Η δραστηριότητα του Μικρού Εθνικού, της παιδικής σκηνής δηλαδή του Εθνικού Θεάτρου, που άλλαξε όνομα και καλλιτεχνική υπεύθυνη, δεν έχει σταματήσει για το καλοκαίρι. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, η νέα υπεύθυνη, η Σοφία Βγενοπούλου, παιδοψυχίατρος, σκηνοθέτης και με πολλά χρόνια εμπειρία στο εφηβικό θέατρο (ιθύνων νους της ομάδας Grasshopper Youth και για χρόνια υπεύθυνη του Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών), μαζί με μια ομάδα από τους ηθοποιούς του Θεάτρου εργάζονται πυρετωδώς. Τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας δεν θα ανοίξουν στο κοινό, όμως ήδη αξίζουν το ολόθερμο χειροκρότημά μας.

Ο λόγος για το θεατρικό εργαστήρι που οργανώνει το Μικρό Εθνικό για ανήλικους πρόσφυγες που φιλοξενούνται στη χώρα μας. Όπως μας είπε η Σοφία Βγενοπούλου, τη δεδομένη στιγμή στο εργαστήριο συμμετέχουν είκοσι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια, ηλικίας 14 έως 18 ετών, από τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, που ζουν σε δομές φιλοξενίας προσφύγων όπως αυτή του Ελαιώνα. Κάποια από αυτά βρίσκονται δύο χρόνια στην Ελλάδα, κάποια μόλις έξι μήνες, κάποια μιλάνε ελληνικά, άλλα ελάχιστα ή καθόλου.

Η πρόθεση του εργαστηρίου, κατά τον τίτλο του, είναι σαφής: να χρησιμοποιηθεί το θέατρο ως εργαλείο για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως κάτω από αυτόν κρύβονται πολλά περισσότερα. Έτσι κι αλλιώς, φρόντισε να επισημάνει η Σοφία Βγενοπούλου, «όπως ορίζουν και οι σύγχρονες γλωσσολογικές θεωρίες, η γλώσσα έχει να κάνει με το βίωμα· όχι με το λεξιλόγιο, αλλά με την ανάγκη επικοινωνίας μέσω αυτού. Εμείς δεν περιμένουμε τα παιδιά να μάθουν, π.χ., σαράντα λέξεις από αυτές που θα ακούσουν, ούτε το ότι θα μάθουν ένα τραγούδι είναι τόσο σημαντικό ως μεμονωμένο γεγονός. Μας ενδιαφέρει όμως να τους δημιουργηθεί η επιθυμία να μάθουν τη γλώσσα, η επιθυμία δηλαδή να επικοινωνήσουν με τους γύρω τους, να φέρουν κοντά τους πράγματα που ακόμη τους ακούγονται και τους φαίνονται ξένα».

Σοφία Βγενοπούλου

Σοφία Βγενοπούλου

Το περιεχόμενο του εργαστηρίου εμπνέεται από και βασίζεται στο σπουδαίο βιβλίο του Μάικ Κένι «Το αγόρι με τη βαλίτσα», γραμμένο το 2004, αλλά, δυστυχώς, όλο και πιο επίκαιρο, καθώς περιγράφει το οδοιπορικό ενός μικρού αγοριού που αναγκάζεται να αφήσει την εμπόλεμη χώρα του για να φτάσει στην Ευρώπη όπου κατοικεί ο αδερφός του. Οικείες και οδυνηρές εικόνες διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια των παιδιών που συμμετέχουν στο Εργαστήριο, από τους ηθοποιούς του Εθνικού που αναπαριστούν κάθε μέρα και ένα κομμάτι της ιστορίας, ενώ μετά το τέλος κάθε «επεισοδίου» τα παιδιά εμπλέκονται τα ίδια στη διαδικασία, άλλοτε παρεμβαίνοντας στη δράση, άλλοτε δρώντας συμπληρωματικά δημιουργώντας εικόνες, άλλοτε φτιάχνοντας τις δικές τους ιστορίες.

«Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσεις για τα δύσκολα πράγματα. Αυτό είναι το μαγικό του θεάτρου»

Αυτό, άλλωστε, είναι και το σημαντικότερο κομμάτι της όλης δουλειάς, που φαίνεται να έχει μελετηθεί πολύ συστηματικά και με απόλυτη ευαισθησία από τη Σοφία Βγενοπούλου και τους συνεργάτες της, προκειμένου η όλη διαδικασία να ελαφρύνει στο μέτρο του δυνατού το τραύμα που κουβαλάνε τα παιδιά. «Είναι πολύ σημαντικός ο τρόπος, τα μέσα που χρησιμοποιεί κανείς στο δρώμενο», μας είπε. «Στο θέατρο υπάρχει η καταπληκτική συνθήκη της αποστασιοποίησης, ή αλλιώς η αισθητική απόσταση, η απόσταση εκείνη, δηλαδή, από την οποία μπορείς να αισθανθείς και να σκεφτείς ταυτόχρονα. Αυτό προσπαθούμε να πετύχουμε εδώ. Μια σκηνή, π.χ. που ονομάσαμε “διαδρομή των παθών”, δεν την αναπαριστούμε με φωνές, κλάματα ή βία, αλλά με στατικές εικόνες. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσεις για τα δύσκολα πράγματα, να ντύσεις τη δύσκολη εμπειρία. Αυτό είναι το μαγικό του θεάτρου. Επίσης το όλο εργαστήριο είναι δομημένο έτσι ώστε δεν εξαναγκάζει κανένα από τα παιδιά να αναλάβει δράση, να βιώσει κάτι που δεν θέλει. Είναι σαφές πως υπάρχει ένας χώρος δράσης και όποιο θέλει, αν θέλει, μπορεί από παρατηρητής να γίνει ρόλος ή να συμμετέχει στον ομαδικό “χορό”, όπου είμαστε όλοι μαζί και προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια. Είναι πολύ μελετημένα όλα, ώστε να υπάρχουν βαθμίδες αποστασιοποίησης», εξηγεί.

Στην αίθουσα που φιλοξενεί το εργαστήριο, σαράντα έξι καρέκλες είναι στημένες γύρω γύρω αφήνοντας στη μέση έναν άδειο χώρο, αυτόν της κύριας δράσης. Από αυτές ξεπηδάει ό,τι θα διαδραματιστεί στο κέντρο, χωρίς άλλα σκηνικά αντικείμενα· οι καρέκλες θα γίνουν τα πάντα όταν χρειαστεί, αφετηρία και σκηνικά μέσα. «Ήταν πολύ σημαντικό για εμάς να τηρηθεί αυτή η απλότητα», επισημαίνει η Σοφία Βγενοπούλου, «καθώς πέρα από πρακτικούς λόγους προσεγγίζει και μετουσιώνει την ουσία του έργου του Κένι, που έχει να κάνει με το ότι η ιστορία που κουβαλάει ο καθένας είναι μια προίκα. Οι άνθρωποι και οι ιστορίες μας είναι αυτό που δεν μπορεί να μας πάρει κανένας και που έρχονται να μας “σώσουν” σε δεδομένες στιγμές. Η απλότητα αυτό προσπαθεί να περάσει: δεν χρειάζεσαι κάτι άλλο προκειμένου να μοιραστείς και να αναπαραστήσεις τις ιστορίες σου».

«Η γλώσσα του θεάτρου και του παιχνιδιού είναι κοινή για όλους»

Τα παιδιά, χωρίς να φαίνεται να διαθέτουν πρότερη επαφή με το θέατρο, εξοικειώθηκαν γρήγορα με τους κώδικες και τα εργαλεία του κατά τις πρώτες μέρες του εργαστηρίου, όταν και έγινε η σχετική, βιωματική πάντα, προπαρασκευή. «Με παιχνίδια γνωριμίας, διάδρασης, εμπιστοσύνης, αλλά και με ασκήσεις πάνω στο storytelling -πώς λέω, π.χ., μια ιστορία με το σώμα μου, ή ομαδικά ως ensemble-, γίναμε όλοι μια ομάδα, τα παιδιά ένιωσαν ασφάλεια και κατανόησαν τα θεατρικά εργαλεία που χρησιμοποίησαν αργότερα και τα ίδια, προκειμένου να πουν τις δικές τους ιστορίες», εξηγεί. Και πρόκειται για ιστορίες σημαντικές, που ακόμη επανέρχονταν στις κουβέντες των ηθοποιών πριν ξεκινήσουν την πρόβα τους, οδυνηρές όπως αυτή ενός από τα αγόρια που αναπαρέστησε το θάνατο του πατέρα του, ή με μια δόση ονειρικής μαγείας, όπως αυτή της κοπέλας με το όνειρο να γίνει χορεύτρια και να φτάσει ως το Hollywood.

Η γλώσσα δεν φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο ούτε όσον αφορά την πρόσληψη της ιστορίας, ούτε την έμπρακτη συμμετοχή των παιδιών, παρόλο που κάποια δεν μιλάνε παρά ελάχιστα ελληνικά, ενώ ούτε μεταξύ τους μοιράζονται την ίδια γλώσσα, όπως μας διαβεβαιώνουν δύο από τις ηθοποιούς της ομάδας, η Αμαλία Τσεκούρα και η Μαλαματένια Γκότση. Το εργαστήριο στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη σωματικότητα, και για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως η γλώσσα του θεάτρου και του παιχνιδιού είναι κοινή για όλους.

Δουλεύοντας χρόνια με παιδιά, έφηβους, μαθητές, η Σοφία Βγενοπούλου είδε πολλά απ’ αυτά να επανέρχονται ξανά και ξανά στα θεατρικά εργαστήρια και να συνεχίζουν την ενασχόληση με το θέατρο. Με αυτά τα παιδιά, όμως, τι θα γίνει; «Σίγουρα οι ευκαιρίες που έχουν είναι λιγότερες», απαντάει, «όμως όσον αφορά το Μικρό Εθνικό τουλάχιστον θα συνεχίσει τις παιδαγωγικές δράσεις και τα εργαστήρια, κι αυτά θα είναι ανοιχτά και σε όσα από τα σημερινά παιδιά θελήσουν να ξανάρθουν. Πάντως, όσον αφορά γενικώς το “μετά”, πιστεύω πως οποιαδήποτε τέτοια δράση επιδρά στα παιδιά, υπάρχει μέσα τους, και έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή τους -εμείς δεν θα τη μάθουμε ποτέ- που αυτό το θεατρικό βίωμα κάτι θα σημάνει. Δεν ξέρουμε τι, ούτε πότε, αλλά θα συμβεί. Είπαμε, οι ιστορίες που κουβαλάμε είναι η προίκα μας, κι αυτή είναι μία από τις ιστορίες αυτών των παιδιών. Ένα κομμάτι ζωής διαφορετικό από το τραύμα που κουβαλάνε, μια θετική συλλογική εμπειρία».

Μια εμπειρία, μάλιστα, αμφίδρομη, εξίσου ξεχωριστή και για τους ηθοποιούς που συμμετέχουν. «Από θεατρική άποψη, είναι πολύτιμη αυτή η επιστροφή στο πρώτο επίπεδο του θεάτρου, η επινόηση μη λεκτικών τρόπων έκφρασης», λέει η Αμαλία Τσεκούρα, «κυρίως όμως αυτό που μένει βαθιά μέσα μας είναι η τόσο στενή επαφή με ανθρώπους, παιδιά που θεωρού(σα)με “ξένα”».

Είναι αδιαμφισβήτητο πως τέτοιες δράσεις χρειάζεται να συνεχιστούν και να πολλαπλασιαστούν. Το Μικρό Εθνικό ήδη έχει προγραμματίσει τη συνέχιση του εργαστηρίου από Σεπτέμβρη με νέα ομάδα παιδιών. «Χρειάζεται όμως υποστήριξη, χορηγίες», τονίζει με έμφαση η Σοφία Βγενοπούλου. «Είναι συγκινητική η συνδρομή του σωματείου των φίλων της Σχολής Χιλλ και μακάρι κι άλλα παιδαγωγικά ιδρύματα να υποστηρίξουν αυτή την προσπάθειά», καταλήγει.