«Καί ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καί φωνή μία πᾶσι.

καί εἶπαν· δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καί πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλή ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καί ποιήσωμεν ἑαυτοῖς ὄνομα πρό τοῦ διασπαρῆναι ἡμᾶς ἐπί προσώπου πάσης τῆς γῆς.

καὶ κατέβη Κύριος ἰδεῖν τήν πόλιν καί τόν πύργον, ὃν ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοί τῶν ἀνθρώπων.

καί εἶπε Κύριος· ἰδού γένος ἓν καί χεῖλος ἓν πάντων, καί τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καί νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ᾿ αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν.

δεῦτε καί καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τήν γλῶσσαν, ἵνα μή ἀκούσωσιν ἕκαστος τήν φωνήν τοῦ πλησίον.

καί διέσπειρεν αὐτους Κύριος ἐκεῖθεν ἐπί πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, καί ἐπαύσαντο οἰκοδομοῦντες τήν πόλιν και τον πύργον.

διά τοῦτο ἐκλήθη τό ὄνομα αὐτῆς Σύγχυσις, ὅτι ἐκεῖ συνέχεε Κύριος τά χείλη πάσης τῆς γῆς, καί ἐκεῖθεν διέσπειρεν αὐτούς Κύριος ἐπί πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.»

Με αυτά τα λόγια και μόνο αναφέρεται η Βαβέλ στο βιβλίο της Γένεσης. Μία μικρή αναφορά λίγων στίχων που ανά τους αιώνες της ανθρώπινης ύπαρξης δεν έχει πάψει να μας απασχολεί σαν μύθος ή σαν υπαρκτό ιστορικό γεγονός κατά κάποιους άλλους.

Με αυτό τον μύθο επιλέγει ο Κωνσταντίνος Ρήγος να αναμετρηθεί και να τον οπτικοποιήσει σκηνικά μέσα από την καινούρια παραγωγή της Ομάδας «Οκτάνα» που επανέρχεται με καινούρια δημιουργία ύστερα από τέσσερα χρόνια. «Η Οκτάνα είναι το σπίτι μου. Είμαι πίσω στο σπίτι μου. Υπάρχει πάντα και όποτε είναι στη φάση που μπορεί να υπάρξει μία ιδέα καλλιτεχνική και η δυνατότητα να υλοποιηθεί, η Οκτάνα ενεργοποιείται», μου λέει.

«Για μένα Βαβέλ είναι η αυτοκαταστροφή. Η τάση του ανθρώπου να ξεπεράσει τον εαυτό του σε σημείο που να οδηγείται στην αυτοκαταστροφή.  Αυτό είναι θέμα κοινωνικό, αλλά και προσωπικό, διάλεξα να συμβολίσουμε το κοινωνικό μέρος με την προσωπική ιστορία μίας γυναίκας και τριών ανδρών, ακριβώς για να μπορέσω να πάω αυτά τα τέσσερα πρόσωπα από τη μια στην επόμενη πτώση.

Δεν θα ήθελα να ζήσω μία Βαβέλ. Η ανθρωπότητα την έχει ζήσει πολλές φορές. Υπάρχουν μικρές και μεγάλες Βαβέλ. Ακόμα και η 11η Σεπτεμβρίου είναι μία μικρή Βαβέλ, είναι ένα χαρακτηριστικό σημείο της πτώσης. Δεν θέλω να μιλήσω για Παγκόσμιους Πολέμους, που και αυτοί είναι μία Βαβέλ ουσιαστικά. Σε αυτή την performance θέλω να μιλήσω για το ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ζει τη Βαβέλ και να την ξαναζεί, να χάνεται το νόημα της ζωής, να χάνεται η ισορροπία με τη φύση, να χάνεται η γλώσσα του και να προσπαθεί να την ξαναεφεύρει απ’ την αρχή». Με αυτά τα λόγια ο Κωνσταντίνος Ρήγος με κάνει να ενσωματωθώ στο νόημα της πρόβας που πήγα να παρακολουθήσω λίγες μέρες πριν γίνει η πρεμιέρα της παράστασης, στις 29 Μαΐου.

Μία άδεια σκηνή και κόσμος να περιφέρεται καθώς αναμένει την έναρξη της γενικής πρόβας, δοκιμή στα φώτα, οι χορευτές καθισμένοι στις θέσεις σαν θεατές που περιμένουν να δουν οι ίδιοι ένα έργο, παρατηρούν τα καινούργια υλικά που εμφανίζονται, τα επεξεργάζονται με την αφή τους.

Ρωτάω τον Μιχάλη Κριεμπάρδη αν έχει άγχος που ο κόσμος θα περιμένει πολλά με την επιστροφή της «Οκτάνα». «Δεν το έχω σκεφτεί μέχρι τώρα να σου πω την αλήθεια» μου απαντάει, «Βασικά δεν έχω παρακολουθήσει παλιότερη παράσταση της ομάδας, είμαι μικρός και από τότε που ενηλικιώθηκα η «Οκτάνα» έχει κάνει μόνο μία παράσταση, αλλά αυτό δεν είναι εμπόδιο. Είμαστε χορευτές από πολύ διαφορετικους κόσμους και είδη χορού αλλά έχουμε δέσει εξαιρετικά μεταξύ μας, και με την καθοδήγηση του Κωνσταντίνου. Υπάρχει μια εμπιστοσύνη ανάμεσα μας, που μας έφερε στο αποτέλεσμα που θα δείτε».

«Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με τον Κωνσταντίνο και είμαι πολύ ενθουσιασμένος,  Ήθελα να γνωρίσω τον κόσμο του, την δημιουργική διαδικασία με την οποία λειτουργεί. Είχα ήδη ακούσει από πέρσι την δημιουργία αυτού του act. Είχα μεγάλη περιέργεια του πως μπορείς να κάνεις παραστάσημο σαν χορευτικό, σε μορφή σκηνική τον μύθο της Βαβέλ. Φανταζόμουν διαφορετικούς πολιτισμούς, γλώσσες, θρησκείες. Με ποιο τρόπο κινησιολογικά μπορεί αυτό να “μιλήσει” στον κόσμο και πως ξετυλίγεται δημιουργικά. Ο Κωνσταντίνος μας βοήθησε πολύ με κάποια δεύτερα επίπεδα, και με τις εικόνες που μας έδωσε κατά την περίοδο των αυτοσχεδιασμών» μου λέει ο Γιάννης Μίχος.

Σκόρπια κομμάτια από φίλτρα προβολέων, εργαλεία, άδειες πλαστικές σακούλες και ξεχασμένοι καφέδες και μια σιωπηλή ενέργεια να κατακλύζει τον χώρο. Οι χορευτές έρχονται στη σκηνή και ο άδειος τάπητας ξεκινά να αναγεννάται και να παίρνει μία καινούρια μορφή.  Ένα υλικό από καουτσούκ που μοιάζει με άνθρακα και ανάμεσα του χωμένα φίλτρα που γυαλίζουν και δημιουργούν ξάφνου έναν οπτικά νέο κόσμο. «Η εικόνα του καμένου με την λάμψη της παλιάς αίγλης να αχνοφαίνεται», αυτή είναι η πρώτη μου σκέψη.

Μια μεγάλη σκαλωσιά στο πλάι που υπάρχει για τεχνικούς λόγους θα μπορούσε να είναι ο σκελετός του Πύργου της Βαβέλ, και κάπως έτσι είναι σα να βλέπω το πριν και το μετά, την άνοδο και την πτώση της.

«Για μένα η Βαβέλ έχει να κάνει με την αδυναμία της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Βρίσκονται μέσα στα χαλάσματα κάποιου πολιτισμού,  υπάρχουν και προσπαθούν να θυμηθούν στοιχεία του πολιτισμού, στοιχεία της ανθρωπιάς τους, σε επίπεδο σεξουαλικότητας, προσωπικής ύπαρξης, επικοινωνίας με τον άλλο, με το σώμα, με τη φωνή. Οι πρώτες κουβέντες που κάναμε ήταν “τι γίνεται αν ξαφνικά ξυπνήσουμε μία μέρα και δεν μπορούμε να μιλήσουμε, να επικοινωνήσουμε με κανέναν, δεν μπορούμε να καλύψουμε καμία βασική μας ανάγκη”. Τι θα σήμαινε αυτό για εμάς όλους και πόσο μεγάλη καταστροφή θα ήταν για τον καθένα ξεχωριστά. Άρχισα να προσπαθώ να υπάρξω μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη, αλλά είναι αδύνατο. Στην ουσία δεν μπορείς ούτε κατά διάνοια να πλησιάσεις στη σκέψη ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί, νομίζω ότι θα τρελαινόμασταν πολύ γρήγορα» μου λέει ο Χρήστος  Στρινόπουλος καθώς μιλάμε για το έργο και την διαδικασία του.

Οι χορευτές ανεβαίνουν στη σκηνή, ζεσταίνουν το σώμα τους. «Ανυπομονώ για την παράσταση» μου λέει η Μαρκέλλα Μανωλιάδη, συνεργάτης του Κωνσταντίνου Ρήγου από το 2003. «Για μένα όμως η δημιουργία της πρόβας σε κάθε έργο είναι πιο σημαντική από την παράσταση, για μένα από τη στιγμή που θα το δει το κοινό, κάπως έχει τελειώσει η όλη διαδικασία.»

Χαμηλώνουν τα φώτα, ξεκινά η μουσική. Κρότος. Βουητό. Η αίσθηση του τίποτα. Ανθρώπινες μάζες. Μονάδες μέσα σ ένα μαύρο τοπίο. Κίνηση σχεδόν βρεφική. Κίνηση γνωριμίας του σώματος σα να τ’ απέκτησες πρώτη φορά τώρα. Και σκέφτεσαι πως θα ήσουν εσύ μέσα σε αυτό. Πώς από τα πάντα φτάνεις στο τίποτα;

Το σκηνικό με την υπόκρουση της μουσικής με κάνουν να σκέφτομαι φωτογραφίες της ΝΑΣΑ από μακρινούς πλανήτες. Σκέτη γη. Απάτητη. Σα να μην υπήρξαμε ποτέ. Σα να ήρθαμε τώρα για πρώτη φορά. Κι ύστερα η επαφή. Αυτή η κρύα αίσθηση του ξένου που κάνει το δέρμα να φαντάζει με κρύο ατσάλι.

Ερωτική επιθυμία. Σώματα που θέλουν το ένα το άλλο. Το σαρκικό σμίξιμο που ξεπερνά κάθε πτώση, κάθε γνωστή γλώσσα ανά τον κόσμο. Η αρχή των πάντων ξεκινάει με τον έρωτα, φέρνει τη ζωή και μετατρέπει τον άνθρωπο σε θηρίο κι ύστερα τα σεξουαλικά έθιμα φέρνουν την σήψη του πολιτισμένου και η αρχή της ζωής φέρνει η ίδια το τέλος μέσα από την αποδόμηση του κυρίαρχου συναισθήματος που ξεπερνά το τεχνητό ήθος.

Σώματα γυμνά που θέλουν να ανυψωθούν γιατί η μνήμη της καταστροφής χάνεται, σβήνει κι έρχεται η ιστορική επανάληψη. Η τάση της ανθρώπινης αυτοκαταστροφής θα ανυψωθεί ψηλά προς τον ουρανό για να φτάσει το μη απτό. Και από την άνοδο, η επανάληψη της πτώσης. Σώματα που πατάνε το ένα πάνω στο άλλο για να δημιουργήσουν μια σαθρή σκάλα που δεν οδηγεί πουθενά πέρα από το “εγώ”.

Η αίσθηση της χωματερής που κατατρώει ο,τι κάποτε καταναλώσαμε. Ένας σωρός από σκουπίδια, είναι τώρα τα σώματα των ανθρώπων που κάποτε αγαπήθηκαν. Κι ύστερα πάλι σκότος και σιωπή. Η σύγχρονη αυλαία που σηματοδοτεί το τέλος του έργου.

info παράστασης

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος και το Xοροθέατρο Οκτάνα επιστρέφουν με την “Βαβέλ” | 29, 30, 31 Μαΐου & 1 Ιουνίου 2018 |  Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Συντελεστές

Σύλληψη, χορογραφία, σκηνικό: Κωνσταντίνος Ρήγος
Δραματουργός: Έρι Κύργια
Συνεργάτης σκηνογράφος :  Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια: Νατάσα Δημητρίου
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας
Βοηθός Χορογράφου: Μαρκέλα Μανωλιάδη
Βοηθός Σκηνοθέτη / Οργάνωση Παραγωγής: Άγγελος Παναγόπουλος
Artwork αφίσας: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς

Ερμηνεία // Δημιουργική Συνεργασία στην Χορογραφία:

Μιχάλης Κριεμπάρδης
Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Γιάννης Μίχος
Χρήστος Στρινόπουλος

Παραγωγή: Χοροθέατρο ΟΚΤΑΝΑ