Η «Σιωπή» ξεκινά με τον Ιησουίτη ιεραπόστολο Λίαμ Νίσον σαν να μας έρχεται απευθείας από την «Αποστολή» του Ρόλαντ Τζοφέ. Βρισκόμαστε στην Ιαπωνία του 17ου αιώνα και ο Νίσον παρακολουθεί με συντριβή το βασανισμό και το μαρτυρικό θάνατο άλλων ιεραποστόλων. Χρόνια μετά στην Πορτογαλία δυο νεαροί μοναχοί που είχαν τον Νίσον δάσκαλο, αρνούνται κατηγορηματικά να δεχτούν ότι αληθεύουν οι μαρτυρίες βάσει των οποίων αυτός αποστάτησε και έγινε βουδιστής (μάλλον σιντοϊστής για την ακρίβεια) μοναχός. Παρότι ο Χριστιανισμός βρίσκεται υπό απηνή διωγμό στην Ιαπωνία και είναι εξαιρετικά επικίνδυνο ζητούν και παίρνουν άδεια να πάνε εκεί για να αναζητήσουν τα ίχνη του δασκάλου τους.

Λίαμ Νίσον

Στο πρώτο μισό της ταινίας, κάτι δεν σου κάθεται καλά στην καινούρια ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε. Δεν είναι ακριβώς ιδεολογικό το πρόβλημα, δεν είναι ακριβώς πρόβλημα πολιτικής τοποθέτησης, είναι ότι κυρίως σου μοιάζει αναχρονιστικό να θες στα αλήθεια σήμερα να μας μιλήσεις και να μας δείξεις τα βάσανα των ιεραποστόλων στην Ιαπωνία. Και καθαρά κινηματογραφικά το πρόβλημα εστιάζεται στην αντισυμβατική μεν για τέτοιου είδους ταινία, αλλά αποτυχημένη κατ΄εμέ στην πράξη σχεδόν πλήρη έλλειψη μουσικής υπόκρουσης, σε αυτή τη σιωπή μέσα στη «Σιωπή». Οι ήρωες πασχίζουν να ακούσουν τον Θεό, Εκείνος σωπαίνει, και αυτή τη σιωπή την υφιστάμεθα κι εμείς ως θεατές. Αν αυτή ήταν η ιδέα, δεν νομίζω ότι λειτούργησε.

Αλλά κάπου στα μισά της ταινίας το πράγμα αρχίζει σταδιακά να πατάει σε ολοένα και πιο αβέβαιο, άρα και ολοένα πιο γόνιμο έδαφος, ανατρέποντας, τις ως το σημείο εκείνο ενστάσεις σου, καθώς η ταινία εγκαταλείπει την επικράτεια της δυτικής οπτικής γωνίας πάνω στα πράγματα και παραδίδεται σταδιακά σε μια οπτική τού είναι έτσι είναι και αλλιώς, του δε θα έρθουμε εμείς με το λευκό σινεμά μας και τους λευκούς θεούς μας να διδάξουμε την καθολική αλήθεια και να σας κατηγορήσουμε που φερθήκατε τόσο απάνθρωπα στους απεσταλμένους της θρησκευτικής μας αποικιοκρατίας. Καθώς φεύγουμε από την αφήγηση των πραγμάτων από τη σκοπιά των ιεραποστόλων και ακούμε και την άλλη άποψη, αυτή έχει στοιχεία πειστικότητας: Ήρθατε από την άλλη άκρη της γης να μας φέρετε το Θεό σας και είναι σίγουρο ότι εσείς είστε οι καλοί της υπόθεσης; Δεν έχουμε δικούς μας Θεούς εμείς, δεν έχουμε δική μας κοσμοαντίληψη;

Silence

Όταν έρχεται λοιπόν η ώρα της «αναμέτρησης», οι Ιάπωνες δε θα χρησιμοποιήσουν μόνο τη φυσική βία και τα βασανιστήρια. Θα στοχεύσουν ευθέως στο μυαλό του ήρωα προσπαθώντας να πατήσουν τα σωστά κουμπιά μέσα του. Γιατί τι γίνεται όταν η ίδια σου η αποστολή  προσδίδει στα βασανιστήρια παράπλευρα οφέλη; Τι γίνεται όταν η θρησκεία σου θεμελιώθηκε πάνω στην αποδοχή του βασανισμού και τη θυσία; Αν όμως εκείνος ήταν θεάνθρωπος, ποτέ και με καμία έννοια δεν μπορούν να είναι τα βασανιστήρια επιθυμητά από κανέναν άνθρωπο. Προφανώς και είναι σε κάθε περίπτωση πόνος υπέρτατος. Τι γίνεται όμως όταν είσαι μέσα σου οπλισμένος με μια πίστη που καθιστά αυτόν τον πόνο αντιμετωπίσιμο; Το ίδιο αποτρόπαια προοπτική είναι ας πούμε τα βασανιστήρια για έναν δυτικό άνθρωπο του 21ου αιώνα χωρίς Θεό, που ζει με το καταναλωτικό πρότυπο, χωρίς ιδιαίτερα ιδανικά, που θέλει να ζήσει μια όσο το δυνατόν πιο άνετη και άπονη ζωή και το ίδιο αποτρόπαια προοπτική για έναν άνθρωπο του 17ου αιώνα που πηγαίνει στην Ιαπωνία γνωρίζοντας ότι η αποστολή του είναι δυνάμει μοιραία, έναν άνθρωπο που έχει αφιερώσει όλη του τη ζωή σε μια πίστη, ένα άλλο σύστημα σκέψης γύρω από αυτήν;

Silence

Το ζήτημα δεν είναι αν θα μαρτυρήσεις για τη θρησκεία σου. Ήρθες – θα σε βασανίσουμε – θα δοξαστείς; Τόσο απλό νόμιζες ότι είναι; Επειδή έτσι καταλαβαίνεις τον κόσμο εσύ, νομίζεις ότι εμείς δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε αλλιώς; Πρώτον, αυτό που με τόση βεβαιότητα πιστεύεις ότι είναι η πίστη που μεταδίδεις είσαι σίγουρος ότι είναι η πίστη που διδάσκεις και όχι κάτι που εκλαμβάνουν διαφορετικά οι άνθρωποι εδώ βάσει μιας άλλης συνολικής αντίληψης για τον κόσμο που μετρά πολλούς αιώνες; Δεύτερον, ήρθες θεωρώντας ότι είσαι διατεθειμένος να φτάσεις ως την απόλυτη θυσία, αλλά ποια ακριβώς είναι η απόλυτη θυσία; Ο σωματικός πόνος; Που την ίδια στιγμή που βασανίζεσαι σε εξυψώνει στο μυαλό σου; Που θα σε οδηγήσει μετά στον παράδεισό σου; Υπό μια έννοια οι ιησουίτες ιεραπόστολοι της ταινίας θυμίζουν περισσότερο ισλαμιστές καμικάζι έτοιμους να πεθάνουν για τη θρησκεία τους, την ώρα που οι Ιάπωνες ανακριτές έχουν περισσότερο κοσμικό πολιτισμικό άγχος να μην αλωθούν, παρά επιδίδονται σε έναν εξίσου ιερό πόλεμο.

Silence

Κι έτσι σιγά σιγά, η «Σιωπή» μετατρέπεται σε μια ταινία πάνω στη σχετικότητα, καθώς καθετί το μονοσήμαντο φεύγει απο τον ορίζοντά μας. Και να δυο βασικά παραδείγματα. Κάτι θα συμβεί σε έναν απο τους δύο ιεραποστόλους. Κι ενώ αυτό που του συμβαίνει είναι πολύ έντονο, πολύ δραματικά φορτισμένο, δεν το παρακολουθούμε από τη δική του σκοπιά, δεν το παρακολουθούμε ωσάν να υπάρχει η μία και μόνη εντελώς σημαντική ιστορία, ο Σκορσέζε αριστοτεχνικά απομακρύνει την οπτική μας γωνία τόσο ώστε το γεγονός να μετατρέπεται σε ένα οιονεί θεατρικό δρώμενο, σε μια ωδή στην πιο βαθιά ματαιότητα που δεν έχει τίποτα το δοξαστικό, σε μια σκηνή όπου συμβαίνουν μεν πράγματα τραγικά αλλά τραγικά λόγω της ματαιότητας. Κι ύστερα υπάρχει ο Κιτσιτζίρο. Όταν θα πρωτοακούσουμε την ιστορία του θα συγκλονιστούμε από αυτό που του συνέβη. Κι ύστερα θα έρθει το πάτερν του. Ξανά και ξανά και ξανά θα επαναλαμβάνει την ίδια συμπεριφορά. Και δε θα φαίνεται στον ίδιο γελοίο όλο αυτό. Κάθε άλλο. Στον ίδιο θα φαίνεται πάντα τραγικό. Αλλά η διαρκής επαναληψιμότητα δεν μπορεί να συμβαδίζει με το τραγικό. Με το κωμικοτραγικό ναι. Όσο κωμικοτραγικά μπορεί να είναι μερικά δόγματα αν κανείς τα απογυμνώσει απο την ουσία τους και προσπαθήσει να τα χρησιμοποιήσει εργαλειακά. Το βασικό αφηγηματικό σχήμα τόσων πολλών ταινιών του Σκορσέζε: 1) Η άνοδος, η αλαζονεία, η απόλαυση των προνομίων της. 2) Η πτώση, η έκπτωση, η συντριβή. 3) Ο επίλογος των νέων ξεκινημάτων, η συμφιλίωση με τον εαυτό σε ένα νέο πλέον επίπεδο αυτογνωσίας. Γεμάτο Ιούδες το έργο του Σκορσέζε, που δε διστάζει να ομολογήσει το πόσο τον γοητεύει η παρουσία του. Το λέει ο ίδιος ο Ιησούς στον ίδιο τον Ιούδα στον «Τελευταίο Πειρασμό»: χωρίς την προδοσία σου δεν μπορεί να υπάρξει η λύτρωση. Ανέβα – πέσε – ξανασήκω. Δίδαξε – σταυρώσου – αναστήσου. Απόλαυσε – πλήρωσε το τίμημα – λυτρώσου. Ζήσε – αμάρτησε – συγχωρέσου.

Aν το σινεμά του Σκορσέζε είναι ένα σινεμά τόσο φιλόδοξο ώστε ενίοτε να κινηματογραφεί και τον ίδιο τον Θεό, το σινεμά του Τζάρμους και ακόμη περισσότερο το «Paterson» είναι ένα σινεμά στο άλλο άκρο. Το «Paterson» είναι μια ταινία που δεν θα αντιπαρατεθεί με θεούς και δαίμονες, μια ταινία που όταν ο Άνταμ Ντράιβερ έρθει σε επαφή με Ιάπωνες δε θα γίνει για ζητήματα ζωής και θανάτου αλλά για ζητήματα ζωής και ζωής, μια ταινία που δε μιλάει για τη σωτηρία της ψυχής αλλά για κάτι εντελώς διαφορετικό: την ψυχική γαλήνη. «Kαι δεν πειράζει που τόσο νωρίς θα κοιτάμε χωρίς να γυρεύουμε κάτι»: αν η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, η γαλήνη της ψυχής είναι ακόμη μεγαλύτερο. Μεγαλύτερο ακριβώς επειδή δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία να μετρήσει και να μετρηθεί, να συγκρίνει και να συγκριθεί, να κρίνει και να κριθεί, να πείσει και να πεισθεί, να ματαιώσει και να ματαιωθεί, να ψάξει αλλού και μετά αυτό που μπορεί να υπάρχει ήδη και τώρα.

Paterson

Μια εβδομάδα από τη ζωή του οδηγού αστικού λεωφορείου και ερασιτέχνη ποιητή Πάτερσον στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ. Μια εβδομάδα που κυλά με πανομοιότυπο σχεδόν τρόπο. Ο Πάτερσον ξυπνάει κάθε πρωί μερικά λεπτά μετά τις έξι, άντε να πάει εξίμιση το πολύ, χωρίς ξυπνητήρια, με το εσωτερικό αρμονικό του ρολόι. Και μια ταινία που μας δείχνει απλώς μια εβδομάδα από τη ζωή ενός ανθρώπου όπου ελάχιστα πράγματα γίνονται, θα μπορούσε κάλλιστα να κινήσει στην επικράτεια του δήθεν προσπαθώντας να παραστήσει κάτι. Αλλά όπως ο ίδιος ο Πάτερσον, έτσι και το «Paterson» είναι όσο πιο μακριά από το δήθεν γίνεται. Αν η ζωή του Πάτερσον φαίνεται σε κάποιους βαρετή, είναι ίσως επειδή βλέπουν πώς ζει εξωτερικά. Επειδή δεν προσπαθεί να αγοράσει τη μη βαρεμάρα από κάπου. Ένας άνθρωπος που γράφει ζει παράλληλα και ταυτόχρονα σε έναν κόσμο μη ορατό. Η ζωή του δεν εξαντλείται μόνο σε όσα νομίζουν οι άλλοι ότι κάνει ή δεν κάνει. Ο Πάτερσον δε γράφει μόνο όταν πιάνει το τετράδιο του. Γράφει και άλλες ώρες της ημέρας, ακόμη και αν δε σκέφτεται καθόλου τι θα γράψει, ακόμη και όντας απλώς σε εκείνη την κατάσταση του νου που του επιτρέπει να είναι έτοιμος και διαθέσιμος για το επόμενο ερέθισμα. Συνομιλεί δηλαδή με τον κόσμο με έναν διαφορετικό τρόπο, με έναν τρόπο όπου ο κόσμος εσωτερικεύεται διαρκώς, όπου ο κόσμος γίνεται συγκίνηση και σκέψη και μετά, αφού υπάρξουν όλα αυτά, τότε παίρνει το πάνω χέρι η γραφή, όταν τα αρχικά υλικά μεταπλάθονται και οδηγούν συνειρμικά σε άλλα που πιθανώς δε φανταζόσουν ότι υπήρχαν εκεί δίπλα τους όταν ξεκινούσες να γράφεις. Ο Πάτερσον μας υπενθυμίζει ότι η ανάγκη να γράφεις δεν σταματάει ποτέ, η γραφή είναι ένα διαρκές παρόν, δεν έχει να κάνει ποτέ με όσα έγραψες χθες, έχει πάντα να κάνει με όσα θες να γράψεις τώρα. 

Paterson

Άνθρωποι εντελώς απλοί, αλλά ταυτόχρονα και εντελώς δημιουργικοί. Όσο ποίηση είναι η ποίηση του Πάτερσον αντίστοιχα η σύντροφός του μεταποιεί τον κόσμο γύρω της, αρνείται να δεχτεί ότι ο κόσμος είναι αυτός που βλέπουν οι υπόλοιποι, αρνείται να δεχτεί ότι αυτό είναι απλά το σπίτι της, τα ρούχα της, οι κουρτίνες της, μεταμορφώνοντάς τα όλα μα όλα σε ασπρόμαυρες συνθέσεις.

Ο επιστάτης του Πάτερσον που μουρμουράει για όλα τα προβλήματα που τον τρελαίνουν, ναι, είναι πολύ πιο κοντά στον πραγματικό άνθρωπο, στον άνθρωπο που ζει όντως δίπλα μας, είναι πολύ πιο πολλοί εμείς. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ο Πάτερσον είναι μη αληθινός. Αντίθετα, είναι ένας από τους πιο αληθινούς κινηματογραφικούς ήρωες των τελευταίων χρόνων, είναι ένας άνθρωπος που νιώθεις καλύτερα γνωρίζοντας ότι υπάρχει στα αλήθεια, ότι ζει την καθημερινότητά του στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ, ένας άνθρωπος που θα ήθελες να τον κάνεις φίλο στο φμπ αν χρησιμοποιούσε σόσιαλ μίντια, ή, αν είχες τα λεφτά να πήγαινες να τον επισκεφτείς, να τον πετύχεις σε ένα παγκάκι για να κοιτάξετε μαζί τη θέα, τη θέα την εξωτερική και τη θέα την εσωτερική, για να μιλήσετε ή για να μείνετε και οι δύο σιωπηλοί.

Paterson