Η ταινία ξεκινά έξω από τις πύλες του προεδρικού μεγάρου της Αργεντινής. Είναι χαράματα κι ένας ηλεκτρολόγος προσπαθεί να μπει για να εκτελέσει εργασίες. Τσεκάρουν τα στοιχεία του για να τον αφήσουν να περάσει, βλέπουμε ότι έχει γίνει ένα προφανές λάθος στην αναγραφή του ονόματός του, ωστόσο η γραφειοκρατία είναι γραφειοκρατία και τον ταλαιπωρούν. Όταν τελικά κατορθώσει να μπει στο μέγαρο, ένας νεαρός θα τον σκουντήξει περνώντας μπροστά του και τώρα η κάμερα θα ακολουθήσει αυτόν. Είναι σερβιτόρος που εργάζεται εκεί. Και αυτόν σαν τον ηλεκτρολόγο σε πολύ λίγο θα πάψουμε να τους βλέπουμε και να μας απασχολούν στη συνέχεια του «Προέδρου». Δεν είναι άνθρωποι της εξουσίας, δεν είναι άνθρωποι που παίρνουν κρίσιμες αποφάσεις για τη ζωή εκατομμυρίων συμπολιτών τους, είναι δύο από αυτούς ακριβώς τους συμπολίτες, είναι δύο εντός εισαγωγικών ασήμαντοι άνθρωποι, είναι δύο ακόμη άνθρωποι που έχουν αναθέσει – δημοκρατικά μεν, πάντως αναθέσει- σε άλλους σημαντικότερους ανθρώπους να χειρίζονται τις τύχες τις δικές τους και της χώρας τους.

Κι όταν ο σερβιτόρος πάει το δίσκο με τους καφέδες και τα πρωινά εδέσματα στους στενούς συνεργάτες του Προέδρου, θα αλλάξουμε επίπεδο, θα αρχίσουμε να ασχολούμαστε πλέον μαζί τους, η δική τους δουλειά και η δική τους καθημερινότητα περιλαμβάνουν σκοτούρες άλλου μεγέθους, καθώς βρισκόμαστε πλέον μέσα στα άδυτα του πολιτικού παιχνιδιού. Είμαστε στην παραμονή μιας ιστορικής στιγμής, καθώς θα διεξαχθεί τις επόμενες μέρες μια μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας σύνοδος κορυφής κρατών της Λατινικής Αμερικής, τα οποία σκοπεύουν να συστήσουν έναν οργανισμό κοινής διαχείρισης των πετρελαϊκών πηγών τους, κίνηση που θα τους προσδώσει πολύ μεγαλύτερη αυτονομία από την επιρροή των ΗΠΑ. Και την ίδια ώρα που πρόκειται να συμβούν αυτές οι καίριες κινήσεις που θα αλλάξουν τη μεγάλη εικόνα της ηπείρου και της Αργεντινής, κινδυνεύει να διαρραγεί η μικρή εικόνα του πολιτικού μέλλοντος της κυβέρνησης της Αργεντινής, καθώς είναι έτοιμο να ξεσπάσει ένα εσωτερικό σκάνδαλο.

Για την ακρίβεια εντελώς εσωτερικό. Αφορά κακοδιαχείριση κονδυλίων στο παρελθόν όταν ακόμα ο Πρόεδρος ήταν τοπικός άρχοντας μιας φτωχής επαρχίας της Αργεντινής. Ο Πρόεδρος που έχοντας τέτοια προέλευση ήταν ένα αουτσάιντερ το οποίο κέρδισε την Προεδρία, προβάλλοντας κατά κόρον το σύνθημα ότι είναι «ένας από εμάς», ένας άνθρωπος του λαού, ένας άνθρωπος σαν τον ηλεκτρολόγο και τον σερβιτόρο, ένας άνθρωπος που η προεκλογική καμπάνια του στηρίχθηκε κατά κόρον σε συνθήματα και λογοπαίγνια γύρω από το όνομά του, το Blanco, που σημαίνει λευκός, ένας άνθρωπος αρκετά μυστηριώδης και άγραφος, λευκή κόλλα, ένας άνθρωπος που από όταν εκλέχθηκε στην εξουσία οι κατήγοροι του του προσάπτουν ότι είναι αόρατος.

Και τώρα στη σύνοδο κορυφής που θα διεξαχθεί στην εντυπωσιακή οροσειρά των Χιλιανών Άνδεων, πάλι ο ρόλος που έχει προγραμματιστεί να διαδραματίσει δεν είναι αυτός της πολιτικής φιγούρας με ανάστημα και κύρος, αλλά εκείνος του αόρατου ακολούθου. Στην ταινία είναι ο πρόεδρος της Βραζιλίας που έχει ακριβώς αυτό το πολιτικό ανάστημα, είναι ο πρόεδρος της Βραζιλίας που έχει ηγηθεί των προσπαθειών για την ίδρυση του οργανισμού, είναι η Βραζιλία που θα έχει τον ηγετικό ρόλο στον οργανισμό και η Αργεντινή δια του προέδρου της καλείται να διασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα, κι ο τρόπος για αυτό είναι να σταθεί δίπλα στη Βραζιλία, ώστε να έχει μια προνομιακή θέση στο νέο ανεξάρτητο λατινοαμερικάνικο ενεργειακό τοπίο.

Ο Πρόεδρος όμως δεν μπορεί να συγκεντρωθεί αποκλειστικά στα καθήκοντα της συνόδου. Έχει το μυαλό του και στην αποτροπή ξεσπάσματος του εσωτερικού σκανδάλου. Το οποίο πέραν της οικονομικής του διάστασης έχει και οικογενειακή χροιά, καθώς ο άνθρωπος που θέλει να το βγάλει στη φόρα, είναι ο εν διαστάσει σύζυγος της κόρης του. Ζητεί να φέρουν την κόρη του στη Χιλή ώστε να είναι κοντά του και να μην είναι μόνη της σε όλο αυτό. Κι από εκεί και πέρα τα πράγματα αρχίζουν να μπλέκονται πολύ περισσότερο και στο ένα και στο άλλο μέτωπο.

Τι άνθρωπος είναι στα αλήθεια ο Eρνάν Μπλάνκο; Μια δημοσιογράφος που ειδικεύεται σε συνεντεύξεις ηγετών, προσπαθεί να τον αποκρυπτογραφήσει σε μια εκ βαθέων συνέντευξη. Προσπαθεί επίσης να διερευνήσει το πώς τοποθετείται απέναντι στο δίπολο «καλό – κακό», καθώς έχει διαπιστώσει ότι οι πολιτικοί αντιλαμβάνονται αλλιώς από τους κοινούς θνητούς τις συγκεκριμένες έννοιες, τις οποίες κατά κάποιο τρόπο χειραγωγούν πολιτικά προκειμένου να φανούν χρήσιμες και αποτελεσματικές στις επιδιώξεις τους.

Κι αν κάνει κάτι αληθινά ενδιαφέρον ως σύλληψη ο Σαντιάγκο Μίτρε (δημιουργός άλλων δύο ταινιών που σε βάζουν να σκέφτεσαι, του «Φοιτητή» και της “Paulina”) είναι να μας προσφέρει την εξής αντιδιαστολή: στο ένα από τα δύο μέτωπα μας αποκαλύπτει χωρίς να μένει τίποτα θολό και αδιευκρίνιστο, ότι ο Πρόεδρος ενεργεί με τρόπο επιλήψιμο, με τρόπο «κακό». Στο άλλο μέτωπο όμως, ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σειρά αντικρουόμενων πληροφοριών και διάχυτων υποψιών, οι οποίες όμως όχι μόνο παραμένουν ανεπιβεβαίωτες, αλλά το πιθανότερο είναι πως είναι αποκύημα νοσηρής φαντασίας.

Η κόρη του, η οποία έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, αρχίζει να του αποδίδει μια σειρά κατηγορίες, οι οποίες αν αληθεύουν τον καθιστούν πραγματικό τέρας. Είναι άραγε δυνατόν να έχει ταυτόχρονα άδικο και δίκιο; Είναι άραγε δυνατόν να του καταλογίζει γεγονότα τα οποία ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει κι όμως υπό μία έννοια να μπορούσε; Είναι άραγε δυνατόν να τον έχει μετατρέψει μέσα στο ταραγμένο της μυαλό σε προσωποποίηση του κακού, έχοντας διαστρεβλώσει πράγματα και καταστάσεις κι έχοντας μπερδέψει πραγματικότητα και φαντασία, μένοντας όμως τελικά κοντά στην αληθινή αλήθεια, έστω κι αν όλα όσα λέει εις βάρος του δεν ισχύουν;

Και κυρίως για να φτάσεις τόσο ψηλά στην πολιτική ιεραρχία, για να φτάσεις να κυβερνάς μια χώρα πόσο εξ ορισμού ελαστική πρέπει να είναι η συνείδησή σου; Πόσο εξ ορισμού πρέπει να έχεις χωθεί όσο πιο βαθιά γίνεται σε μια διαρκή συνδιαλλαγή ανάμεσα σε αυτά που σκέφτεσαι και σε αυτά που λες; Πόσο εξ ορισμού σε καπελώνει το πολιτικό παιχνίδι με τρόπο που είναι αδύνατο να του ξεφύγεις και να δράσεις αλλιώς, με τη μόνη σου επιλογή να μένει: το πόσο αποτελεσματικά θα το παίξεις, πόσο θα τελειοποιηθείς σε αυτό, πόσο θα χρησιμοποιήσεις το παιχνίδι ώστε να είσαι συνεχώς στον αφρό και στο απυρόβλητο; Και μέσα σε όλα αυτά να τα έχεις και καλά με τον εαυτό σου, έχοντας βρει να του πεις κι αυτού ένα σωρό δικαιολογίες, επιχειρήματα, σχετικοποιήσεις, εκλογικεύσεις, ψέματα, αλήθειες;