Οι φιλήδονες μελαγχολικές γυναίκες που κοιτάζουν κάπως αφηρημένα, γυμνές ή τυλιγμένες σε πανάκριβες γούνες και γυαλιστερά σατέν φουστάνια με πολυτελείς πτυχές είναι οι μούσες της αρτ-ντεκό. Η δημιουργός τους Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα, μπορεί να έζησε μια ζωή μέσα στην πολυτέλεια, το χρήμα και τα κοσμικά σαλόνια, μπορεί να ήταν η πρώτη ζωγράφος αληθινή σταρ αλλά δεν είδε ποτέ τα έργα της να πουλιούνται ακριβά, δεν διάβασε ποτέ τα εγκωμιαστικά σχόλια των κριτικών τέχνης, δεν απόλαυσε καμία καλλιτεχνική αίγλη.

Ο κόσμος ανακάλυψε την άξία που είχαν οι πίνακές της μετά το θάνατό της στα 80 της χρόνια. Μέχρι τότε πολύ περισσότερο είχε απασχολήσει τις στήλες των εφημερίδων, η σκανδαλιστική πλευρά της προσωπικότητάς της και η κοσμική της εμφάνιση στα σαλόνια της καλής κοινωνίας, τα έργα της τους φαίνονταν σαν σοφτ πορνό.

Αυτοπροσωπογραφία της Λεμπίτσκα,Tamara In The Green Bugatti, 1925

Αυτοπροσωπογραφία της Λεμπίτσκα,Tamara In The Green Bugatti, 1925

Οι αστέρες του Χόλιγουντ ήταν αυτοί που πρώτοι άρχισαν να συλλέγουν έργα της, που σήμερα θεωρούνται από τα πιο περιζήτητα του εικοστού αιώνα, κυρίως αυτά της πρώτης περιόδου της. Κάποιοι αναφέρουν δίπλα στο όνομά της, τον Νταλί, την Τζόρτζια Ο’ Κίφι, τον Φερνάντ Λεζέ. Η Μadonna, πρώτη των πρώτων έκανε βίντεο-κλιπς με φόντο τα έργα της, στο σαλόνι της δίπλα στο έργο του Λεζέ, τη φωτογραφία της Κικί ντε Μοπνπαρνάς του Μαν Ρέι και της Φρίντα Κάλο, κρέμεται η Nana de Herrera της Λεμπίτσκα. Η ίδια σε μια συνέντευξή της στο Vanity Fair, το 1990 έχει πει: «έχω τόνους έργων της Ταμάρα. Θα μπορούσα να δημιουργήσω μουσείο Λεμπίτσκα».

Portrait de Madame Allan Bott, 1930

Portrait de Madame Allan Bott, 1930

Η Λεμπίτσκα γεννήθηκε ως Μαρία Γκόρσκα στην Πολωνία το 1898 και μεγάλωσε σε ένα πλούσιο περιβάλλον μια μεγαλοαστικής οικογένειας. Ο πατέρας της ήταν Ρωσο-Εβραίος δικηγόρος σε μια μεγάλη γαλλική εμπορική εταιρεία που συναντήθηκαν με τη μητέρα της σε διακοπές και των δυο σε ευρωπαϊκά ιαματικά λουτρά. Η Μαρία ήταν το μεσαίο παιδί και για ένα διάστημα στα 13 της, ήταν οικότροφος στη Λωζάννη της Ελβετίας. Πέρασε το χειμώνα του 1911 με τη γιαγιά της στην Ιταλία και στη γαλλική Ριβιέρα, όπου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους μεγάλους δασκάλους της ιταλικής ζωγραφικής. Στα δεκάξι της στην όπερα εντοπίζει τον άντρα που θέλει να παντρευτεί. Τρία χρόνια αργότερα γίνεται κυρία Ταντέους Λέμπικι. Ο γοητευτικός Ρώσος της καλής κοινωνίας και η Ταμάρα, το 2017 για να γλυτώσουν από τους οργισμένους μπολσεβίκους διαφεύγουν στη Δύση, πρώτα στην Κοπεγχάγη, μετά στο Λονδίνο και τελικά στο Παρίσι μαζί με όλη την έκπτωτη ρώσικη αριστοκρατία της τσαρικής Ρωσίας.

The Sleeper (La Dormeuse), 1932

The Sleeper (La Dormeuse), 1932

Portrait of Ira P, 1930

Portrait of Ira, 1930

Στο Παρίσι, ζουν για ένα διάστημα πουλώντας τα οικογενειακά κοσμήματα. Ο Ταντέους είναι απρόθυμος ή ανίκανος να βρει δουλειά και στην οικογένεια προστίθεται ένα ακόμα μέλος, η κόρη της. Η αδερφή της είναι αυτή που την προτρέπει αφού δεν μπορεί να βρει δουλειά σαν μοντέλο, είναι εύσωμη και η εποχή θέλει τα μοντέλα ισχνά– να αξιοποιήσει το ζωγραφικό της ταλέντο. Η Ταμάρα περνά ώρες μέσα στα μουσεία και διαμορφώνει ένας ύφος καθαρό και τολμηρό που τη διαφοροποιεί από τους κυβιστές της εποχής. Το στιλ της είναι μια σύνοψη της δροσερής και αισθησιακής πλευράς του κινήματος αρτ ντεκό. Γι’ αυτήν, ο Πικάσο: «ενσάρκωνε την καινοτομία της καταστροφής».

Οι ιμπρεσιονιστές δεν την ενδιέφεραν καθόλου. Ήθελε οι πίνακές της να είναι ακριβείς και κομψοί. Ο γάμος της αρχίζει να κλονίζεται, κάτι που κράτησε πολλά χρόνια και η Ταμάρα ξεχύνεται με ορμή στην μποέμικη ζωή του Παρισιού. Ζωγράφιζε όλη μέρα πυρετωδώς, στον ίδιο ρυθμό, όλη νύχτα γυρνούσε στα στέκια της πόλης. Ήταν, ελεύθερη, μια σταρ-πρωταγωνίστρια στα όργια των παρισινών καλλιτεχνικών κύκλων, έγινε γρήγορα διαβόητη στα κοσμικά πάρτι, το θέατρο, την όπερα και τα καμπαρέ. Με την υπερένταση και την ανυπομονησία του ανθρώπου που θέλει να κατακτήσει τη ζωή, έβαζε στοίχημα στο να κατακτήσει κάθε άντρα και γυναίκα που συναντούσε. Η ατέλειωτη σειρά εραστών και ερωμένων ήταν τα μοντέλα της. Για την Ταμάρα η ηδονή ξεπερνούσε την ταυτότητα και το φύλο. Ήταν απόλυτα συνυφασμένη με το τρελό πνεύμα του Μεσοπολέμου, της διασκέδασης και της αϋπνίας, τόσο που χρειαζόταν ηρεμιστικά για να καταφέρει να κοιμηθεί.

 Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα

Madam M, 1930

Madam M, 1930

Η Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα ήταν για το Παρίσι πιο σημαντική ως περσόνα παρά ως καλλιτέχνης. Δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη, καθώς έμπαινε στα σκοτεινά κλαμπ με τη μακριά πίπα της από ελεφαντοστό και τα έντονα μεγάλα μάτια της. Στο παιχνίδι της σαγήνης και της αποπλάνησης κέρδιζε πάντα. Τα κουτσομπολιά και η σκανδαλώδης προσωπική της ζωή που συνοδευόταν από το ναρκωτικό της εποχής, την κοκαΐνη, δημιούργησαν την εντύπωση που δεν άλλαξε ποτέ για ολόκληρη τη ζωή της ότι ήταν πολύ «ελαφριά» για να την πάρει κανείς στα σοβαρά.

Η βιογράφος της Λώρα Κλάριτζ, στο βιβλίο με τίτλο «Α Life of Deco and Decadence», που κυκλοφορεί στη Βρετανία από τις εκδόσεις Bloomsbury γράφει ότι «Ήταν υπερβολικά φιλάρεσκη και αυτό συμβάδιζε με το σεξουαλικό της ένστικτο. Στην πραγματικότητα δεν την αφορούσε η ανθρώπινη επαφή και η ερωτική αίσθηση, αλλά το να ερωτοτροπεί με τον εαυτό της». Στα 28 της, το 1926, κέρδισε το πρώτο της εκατομμύριο γαλλικά φράγκα και εγκαθίσταται στο νέο της στούντιο σε σχέδια του Ρόμπερτ Μάλετ-Στίβενς, στελέχους του κινήματος της Αρτ Ντέκο και επιφανούς αρχιτέκτονα και σχεδιαστή της εποχής. Ένα χρόνο πριν, είχε κάνει την πρώτη της μεγάλη έκθεση στο Μιλάνο για την οποία λένε ότι ολοκλήρωσε 28 νέα έργα μέσα σε έξι μήνες.

Portrait of the Duchess of La Salle, 1925

Portrait of the Duchess of La Salle, 1925

Portrait of Marjorie Ferry, 1932

Portrait of Marjorie Ferry, 1932

Η αίσθηση αυτής της ναρκισσιστικής σεξουαλικότητας κυριαρχεί στα έργα της. Ζωγραφίζει σαν να γδύνει τα μοντέλα της με τα μάτια. Επιτηδευμένα γλυπτά πρόσωπα, λαμπερά κραγιόν, καλοσχηματισμένα χείλη, κοσμήματα σαν βγαλμένα από τις βιτρίνες του Τίφανις, ρούχα πολυτελή που μοιάζει να τα ακούς να θροΐζουν. Ο διάσημος ποιητής Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο πέφτει θύμα της γοητείας της και την πολιορκεί, ο άντρας της ενώ ήξερε τις δεκάδες ερωτικές απιστίες της, εξοργίζεται. Το 1932 ενώ ήταν χωρισμένοι ο Λεμπίκι ξαναπαντρεύεται. Η Ταμάρα παθαίνει νευρική κατάρρευση. Την ίδια χρονιά το γαλλικό κράτος αγοράζει έναν πίνακά της, αναγνωρίζοντάς την «επίσημα» ως ζωγράφο. Αυτό δε την παρηγόρησε για τη φυγή του άντρα της για τον οποίο ταξίδεψε τρεις φορές στην Πολωνία για να τον μεταπείσει και να τον φέρει πίσω κοντά της, χρησιμοποιώντας ακόμα και το δεκάχρονο παιδί της ως «όπλο».

Portrait of Madame Boucard, 1931

Portrait of Madame Boucard, 1931

Με την άνοδο του Χίτλερ, το Παρίσι αρχίζει να γίνεται ανασφαλές. Η Ταμάρα αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και υποκύπτει στον έρωτα του θαυμαστή της και μεγάλου συλλέκτη της εποχής Ραούλ Κάφνερ, ενός ανθρώπου με αλάνθαστο γούστο και μεγάλη καλλιέργεια, τον οποίο παντρεύεται το 1933.  Εγκαταλείπουν την Ευρώπη για το Νέο Κόσμο, με πρώτη στάση την Αβάνα. Το 1940 εγκαταστάθηκαν στο Χόλιγουντ και συναναστράφηκαν  τους σταρς της εποχής, που έγιναν ο στενός τους κύκλος. Ο βαρόνος πέθανε το 1961 και ο θάνατός του της προξένησε βαθύ πόνο. Ήταν ίσως ο μόνος που την κατάλαβε και την εκτίμησε και καλλιτεχνικά, αφού είχε αγοράσει από την ίδια όλους τους πίνακές της που κοσμούσαν τους τοίχους του σπιτιού τους.

Στο Μανχάταν, η Ταμάρα προσπάθησε δίνοντας πάρτι και δεξιώσεις να αναβιώσει την τρελή ζωή και την ανεμελιά του Παρισιού. Καλλιτεχνικά, δεν αναγνωρίστηκε ποτέ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και ή έκθεση που έκανε στη δεκαετία του ’60 στην γκαλερί του Αλέξανδρου Ιόλα δεν είχε επιτυχία. Οι πίνακές της έμεναν απούλητοι, οι κριτικοί αδιαφορούσαν για τα έργα της και οι εφημερίδες έγραφαν μόνο για τις κοσμικές μέρες και τις νύχτες της στη Νέα Υόρκη που συμπεριελάμβαναν πια ένα στρατό νέων και όμορφων εραστών. Η χαρά τού να είναι ποθητή δεν την εγκατέλειψε ποτέ, ούτε μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής της.

Woman with Dove, 1931

Woman with Dove, 1931

Η Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα, με αυτό το αριστοκρατικό «ντε» στο επώνυμό της ως επισήμανση ευγενικής καταγωγής, ακολούθησε πιστά το απόφθεγμα του Αντρέ Λοτ ότι «ένας πίνακας είναι πρώτα από το θέμα του, μια επιφάνεια καλυμμένη με χρώματα βαλμένα σε τάξη». Σε όλη της τη ζωή το ακολούθησε, υμνώντας την ομορφιά και την κομψότητα, τη λάμψη και την ηδονή, την πολυτέλεια χωρίς καμία ψυχολογική εμβάθυνση. Αποτελεί μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη που συνέλαβε τόσο καθαρά και έδωσε τέτοια διάσταση στην εξωτερική ομορφιά, την ύμνησε με τόσο αξεπέραστο τρόπο σε εικόνες που ζουν έως σήμερα. To 2011 το έργο της «Ραφαέλα σε μπλε φόντο» δημοπρατήθηκε στους Σόθμπις. Πουλήθηκε για 8.482.500 δολάρια.