κατάλαβα τουλάχιστον εγώ- τι είναι ακριβώς αυτό που βασανίζει τόσο πολύ τη συγκεκριμένη οικογένεια, ποια είναι ακριβώς η αιτία που την καθιστά τόσο δυσαρμονική.

«Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου» του Ξαβιέ Ντολάν

Τριανταπεντάρης επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, έχει ρίξει μια δωδεκαετία τώρα μαύρη πέτρα πίσω του, έχοντας αφήσει την επαρχία για τη μεγάλη πόλη κι έχοντας κόψει επαφές με την οικογένειά του, μην πηγαίνοντας ας πούμε ούτε στο γάμο του μεγάλου του αδελφού. Στέλνει ανελλιπώς και σε κάθε γιορτή και γενέθλια κάρτες σε όλους, αλλά ως εκεί. Και τώρα επιστρέφει. Για να τους ανακοινώσει ότι πάσχει από ασθένεια θανάσιμη. Αυτή είναι η σοβαρή αιτία για την οποία επιστρέφει. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στην αρχή της ταινίας, είχε επίσης για σοβαρούς λόγους φύγει και ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, αλλά ούτε αυτούς τους λόγους θα τους μάθουμε ποτέ. Εκτός κι αν οι σοβαροί λόγοι είναι ότι είναι γκέι.

«Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου» του Ξαβιέ Ντολάν

Φτάνει λοιπόν σπίτι και τον περιμένουν η μητέρα του, η μικρή του αδελφή και ο μεγάλος του αδελφός με τη γυναίκα του. Η γυναίκα του είναι η Μαριόν Κοτιγιάρ και μετά τις συστάσεις και τις χαιρετούρες κάθονται δίπλα δίπλα με το συγγραφέα και κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Ο Ξαβιέ Ντολάν τους φιλμογραφεί με τρόπο μαγικό, καθώς παγώνει το χρόνο. Οι εικόνες του έχουν μια δύναμη και κουβαλούν ένα φορτίο, που σε κάνουν να περιμένεις να μάθεις ποιο είναι. Γιατί η τόση ένταση; Τι συμβαίνει ανάμεσά τους; Όταν όμως διαπιστώνεις ότι το φορτίο αυτό δεν υπάρχει, ότι δεν υπήρχε κάποιος ειδικός λόγος για αυτή τη σκηνοθετική μαγεία, η μαγεία μοιάζει κενή, κούφια, αστήρικτη, άσχετη με την ιστορία.

«Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου» του Ξαβιέ Ντολάν

Δυσκολεύεσαι αλήθεια να καταλάβεις ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα αυτής της οικογένειας. Δυσκολεύεσαι να καταλάβεις τι ακριβώς είναι ο κάθε ήρωας. Γιατί η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι τόσο αμήχανη; Γιατί ο Βενσάν Κασέλ είναι τόσο θυμωμένος, βραχυκυκλωμένος, σε διαρκή αναβρασμό; Γιατί η Λέα Σεϊντού είναι τόσο νευρόσπαστη; Συμβολίζουν κάτι άλλο; Δεν συμβολίζουν κάτι άλλο, αλλά υπάρχουν ως ολοκληρωμένοι χαρακτήρες; Πού, ποιος, γιατί; Ωραία, ο αδελφός τους ξεχώρισε και έλαμψε στη ζωή. Ωραία, ο αδελφός τους έφυγε και εξαφανίστηκε δώδεκα χρόνια. Τόσο πολύ τους κατέστρεψε η φυγή του; Τόσο πολύ τους ακυρώνει η δική του λάμψη κι επιτυχία; Αυτό είναι το θέμα; Κάποιο άλλο; Τι; Και γιατί να μας νοιάζει όλο αυτό;

«Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου» του Ξαβιέ Ντολάν

Δεν ξέρω πόσο ο Ξαβιέ Ντολάν έχει πειράξει το θεατρικό έργο στο οποίο βασίστηκε. Πάντως αυτό που βλέπουμε είναι δήθεν. Όλη αυτή η σκηνοθετική δύναμη και μαεστρία και ο κινηματογραφικός μετασχηματισμός του χώρου καθιστούν την παρακολούθηση της ταινίας ευχάριστη, αλλά πρόκειται για δύναμη επενδυμένη πάνω σε κάτι που δεν έχει ζουμί. Υπάρχει βέβαια πάντα και η άλλη επιλογή. Να πούμε ότι δεν μας ψήνει καθόλου το δράμα αυτών των συγκεκριμένων ηρώων, ότι είναι ξεκούδουνο σχεδόν ό,τι κάνουν, αλλά σε τελική ανάλυση, ακόμα κι αν δεν δικαιολογείται η ένταση από τους συγκεκριμένους ήρωες, μπορούμε να δανειστούμε την εικόνα ως κενή φορτίου και να πλάσουμε πάνω της τις δικές μας ιστορίες. Να βάλουμε δικούς μας διαλόγους πάνω, να σκεφτούμε ότι λένε κάτι συνταρακτικό μεταξύ τους, για αυτό και κοιτιούνται τόσο συνταρακτικά.

«Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου» του Ξαβιέ Ντολάν