Όταν ήταν μικρός, πολύ πριν μάθει να διαβάζει και να γράφει, ο Βασίλης Κεκάτος πήγαινε με τους γονείς του στην κινηματογραφική λέσχη της Κεφαλονιάς -όπου ζούσαν- βλέποντας πολλές ταινίες γνωστών σταρ του σινεμά. Το μικρό αγόρι δεν μπορούσε να διαβάσει τους υπότιτλους, εντυπωσιαζόταν όμως κάθε φορά από την δύναμη των εικόνων και την εικαστικότητα των τοπίων που εναλλάσονταν μπροστά του. 

Όταν μεγάλωσε είχε ήδη τσιμπήσει το μικρόβιο της έβδομης τέχνης – κυρίως απ’ τις ταινίες του Carlos Reygadas, του Aki Kaurismäki, του Νίκου Παπατάκη και του Θεόδωρου Αγγελόπουλου – και πήρε την απόφαση να σπουδάσει σκηνοθεσία κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου.

Επέστρεψε στην Ελλάδα γιατί αγαπάει τον τόπο που μεγάλωσε και τον ήλιο. Ενώνοντας την αγάπη του για το νησί του και το πάθος του για το σινεμά, ξεκίνησε το SeaNema Open Air Festival, ένα πρωτότυπο καλοκαιρινό φεστιβάλ που μετατρέπει ειδυλλιακές παραλίες και άλλα παραθαλάσσια σημεία της Κεφαλονιάς σε μαγευτικά θερινά σινεμά. 

Παράλληλα, γύρισε την πρώτη μικρού μήκους ταινία του, τον “Ανάδρομο”, σαν φόρο τιμής στα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων, με βασικό σκηνικό το σπίτι του νονού του όπου περνούσε όλες του τις διακοπές. Ύστερα, μάζεψε τους φίλους του και έφτιαξαν μαζί το δεύτερο μικρού μήκους φιλμ του, το “Zero Star Hotel”, που κέρδισε στον διαγωνισμό «What’s Next?» του Φεστιβάλ του Sundance, γιατί όπως συχνά λέει ο Βασίλης “οι παρέες γράφουν ιστορία και μαζί μπορούν να κάνουν σπουδαία πράγματα”.

Πριν δυο χρόνια, στην κηδεία του παππού του, ταξίδεψε χειμώνα στη μουντή Κεφαλονιά. Όταν διάβασε το ονοματεπώνυμό του στο αγγελτήριο θανάτου (Σήμερα κηδεύεται ο Βασίλειος Κεκάτος) και εν μέσω μιας βαθιάς κωμικοτραγικής διάθεσης που τον είχε περιστοιχίσει, του γεννήθηκε η ιδέα να κάνει μια ταινία που θα λέει την ιστορία ενός ανθρώπου ο οποίος ένα πρωί, καθ’οδόν για τη δουλειά του, πληροφορείται πως πέθανε την προηγούμενη μέρα από την εφημερίδα. Σε συνδυασμό με μια -επίσης κωμικοτραγική- σκέψη του, γύρω από το γεγονός ότι τα ψάρια πεθαίνουν στη σιωπή, χωρίς να μπορούν να φωνάξουν, παρά μόνο να αφήσουν μερικές μπουρμπουλήθρες στο βυθό, την ονόμασε “Η σιγή των ψαριών όταν πεθαίνουν”.

Αυτή του η σκέψη – που έγινε ταινία με πρωταγωνιστές τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, την Αλεξάνδρα Κ*, τον Άγγελο Σκασίλα και τον Αλέξανδρο Παπαϊωάννου, είναι η μοναδική ελληνική συμμετοχή που αύριο (5/8) προβάλλεται και διαγωνίζεται για τη Χρυσή Λεοπάρδαλη Καλύτερης Μικρού Μήκους Ταινίας στο 71ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο… 

-Περιέγραψε μου τη στιγμή που έμαθες ότι η ταινία σου επιλέχθηκε για το φετινό διαγωνιστικό του Λοκάρνο…

Κοιμόμουν. Μου τηλεφώνησε η παραγωγός μου και με ρώτησε αν είμαι όρθιος. Της απάντησα ότι είμαι ξαπλωμένος και τότε μου είπε: “Είσαι στην καλύτερη φάση. Πήγαμε στο Λοκάρνο”! Αισθάνθηκα μια ικανοποίηση και μια απρόσμενη χαρά.

-Τώρα η χαρά έχει δώσει τη θέση της στην αγωνία για το αποτέλεσμα;

Ακόμα υπερισχύει ο ενθουσιαμός. Μόλις τελειώσαμε και το SeaNema Festival, που πήγε εξαιρετικά καλά, και νομίζω ότι το βλέπω περισσότερο σαν μια καλή ευκαιρία για διακοπές. Η Ελβετία είναι φανταστικός προορισμός. Σαφώς έχω αγωνία για την ανταπόκριση της ταινίας, θέλω να δω τις αντιδράσεις του κόσμου. Το βλέπω όμως και σαν μια καλή ευκαιρία να έρθω σε επαφή με ανθρώπους του χώρου μου, να ανταλλάξω ιδέες, να αδράξω ευκαιρίες.

-Έχεις σκεφτεί τι θα πεις αν κερδίσεις; Έχεις γράψει τον λόγο σου;

Όχι, αυτό με αγχώνει πολύ. Γενικώς δεν προετοιμάζω τίποτα, προτιμώ να λέω αυτό που μου έρχεται στο μυαλό εκείνη την ώρα. Ευτυχώς δεν έχω τον φόβο του να σταθώ και να μιλήσω ενώπιον κοινού και παράλληλα δεν είμαι καθόλου καλός στην αποστήθιση. Επομένως, προτιμώ να βγαίνω και να λέω αυθόρμητα τη σκέψη μου. Αυτό που μου ‘ρχεται πρώτο στο μυαλό…

-Πες μου ένα θετικό κι ένα αρνητικό που σου ‘ρχονται τώρα στο μυαλό, στην περίπτωση που νικήσεις.

Το θετικό που σκέφτομαι πρώτα είναι ότι η νίκη θα είναι στο Λοκάρνο. Μιλάμε για ένα φεστιβάλ που αγαπώ εδώ και πολλά χρόνια, παρακολουθώ σταθερά το πρόγραμμα του και αγαπώ τις ταινίες που έχουν ξεπηδήσει από κει. Φυσικά τις πόρτες που ενδεχομένως ανοίξουν αναφορικά με νέες συνεργασίες, χρηματοδότηση κ.λπ., τις συγκαταλέγω επίσης στα θετικά.

Είτε βραβευτώ είτε όχι δεν έγινε και κάτι. Σκέφτομαι ότι είναι πολύ ωραίο που φτάσαμε μέχρι εκεί.

Σαν αρνητικό θα εντόπιζα αυτό που απορρέει από κάθε βράβευση. Ένα βραβείο δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες και υπάρχει πάντα το στρες να καταφέρεις να γίνεις καλύτερος, να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων και όσων σε τίμησαν. Από την άλλη μιλάμε πάντα για μια ταινία. Η ζωή δεν είναι μόνο μια ταινία. Είτε βραβευτώ είτε όχι δεν έγινε και κάτι. Σκέφτομαι ότι είναι πολύ ωραίο που φτάσαμε μέχρι εκεί. Τώρα αν κερδίσουμε, κιόλας, θα είναι ακόμα πιο ωραίο!

-Έχεις τσεκάρει κάποια ταινία απ’ το φετινό πρόγραμμα που θα θελες οπωσδήποτε να δεις; 

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω προλάβει να κοιτάξω καθόλου το πρόγραμμα. Είναι εκεί όμως ένας πολύ στενός μου φίλος και τον έχω βάλει σαν σκάουτερ! Είναι ένας Αιγύπτιος συνάδελφος που είχα γνωρίσει πέρσι, όταν το σενάριο της “Σιγής” συμμετείχε στο European Short Pitch της Nisi Masa στη Μάλτα. Νομίζω ότι ήδη θα έχει εντοπίσει όλα τα φετινά “διαμαντάκια”.

-Το στόρι της ταινίας, όπως και ο τίτλος της, έχουν μια αντισυμβατική – σχεδόν μεταφυσική – ματιά…

Ευελπιστώ ότι η ταινία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, ώστε να επιτρέπει στον θεατή να δώσει τη δική του ερμηνεία. Η μεταφυσική είναι μία εξ αυτών. Εμένα η προσέγγισή μου είναι λίγο πιο κυνική. Η ιδέα γεννήθηκε πριν δυο χρόνια, όταν στην κηδεία του παππού μου το μάτι μου έπεσε πάνω στο νεκρώσιμο του, που έφερε το ονοματεπώνυμό μου. Σκέφτηκα -χιουμοριστικά- τι θα γινόταν αν είχα πεθάνει χωρίς να το ξέρω και να το μάθαινα μ’ αυτόν τον τρόπο. Ήταν μια μακάβρια σκέψη, αλλά ήταν η σπερματική ιδέα για την ιστορία, η οποία κινείται σε μια απλή δομή αφήγησης. Ξυπνάς ένα πρωί και κάτι σου συμβαίνει.

Τη συνδύασα, λοιπόν, με μια άλλη σκέψη, ότι τα ψάρια πεθαίνουν χωρίς να κάνουν θόρυβο. Αυτό είναι τρομερά τραγικό αν το σκεφτείς, απ’ την άποψη ότι ένας άνθρωπος ή ένα άλλο ζώο μπορούν να βγάλουν μια φωνή πριν ξεψυχήσουν, το ψάρι όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Το μόνο που κάνει είναι να βγάζει μπουρμπουλίθρες, στοιχείο που προσδίδει και μια κωμικότητα στην όλη δραματική κατάσταση.

-Άρα, βασικό στοιχείο της ταινίας είναι ο θάνατος.

Το αντίθετο. Έχει να κάνει με τη ζωή και με το πώς οι ζωντανοί αντιμετωπίζουν το φαινόμενο του θανάτου. Υπάρχει μια απάθεια ως προς το γεγονός του θανάτου, μια αδράνεια που μοιραία περνά και στην ίδια τη ζωή. Βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη κοινωνία αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο ως νεκρό ενώ είναι ζωντανός μπροστά της, απλώς επειδή διάβασε κάπου ότι πέθανε.

Ήθελα να μιλήσω για τον θάνατο, έτσι που να τον ξορκίζω. Βασικός στόχος, δηλαδή, είναι να γελάσει κάποιος που θα δει την ταινία.

-Η σκηνοθεσία ακολουθεί την αντισυμβατική γραμμή της ιστορίας;

Η ταινία αποτελείται κυρίως από στατικά μονοπλάνα, τα οποία φωτίζουν τη μουντή, χειμωνιάτικη νησιωτική επαρχία, η οποία το καλοκαίρι λούζεται στον ήλιο, αλλά τον χειμώνα μαραίνεται, σχεδόν είναι ξοφλημένη. Η σκέψη μου ήταν να αποτυπώσω στον φακό αυτή την ερημιά, η οποία δίνει το χρώμα και το ύφος στο φιλμ. Ήθελα να μιλήσω για τον θάνατο, έτσι που να τον ξορκίζω. Βασικός στόχος, δηλαδή, είναι να γελάσει κάποιος που θα δει την ταινία.

-Δηλαδή, έχεις φτιάξει μια κωμωδία;

Μια αποτυχημένη κωμωδία, που γελάω μόνο εγώ και οι φίλοι μου! (γελάει). Στην ουσία είναι μια ταινία διαποτισμένη απ’ το χιούμορ του τόπου μου. Οι Κεφαλονίτες έχουν φοβερό μαύρο χιούμορ!

-Αλήθεια; Νόμιζα ότι φημίζονται περισσότερο για την “ξεροκεφαλιά” τους…

Το μαύρο χιούμορ τους υπερισχύει! Είναι στο dna τους. Νομίζω ότι έχει τις ρίζες του στους διανοητές του παρελθόντος, όπως ο Λασκαράτος, ο οποίος αφορίστηκε από την εκκλησία εξαιτίας της καυστικής του σάτιρας. Θα σου πω και κάτι που έμαθα ενώ είχα ήδη γυρίσε την ταινία.

Όταν έλεγα για την ιστορία της “Σιγής” σε κάποιον παλιό Κεφαλονίτη, εξηγώντας του ότι ένας ήρωας διαβάζει σε μια εφημερίδα ότι πέθανε ενώ είναι ζωντανός, μου λέει: “Καλά, δεν το ξέρεις ότι αυτό γινόταν ως φάρσα παλιά στην Κεφαλονιά; Οι πιτσιρικάδες της δεκαετίας του ’50, τύπωναν νεκρώσιμα με το όνομα κάποιου ζωντανού για να του κάνουν πλάκα”. Έπαθα σοκ. Δεν πίστευα ότι έφτιαξα μια ταινία στον τόπο μου, επηρεασμένη από τον τόπο μου, η ιστορία της οποίας τελικά μοιάζει με μια παλιά συνήθεια του νησιού που αγνοούσα όταν έγραφα το σενάριο! Προφανώς θα είχα ακούσει την ιστορία στο παρελθόν και θα είχε εντυπωθεί στο υποσυνείδητο μου, αλλά ειλικρινά δεν πιστεύω ακόμα αυτή τη σύμπτωση.

-Είναι μια σύμπτωση που μοιάζει με το μεταφυσικό χαρακτήρα της ταινίας. Δείχνεις να έχεις μεγάλη αγάπη για το νησί σου. Γυρίζεις τις ταινίες σου εκεί, του χάρισες και ένα υπέροχο καλοκαιρινό φεστιβάλ…

Αγαπώ βαθιά την Κεφαλονιά και τους ανθρώπους της. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, εκεί έγιναν όλα. Αν δεν ήταν η Κεφαλονιά, δεν θα ήταν το Λοκάρνο, γιατί η Κεφαλονιά είμαι εγώ. Να σκεφτείς ότι στη “Σιγή” συμμετέχουν και πολλοί ντόπιοι, πλάι στους βασικούς πρωταγωνιστές. Θα μ’ ενδιέφερε πολύ στο μέλλον να δουλεύω κυρίως μ’ αυτούς.

-Τι εννοείς; Να φτιάχνεις ταινίες μόνο με τους ντόπιους;

Δεν λέω ότι θα πάψω να συνεργάζομαι με κανονικούς ηθοποιούς, ίσα ίσα που έχω στο μυαλό μου πολλούς ταλαντούχους επαγγελματίες με τους οποίους θα ήθελα να συνεργαστώ. Με ενδιαφέρει, όμως, να δουλέψω παράλληλα με ανθρώπους που δεν έχουν άμεση σχέση με την τέχνη. Με συγχωριανούς μου ή άλλους ερασιτέχνες, που με εξιτάρει η φυσιογνωμία τους. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να μιλήσουν μια άλλη γλώσσα, έχουν το αυθόρμητο ταλέντο της φύσης τους.

-Θα είχε πράγματι ενδιαφέρον να δούμε μια τέτοια ταινία. Από την άλλη, τώρα με το Λοκάρνο, ανοίγεις διεθνώς τα φτερά σου. Δεν έχεις στο μυαλό σου ξένους διάσημους ηθοποιούς με τους οποίους θα ήθελες να συνεργαστείς στο μέλλον;

Δεν ξέρω πόσο εύκολο θα ήταν, αλλά ελπίζω κάποια μέρα να συνεργαστώ με τον Michael Shannon ή την Charlotte Gainsbourg. Είναι ηθοποιοί που θαυμάζω πολύ.

Η Σιγή των Ψαριών όταν Πεθαίνουν

Η Σιγή των Ψαριών όταν Πεθαίνουν

-Αν γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, ποια είναι τα βήματα που έκανες για να φτάσεις στην πόρτα ενός μεγάλου φεστιβάλ; Θέλω να πω, υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι που παλεύουν να αναδείξουν τη δουλειά τους και είναι διαρκώς παραπονούμενοι για τις άσχημες συνθήκες. Ο δικός σου ο δρόμος πώς έφτασε στο Λοκάρνο;

Σίγουρα υπάρχει μια δύσκολη κατάσταση, οι συνθήκες δεν ευνοούν, αλλά αν υπάρχουν άνθρωποι δίπλα σου όλα είναι πιο εύκολα. Θέλω να πω ότι για μένα, οι παρέες γράφουν ιστορία. Σκέψου ότι τα γυρίσματα της πρώτης μου μικρού μήκους ταινίας έγιναν στο σπίτι του νονού μου, οπότε τα έξοδα της ήταν περιορισμένα, ενώ παράλληλα βοήθησαν πολλοί φίλοι.

Το να πεις “δεν έχω χρήματα για να γυρίσω μια ταινία μικρού μήκους” είναι δικαιολογία για μένα.

Το ίδιο συνέβει και με τη δεύτερη, το “Zero Star Hotel” που ήταν μια άσκηση πάνω στη “Σιγή”. Είχα γράψει το σενάριο της, αλλά δεν είχα λεφτά να τη γυρίσω, οπότε είπα να δω με άλλη οπτική την ίδια ιστορία. Και να που κατάφερε να κερδίσει στον διαγωνισμό «What’s Next?» του Φεστιβάλ του Sundance.

Όλα ξεκινούν απ’ το μηδέν. Το να πεις “δεν έχω χρήματα για να γυρίσω μια ταινία μικρού μήκους” είναι δικαιολογία για μένα. Καταλαβαίνω ότι θες το όραμα σου να μένει ακέραιο, αλλά το θέμα είναι ο δημιουργός να προσαρμόζεται στις συνθήκες και να τις φέρνει όσο το δυνατόν πιο κοντά γίνεται σ’ αυτό που θέλει να κάνει. Δεν μπορείς να είσαι μέσα στην καταιγίδα και να προσεύχεσαι για ήλιο. Πρέπει να παλέψεις στη βροχή. Η όλη ιστορία θέλει ρομαντισμό, αγάπη και καλούς φίλους. Το Λοκάρνο ήρθε σαν αποτέλεσμα όλων αυτών.

Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου πρωταγωνιστεί στην ταινία "Η Σιγή των Ψαριών όταν Πεθαίνουν".

Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου πρωταγωνιστεί στην ταινία “Η Σιγή των Ψαριών όταν Πεθαίνουν”.

-Έχεις απαντήσει στην ερώτηση για το τι σινεμά θες να κάνεις; 

Θέλω να κάνω ταινίες που θα προβληματίζουν τον θεατή, που θα περνούν συναισθήματα. Δεν θέλω να μιλήσω δύσκολα, θέλω να μιλήσω απλά. Προσπαθώ πολύ γι’ αυτό. Το να είσαι σύνθετος και ακατανόητος είναι το μόνο εύκολο. Ξέρεις, υπάρχει μια υποκρισία σήμερα στο κοινό.

Το σινεφίλ κοινό χωρίζεται έτσι κι αλλιώς σ’ αυτούς που αγαπούν το σινεμά και σ’ εκείνους που αγαπούν να αγαπούν το σινεμά.

Πολλοί λένε ότι καταλαβαίνουν κάτι, χωρίς να τους έχει αγγίξει καθόλου, μόνο και μόνο επειδή είναι της μόδας. Μακάρι οι ταινίες μου να αρέσουν στον περιπτερά μου στην Κυψέλη, παρά σε μια μορφωμένη φοιτήτρια που πρέπει να της αρέσει οπωσδήποτε ένα έργο τέχνης. Το σινεφίλ κοινό χωρίζεται έτσι κι αλλιώς σ’ αυτούς που αγαπούν το σινεμά και σ’ εκείνους που αγαπούν να αγαπούν το σινεμά.

-Τώρα ετοιμάζεις και την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σου.

Για την ακρίβεια, προετοιμάζω μια ακόμα μικρού μήκους που θέλω πολύ να ολοκληρώσω και παράλληλα δουλεύω πάνω στο σενάριο της πρώτης μεγάλου μήκους. Οι μικρού μήκους νομίζω είναι πιο δύσκολες, γιατί στη μικρή φόρμα πρέπει να είσαι πιο σαφής, πιο ακριβής. Για μένα ήταν μονόδρομος, αφού για μια μεγάλου μήκους ταινία χρειάζεσαι περισσότερα χρήματα, περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερη ωριμότητα. Εγώ τώρα αισθάνομαι ότι μπορώ να μιλήσω με περισσότερα λόγια.

-Βασίλη, σου εύχομαι καλή επιτυχία και να γυρίσεις με τη νίκη!

Σ’ ευχαριστώ πολύ. Ανεξαρτήτως αποτελέσματος, μου αρκεί το ότι φτάσαμε μέχρι εκεί!

Info: 

H ταινία του Βασίλη Κεκάτου “Η Σιγή των Ψαριών όταν Πεθαίνουν” κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 71ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο την Κυριακή 5/8.