Κανείς δεν μένει ανέπαφος από τις λέξεις. Στην πορεία της ζωής μας θα συναντηθούμε με λέξεις που θα κατακαθίσουν μέσα μας και θα μας συνοδεύουν, είτε διαβρώνοντάς μας, είτε ομορφαίνοντάς μας: στίχοι από τραγούδια ή ποιήματα, ατάκες από ταινίες ή βιβλία, συνθήματα, λόγια συμβουλευτικά φίλων, βιτριολικές κακεντρέχειες γνωστών, προσβολές που δεχόμαστε, έπαινοι που εισπράττουμε, παρατσούκλια που μας κολλάνε στο σχολείο ή στο στρατό, αναθέματα από ανθρώπους που πονέσαμε, χαϊδευτικές προσφωνήσεις που μας απευθύνει το ταίρι μας και αντικαθιστούν το όνομά μας στις μεταξύ μας σχέσεις.

Στην πορεία της ζωής μας θα συναντηθούμε με λέξεις που θα κατακαθίσουν μέσα μας

Στα δημόσια πρόσωπα τώρα, υπάρχουν λέξεις που δεν συνοδεύουν μόνο τα ίδια, αλλά και την προς το πλήθος εικόνα τους. Ας πρόσεχαν, θα μπορούσε να πει κανείς με μια δόση κυνισμού. Ας παρέμεναν ιδιωτικά πρόσωπα αν ήθελαν την εικόνα τους να τη βλέπουν λίγοι. Ας παρέμεναν ιδιωτικά πρόσωπα αν ήθελαν και τις ιδιωτικές τους λέξεις.

Έτσι, όταν στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα ο Θεόδωρος Πάγκαλος αποκάλεσε τον ανθυποψήφιό του για τη θέση του Δημάρχου της Αθήνας,  Δημήτρη Αβραμόπουλο, «κύριο Τίποτα», έχασε μεν με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο τον Δήμο, κατόρθωσε όμως να καταστήσει το θρίαμβο του αντιπάλου του, πύρρειο. Έκτοτε ο χαρακτηρισμός «Κύριος Τίποτα» έμεινε σαν καπέλο ειρωνικής υπενθύμισης στο κεφάλι του θριαμβευτή, ένα καπέλο μπορεί να μην τον εμπόδισε να συνεχίσει την πολιτική του ανέλιξη και καριέρα, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να το ξεκολλήσει εντελώς από πάνω του. Το «Τίποτα» εκείνο δεν ήταν τόσο μειωτικό, όσο διαπιστωτικό. Μπορεί να εκστομίστηκε απ’ το έρκος των Παγκάλειων οδόντων με πρόθεση να πλήξει τον αντίπαλο, αλλά αναγνώριζε και συνόψιζε μια πραγματική πολιτική ιδιότητα. Ο Αβραμόπουλος ήταν από τους πρώτους που έφερνε μαζί του ένα νέο είδος πολιτικής, το οποίο άνθισε στη δεκαετία του ενενήντα και του δύο χιλιάδες. Μια πολιτική όπου ως υπόκρουση δεν είχε τους θούριους των προηγούμενων παθιασμένων δεκαετιών, αλλά μουσική σουπερμάρκετ: συναίνεση – απουσία συγκρούσεων – βουδιστική ηρεμία – ύπνωση. Το «τίποτά» του σού έδινε την εντύπωση ότι έφτανε ως τα βάθη της ψυχοσύνθεσής του. Ο αληθινός εαυτός του παρέμεινε πάντοτε ένα μυστήριο περιτυλιγμένο σε ένα ζεν σελοφάν.

Ο κύριος Τίποτα

Η ταινία του Γιόζεφ Σένταρ με τον τίτλο σιδηρόδρομο «Νοrman: Τhe Moderate Rise and Tragic Fall of a New York Fixer» αποδόθηκε στα ελληνικά με τον ευρηματικό και απόλυτα πετυχημένο τίτλο «Ο κος Τίποτα». Προφανώς και δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ο τίτλος κλείνει το μάτι στην αναφορά στον Αβραμόπουλο, νομίζω όμως πως μπορεί πολύ βάσιμα να ισχυριστεί κανείς ότι πρόκειται για έναν χαρακτηρισμό που έμεινε στη συλλογική μνήμη και που περιγράφει έναν γενικότερο τύπο ανθρώπων. Έναν τύπο ανθρώπων στον οποίο ανήκει σίγουρα ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ο Νόρμαν. Mακρινός συγγενής του Ζέλινγκ του Γούντι Άλεν ή του κύριου Τσανς του Πίτερ Σέλερς στο «Being There» του Χαλ Άσμπι, έχει μεν περισσότερο εαυτό και από τους δύο, αλλά είναι ένας εαυτός που δεν έχει να προσφέρει τίποτα πρωτογενές: ο Νόρμαν κολλάει πάνω στον εκάστοτε συνομιλητή του σαν χέλι, προσπαθώντας να του πουλήσει κάποια εκδούλευση, ώστε είτε να πάρει πίσω κάποιο αντάλλαγμα, είτε ενίοτε απλά και μόνο να νιώσει σημαντικός δια της εκδούλευσης που θα πουλήσει.

Γιατί ο Νόρμαν είναι ψυχή τε και σώματι ένας μεσάζων. Κάποιος που δεν βρίσκεται ούτε στη μια, ούτε στην άλλη άκρη της αληθινής συναλλαγής ή της αληθινής συνομιλίας. Μεσολαβεί ώστε η αληθινή συναλλαγή να λάβει χώρα, μεσολαβεί ώστε ο ένας σημαντικός άνθρωπος να γνωρίσει έναν άλλον σημαντικό. Η δική του η σημασία, η δική του η αξία, η δική του η ταυτότητα είναι η μεσολάβηση, το ξέρω αυτόν κι εκείνον, το μπορώ να σε φέρω σε επαφή με τον τάδε και τον δείνα. Η ειδικότητά του είναι να ελίσσεται σαν χέλι, να χώνεται και να κολλάει σαν βδέλλα δίπλα σε ισχυρούς ανθρώπους. Περιφέρεται όλη μέρα στους πολυσύχναστους δρόμους της Νέας Υόρκης με το κινητό του και τα ακουστικά του και προσπαθεί να  φέρει σε πέρας τα υπερφιλόδοξα και πολύπλοκα σχέδιά του. Έχει μια κάρτα, είναι στρατηγικός σύμβουλος, είναι κάτι ακαθόριστο, ποιος ξέρει τι ακριβώς είναι, ποιος ξέρει ακριβώς ποιος είναι. Είναι αεριτζής, αλλά ένας καλλιτέχνης του αέρα. Ένας μάγος που παίρνει τον αέρα και τον κάνει κάτι απτό, αλλά συχνότερα ένας ταχυδακτυλουργός που το τρικ του μένει ημιτελές και ο αέρας παραμένει αέρας.

Ο κύριος Τίποτα

Ο Ισραηλινός σκηνοθέτης Γιόζεφ Σένταρ πριν μερικά χρόνια στο υπέροχο «Γράψε Λάθος» παρουσίαζε μια πολύ διαφορετική κατά τα άλλα ιστορία, όπου και πάλι όμως η αναγνώριση και η καταξίωση έπαιζε κεντρικό ρόλο. Έτσι κι εδώ, σιγά σιγά καταλαβαίνεις ότι ο Νόρμαν δεν είναι τόσο ένας άνθρωπος που προσπαθεί να πιάσει την καλή, όσο κυρίως ένας άνθρωπος που προσπαθεί να νιώθει σημαντικός. Ένας άνθρωπος που πουλάει διαρκώς παραμύθι για την προσωπική του κατάσταση, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να νιώσει σημαντικός μέσα από άλλους σημαντικούς ανθρώπους. Στο πιο απολαυστικό ίσως κομμάτι της ταινίας, ο Νόρμαν, ο άνθρωπος χωρίς εαυτό, θα βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον ίδιο ανθρωπότυπο. Ο Χανκ Αζάρια περπατάει δίπλα στον Ρίτσαρντ Γκιρ, ελίσσεται σαν χέλι και κολλάει σαν βδέλλα επάνω του και έτσι ο Γκιρ θα δει για λίγο το είδωλό του στον καθρέφτη, καθώς ο Αζάρια θα προσκολληθεί επάνω του και θα προσπαθήσει να του πουλήσει αυτός εκδούλευση.

Ο κύριος Τίποτα

Αλλά η βασική σχέση που αναπτύσσεται στην ταινία είναι αυτή του Νόρμαν με έναν ανερχόμενο Ισραηλινό πολιτικό. Που μπορεί κι αυτός να λέει σε όλους όσα θέλουν να ακούσουν, που μπορεί κι αυτός να έχει εαυτό που προσαρμόζεται στον εκάστοτε συνομιλητή του, αλλά η ειδοποιός διαφορά είναι ότι έχει ένα συγκεκριμένο όραμα και μια αληθινή ατζέντα. Θέλει να συμβιβαστεί για να φέρει ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. Γιατί όπως λέει, ο συμβιβασμός είναι δυσφημισμένη έννοια, η πρώτη ύλη της ζωής μας είναι συμβιβασμός, γιατί όπως λέει, το αντίθετο του συμβιβασμού δεν είναι ο ιδεαλισμός και η ακεραιότητα, αλλά ο φανατισμός και ο θάνατος.

Καταφέρνει να χτίσει έναν ήρωα που έχει κινηματογραφικό λόγο ύπαρξης

Στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Ηomme Less» του 2014, παρακολουθούμε τη ζωή του Μαρκ Ρέι, ενός μοντέλου και ηθοποιού και φωτογράφου μόδας που περιφέρεται κομψότατος μέσα στο Μανχάταν και σε επιδείξεις μόδας, μόνο που τα τελευταία χρόνια της ζωής του είναι άστεγος και ζει στην ταράτσα ενός κτιρίου με το φόβο μην τον ανακαλύψουν και τον πετάξουν κι από εκεί. Όσο μη αληθοφανές κι αν ακούγεται, άλλο τόσο αληθινό είναι. Δύο διαμετρικά αντίθετοι κόσμοι ενώνονται σε έναν. Κανείς μα κανείς από όσους βλέπουν τον Μαρκ στη διάρκεια της μέρας ή της νύχτας, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός ο τόσο γκλάμουρους άντρας έχει το εξής βασικό διαφοροποιητικό στοιχείο από όλους τους υπόλοιπους: δεν έχει μια στέγη πάνω από το κεφάλι του. Μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου: ένας βασικός δείκτης όχι επιτυχίας, αλλά αποτυχίας, να μην έχεις καν κάπου να μείνεις. Ο Μαρκ Ρέι κινείται στον κόσμο του θεάματος, ο Νόρμαν στον κόσμο του χρήματος και της πολιτικής, δεν θα μάθουμε ποτέ αν ο Νόρμαν σαν τον Μαρκ δεν έχει ούτε αυτός μια στέγη πάνω από το κεφάλι του, πάντως οι ζωές τους μοιάζουν σχεδόν σπαρακτικά.

Μπορεί «Ο κος Τίποτα» να μην φτάνει καθόλου την πληρότητα που προσφέρει το «Γράψε Λάθος», αλλά δεν είναι μια επιφανειακή ταινία. Καταφέρνει να χτίσει έναν ήρωα που έχει κινηματογραφικό λόγο ύπαρξης, και ο λόγος ύπαρξής του είναι ακριβώς αυτή η αμφιβολία για το τι είδους εαυτό τελικά κουβαλά μέσα του, τι κρύβεται πίσω από το τίποτά του, πόσο όλα όσα του συμβαίνουν δικαιολογούν τον αυθεντικό τίτλο και συνιστούν όντως μια τραγική πτώση ή αντίθετα αποτελούν τη θριαμβευτική αναγνώριση ότι επιτέλους είναι και αυτός αυτοτελώς σημαντικός, ότι επιτέλους έχει κι αυτός πρωτογενή αξία που μπορεί να κάνει την τεράστια διαφορά και να έχει την πιο καταλυτική επίδραση.

Ο κύριος Τίποτα