Περιηγητής του κόσμου, ταξιδιωτικός συγγραφέας, ερευνητής του μη προφανούς, λάτρης της μικρής λεπτομέρειας και της ιστορίας πίσω από αυτή, ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας που έζησε και εργάστηκε για δώδεκα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, μετά την συναρπαστική «Πόλη των Απόντων» μας ξεναγεί με το νέο του βιβλίο «Κωνσταντινούπολη. Στις άγνωστες γειτονιές του Κερατίου», το οποίο αφιερώνει «σε όλους όσους έζησαν στην Πόλη, διαμορφώθηκαν από την ζωή τους εκεί και την εγκατέλειψαν παρά την θέλησή τους…» σε μία ιστορική περιοχή της Κωνσταντινούπολης κατά μήκος του Κερατίου κόλπου, αποτυπώνοντας τη μετάβαση από την βυζαντινή στην οθωμανική Πόλη και από εκείνη στη μεγαλούπολη του σήμερα και σκιαγραφώντας παράλληλα τη γεμάτη ένταση και αντιφάσεις τούρκικη κοινωνία των ημερών μας.

Οι δρόμοι της Πόλης, οι λέξεις, οι έννοιες και οι σελίδες της ιστορίας ξετυλίχθηκαν για άλλη μια φορά μέσα από το στοχαστικό και τρυφερό του βλέμμα στη συνάντησή μας και μέσα από την συναρπαστική του αφήγηση.

Πώς αποφάσισες να κάνεις ένα βιβλίο γι΄αυτό το κομμάτι της Πόλης που είναι και λιγότερο γνωστό;
Το Φανάρι, το Μπαλάτ και οι γύρω γειτονιές με είχαν συνεπάρει από την εποχή των πρώτων περιπάτων μου στην Πόλη. Καθώς το Φανάρι – χάρη στο Πατριαρχείο και την μνήμη των Φαναριωτών – είναι πολύ οικείο στο ελληνικό κοινό, στο πρώτο μου βιβλίο, την Πόλη των Απόντων, θέλησα να εστιάσω σε περισσότερο άγνωστα πρόσωπα της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, “υποβάθμισα” αναγκαστικά το Φανάρι, αλλά και τις γύρω περιοχές. Λόγω της έκτασης που έλαβε η Πόλη των Απόντων, δεν είχα μπορέσει να καταπιαστώ και με μια σειρά ερωτήματα που είχα για την Άλωση και την εποχή των Παλαιολόγων, αλλά και με το φαινόμενο που καλούμε “Φαναριώτες”. Αισθανόμουν την ανάγκη να ψάξω απαντήσεις, κατ’ αρχάς στις δικές μου απορίες.

Ποιο είναι το ενδιαφέρον που βρήκες για την περιοχή αυτή του Κερατίου;
Το βιβλίο αναφέρεται σε μια πολύ μικρή περιοχή της ιστορικής χερσονήσου της Πόλης, που μπορεί κανείς να περιηγηθεί (βιαστικά, είναι αλήθεια) σε μία ημέρα. Ο μικρός αυτός χώρος επαρκεί για να μας δώσει μια πολύ καλή εικόνα της πολυεθνικής οθωμανικής Πόλης, με την συνύπαρξη (χωρική και, ως ένα βαθμό, κοινωνική) Ελλήνων, Αρμενίων, Εβραίων, Μουσουλμάνων. Παράλληλα, αφηγείται και την ιστορία της μετάβασής της από βυζαντινή σε οθωμανική πρωτεύουσα. Εδώ βρίσκονται τα κατάλοιπα των ανακτόρων των Κομνηνών, αλλά και τα τείχη, με τα σημάδια της τελευταίας, μοιραίας πολιορκίας. Τους στενούς δρόμους και τις απότομες ανηφόρες της περιοχής στοιχειώνουν οι μνήμες των Φαναριωτών και των Σεφαρδιτών Εβραίων. Η ιστορία των Φαναριωτών, πάλι, μας παρασύρει – αναγκαστικά, επιτακτικά – στις πεδιάδες και τα μοναστήρια της Ρουμανίας, ενώ εκείνη των Σεφαρδιτών στις καστροπόλεις της μεσαιωνικής Ιβηρίας. Αυτό είναι και το ενδιαφέρον της περιοχής, ότι ένας τόσο μικρός χώρος έχει τόσα πολλά να διηγηθεί – αρκεί να τα ψάξεις.

Πώς είναι σήμερα αυτό το κομμάτι της Πόλης, ποιοι έμεναν και ποιοι κατοικούν σήμερα και πώς το βλέπεις εσύ σαν συγγραφέας;
Μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία που αφηγείται η περιοχή, είναι εκείνη της μεταμόρφωσης της Πόλης κατά τον 20ο και 21ο αιώνα, μιας μεταμόρφωσης που την έκανε αγνώριστη σε όλα τα επίπεδα – εθνικό-δημογραφικό, αρχιτεκτονικό, πολεοδομικό. Ως τα μέσα του 20ου αιώνα, το κομμάτι αυτό το κατοικούσαν κυρίως μειονοτικοί – στη μνήμη της Πόλης, το Φανάρι έχει ταυτισθεί με τους Ρωμιούς και την ελληνική, το Μπαλάτ με τους Εβραίους και την ισπανική γλώσσα. Στις λοιπές περιοχές του ζούσαν ανακατεμένες όλες οι φυλές της Πόλης. Με εξαίρεση τις λίγες οικογένειες Φαναριωτών και τα μέγαρά τους (από τα οποία ελάχιστα σώζονται), ήταν ανέκαθεν φτωχικές, μικροαστικές συνοικίες με δαιδαλώδη συχνά πολεοδομία και σεμνά, αλλά κομψότατα σπίτια. Σήμερα, οι μη-Μουσουλμάνοι αυτόχθονες έχουν εξαφανισθεί, αλλά διατηρείται σε μεγάλο βαθμό το γοητευτικό αστικό τοπίο που δημιούργησαν και τα αποτυπώματά τους (εκκλησίες, συναγωγές, σχολεία).

Οι σημερινοί κάτοικοι είναι, στην πλειονότητά τους, συντηρητικοί μετανάστες από την ενδοχώρα και τα παιδιά τους. Έχει όμως αρχίσει, κυρίως στο Μπαλάτ και την εφαπτόμενη σε αυτό άκρη του Φαναρίου, ένας εποικισμός από νέους, κυρίως hipsters και επαγγελματίες, που έδωσε ένα ακόμη πρόσωπο στην περιοχή. Πάνω της πνέει ένας άνεμος κερδοσκοπίας, με τις επανειλημμένες ατυχείς επεμβάσεις των δημοτικών αρχών και επιχειρηματιών προσκείμενων στο κυβερνών κόμμα. Η “αστική ανάπλαση” είναι μια πραγματικότητα στο Φανάρι και το Μπαλάτ και προκαλεί, όπως παντού στην Πόλη, έντονες συζητήσεις και διαμαρτυρίες.

Στο Κούσκο κάνοντας κακές παρέες…

Mε την Σουσάνα, Εβραία της Σμύρνης, στο Μοντεβιδέο.

Μιλώντας για ταξιδιωτική λογοτεχνία, πόσο κακοποιημένη είναι η εικόνα των πόλεων γενικά και πόσο αυτή της Πόλης για έναν επισκέπτη; Πόσο αλλάζει διαβάζοντας ένα τέτοιο βιβλίο;
Αυτό που περισσότερο κακοποιεί τις πόλεις, σε οποιοδήποτε γραπτό κείμενο, είναι η παράθεση στερεοτύπων, που αναπαράγουν ένα κακέκτυπό της και διαιωνίζονται ακόμη και όταν το αντικείμενο αναφοράς τους έχει προ πολλού πάψει να αποτελεί μέρος της καθημερινότητας. Για παράδειγμα – ποιος Αθηναίος πίνει σήμερα πια ρετσίνα; Ποιος σπάει πιάτα σε ταβέρνες; Και όμως η εικόνα (ειδικά των σπαζόμενων πιάτων, που μου προκαλεί ρίγη!) διαιωνίζεται στον κόσμο ολόκληρο, δημιουργώντας και αντίστοιχες προσδοκίες στον ανενημέρωτο επισκέπτη (που επιμένει να ζητά το φθηνό και άγευστο αυτό κρασί της κεφαλαλγίας επειδή έτσι κάπου διάβασε).

Η Κωνσταντινούπολη έχει και αυτή δεινοπαθήσει από την αποτύπωσή της στην λογοτεχνία και την δημοσιογραφία. Στην Ελλάδα μιλούν ακόμη για “αρώματα της Ανατολής” (δεν ξέρω τι εννοούν, τα έχω συναντήσει σε παζάρια και δρομάκια της Συρίας και της Τυνησίας, αλλά πουθενά στην Πόλη πέρα από τους πάγκους της Αιγυπτιακής Αγοράς!), για χαμάμ (τα σούσι διεκδικούν πολύ μεγαλύτερο χώρο στην ζωή της αστικής τάξης από τα χαμάμ, που δεν τα επισκέπτεται ποτέ αν δεν συνοδεύει φίλους από το εξωτερικό!), για ερωτισμό (βρίσκω την Πόλη και την τουρκική κουλτούρα πολύ μελαγχολική και ελάχιστα ερωτική) και το Μεγάλο Παζάρι.

«Η ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν παύει να είναι υποκειμενική»

Αυτό σίγουρα αποτελεί ένα πρόσωπο της Πόλης, έναν ιδιαίτερο κόσμο, αλλά ένα μονάχα. Στην Ελλάδα επικρατεί, συχνά, μία μονολιθική εικόνα για την Τουρκία. Πολλοί άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους μια εικόνα του Τούρκου που σαφώς υπάρχει, αλλά με τον οποίο όχι μόνο δεν θα έκαναν παρέα οι Τούρκοι του δικού μου κύκλου, αλλά θα τον αποστρέφονταν με πάθος.

Η ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν παύει να είναι υποκειμενική: αφηγείται κανείς τις δικές του εμπειρίες και παρουσιάζει την δική του ενατένιση μιας πόλης, πάντοτε υπό το πρίσμα των δικών του ενδιαφερόντων. Για παράδειγμα, αν έγραφα για την Αθήνα, θα μιλούσα για το Κουκάκι όπου μένω, τους περιπάτους του Φιλοπάππου, το Φάληρο, την Βουλιαγμένη και το εμπορικό τρίγωνο με τα μικρομάγαζα και τα καφέ του, όπου τόσο μου αρέσει να περπατώ. Στα βόρεια προάστια δεν πηγαίνω ποτέ, ενώ ο Πειραιάς και τα δυτικά προάστια μου είναι τόσο οικεία, όσο η Ουλάν Μπατόρ. Θα μιλούσα για την νεολαία, για τα γκραφίτι, για τους λόφους που σημαδεύουν το αθηναϊκό τοπίο, την αστυφιλία και την ανοικοδόμηση, τα θερινά σινεμά, τους χίπστερ και την αστική ανάπλαση. Δεν θα έλεγα τίποτε για τα ρεμπέτικα, το shopping ή την αναρχική “σκηνή” και το διαιωνιζόμενο “μπάχαλο” των Εξαρχείων – προσωπικά δεν μου λένε τίποτα.

Πώς αποφάσισες να γίνεις ταξιδιωτικός συγγραφέας; Από πότε ξεκίνησε η περιέργεια για την ιστορία των πόλεων, την εμφανή, αλλά και την αόρατη, τη χαμένη;
Από μικρό παιδί φαντασίωνα ταξίδια, και μάλιστα όχι μόνο σε τόπους, αλλά και στον χρόνο! Καθόμουν με τις ώρες στο χαλί του σαλονιού του σπιτιού μας ή στο σχολικό θρανίο και σχεδίαζα χάρτες και πόλεις φανταστικών χωρών, με φανταστικά ονόματα. Κάποτε ένας συμμαθητής μου άρπαξε το σχέδιό μου και φώναξε, «το ψώνιο, ζωγραφίζει χάρτες που δεν υπάρχουν!» Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί!

Νομίζω πως σε όλο αυτό έπαιξε ρόλο και το ότι κατάγομαι από την Ζάκυνθο, όπου πέρασα όλα τα καλοκαίρια και τα Πάσχα μου. Η κακουργηματική ασχήμια της πόλης της Ζακύνθου – αποτέλεσμα του σεισμού του 1953 και της αισθητικής χυδαιότητας που ακολούθησε – μου προκαλούσε μια άρνηση από τα παιδικά μου χρόνια.

«Ταξιδιωτικό συγγραφέα με έκανε η Πόλη, κανένα μέρος δεν με είχε συγκλονίσει τόσο»

Οχυρώθηκα σε έναν κόσμο μαυρόασπρων φωτογραφιών της προσεισμικής πόλης και μύθων και ιστοριών για το παρελθόν του νησιού. Κάπως έτσι, μια από φαντασίωση, μια από καταγωγή και νοσταλγία, μου γεννήθηκε η περιέργεια για την ιστορία των πόλεων και την καταγραφή της.

Ταξιδιωτικό συγγραφέα με έκανε βέβαια η Πόλη, κανένα μέρος δεν με είχε συγκλονίσει τόσο. Εκεί αποφάσισα να ασχοληθώ με την καταγραφή της μνήμης των μη-μουσουλμάνων κατοίκων της, μιας μνήμης τόσο εμφανούς στα κτίσματα, αλλά τόσο απούσας στην δημογραφία, αλλά και με το παρόν φυσικά. Στην Πόλη κατάλαβα πόσο με συνεπαίρνουν οι ιστορίες προσώπων, εκείνες μάλιστα που σε πολλούς θα έμοιαζαν “καθημερινές” και εκ πρώτης όψεως χωρίς ενδιαφέρον.

Το ρουμανικό “Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο”: ο Στέφανος ο Μέγας αφιερώνει την Μονή Βορονέτς στον Ιησού.

Μέλη της ηγεμονικής οικογένειας Καντακουζηνού, τοιχογραφία στην μονή Χορέζου (1690) της Βλαχίας.

Χαρακτηριστική εικόνα του Μπαλάτ.

Έχεις μείνει στην Πόλη δώδεκα χρόνια, έχεις γράψει δυο βιβλία, επέστρεψες στην Ελλάδα. Έχει κλείσει αυτός ο κύκλος της Πόλης ή θα ήθελες να γράψεις και κάτι ακόμα;
Έχει κλείσει για μένα ο κύκλος καταγραφής της μνήμης της Πόλης. Όχι όμως της δικής μου. Θα ήθελα, μόλις το κατορθώσω, να γράψω ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τη ζωή τη δική μου και των φίλων μου εκεί. Τι μας κρατούσε στην Πόλη και πώς αναγκαστήκαμε να φύγουμε, θύματα των αλλαγών που επέφερε στην τουρκική κοινωνία (και την καθημερινότητά μας) το καθεστώς Ερντογάν.

Τι είναι αυτό που έχει αλλάξει πολύ στην Κωνσταντινούπολη και γιατί είναι ένας τόπος στον οποίο δε θέλεις να κατοικείς πια;
Η καθημερινότητα. Η καθημερινή ζωή στην Πόλη σήμερα δεν έχει πολλή σχέση με εκείνη που είχα όταν είχα πρωτοεγκατασταθεί εκεί, το 2003. Τότε η Πόλη ήταν μια μητρόπολη εναλλακτική, που προσείλκυε νέους απ’ όλο τον κόσμο. Πάνω στις γειτονιές του Πέρα βάραινε έντονα η πατίνα του χρόνου. Η ζωή δεν ήταν ακριβή, τα μέρη και οι διασκεδάσεις ήταν αυθεντικές, το κέντρο της Πόλης διατηρούσε το χρώμα του. Ο κόσμος ήταν γεμάτος ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο που ξημέρωνε, καθώς η χώρα ανοιγόταν στον κόσμο και έπλεε ένας άνεμος ελευθερίας (ήταν ακόμη η εποχή που ο Ερντογάν και το κόμμα του φορούσαν τις μάσκες τους).

Τα δώδεκα χρόνια που έζησα εκεί έγιναν πολλές αλλαγές. Οι τιμές αυξάνονταν ιλιγγιωδώς και πολλές από τις αγαπημένες μου γειτονιές του Πέρα έγιναν στέκια νεόπλουτων. Έπεσε ένα σάβανο θρησκομανίας πάνω στην Πόλη – γέμισαν μαντιλοφορούσες γυναίκες ακόμη και τα προπύργια των κοσμικών, ενώ τα ιφτάρ (βραδινά γεύματα) του Ραμαζανίου έγιναν in ακόμη και στην αστική τάξη.

«Δεν νοσταλγώ την Πόλη και δεν επιστρέφω συχνά. Νοσταλγώ την ζωή που είχα εκεί χρόνια πριν»

Σιγά σιγά βγήκαν μπουλντόζες στους δρόμους και ολόκληρες ιστορικές γειτονιές αφανίστηκαν. Η κυβέρνηση ήθελε να κάνει την Πόλη ένα Ντουμπάι του Βοσπόρου και ο κόσμος δεν μπορούσε να την σταματήσει. Μέχρι που φτάσαμε στην έκρηξη του Γκεζί το 13, που καταπνίγηκε βίαια. Ήδη από τότε ήξερα πως δεν είχα πολύ μέλλον στην Πόλη και άρχισα να περνώ αρκετό χρόνο στην Αθήνα. Ο φόβος βάραινε πάνω στην καθημερινότητα.

Το 2014 επισκέφθηκα μια Ελληνίδα φίλη στο καφέ όπου εργαζόταν, στο Καράκιοϊ – που είχε ήδη γίνει η πιο trendy γειτονιά για τους νέους της Πόλης. Trendy, αλλά χωρίς ένα μέρος να πουλά αλκοόλ: οι αρχές δεν εκχωρούν άδεια, με την αιτιολογία της ύπαρξης τζαμιών στην άμεση περιφέρεια… Η φίλη μου μού προσέφερε τιραμισού, που το είχε φτιάξει ο ιδιοκτήτες του μπαρ. Το γλυκό δεν είχε λικέρ! “Οι περισσότεροι πελάτες μας το ζητούν χωρίς αλκοόλ” δικαιολογήθηκε. Την επομένη, καθόμουν σε ένα καφέ με ροκ μουσική, πάλι στο Καράκιοϊ. Όταν ξεκίνησε το εζάνι (κάλεσμα του μουεζίνη σε προσευχή), έκλεισαν την μουσική! Αυτό γνώριζα πως γινόταν στην επαρχία ή τις λαϊκές γειτονιές, δεν το είχα δει ποτέ σε καφέ. Είπα στους  Τούρκους φίλους μου: ήλθε η ώρα να φύγω. Σκέφτομαι καμμιά φορά πως έφυγα από την Πόλη για ένα τιραμισού! Όσο αστείο κι αν ακούγεται, αυτά τα καθημερινά με έδιωξαν. Επέστρεψα στην Αθήνα το 2015.

Δεν νοσταλγώ την Πόλη και δεν επιστρέφω συχνά. Νοσταλγώ την ζωή που είχα εκεί χρόνια πριν, αλλά ξέρω πως αυτή πάει, πέρασε.

Η λιτανεία της εικόνας της Οδηγήτριας και του Ιερού Μανδηλίου στα τείχη της Πόλης κατά την πολιορκία των Αβαρο-Σλάβων το 626, λεπτομέρεια τοιχογραφίας της μονής Μολδοβίτσα (16ος αιώνας).

Η κυρία αυλή και η βόρεια πρόσοψη του Ανακτόρου του Πορφυρογέννητου στις Βλαχέρνες πριν αρχίσει το «ξανακτίσιμο» του μνημείου από τις αρχές.

Το παζάρι των περιστεριών μπροστά στο Ανάκτορο του Πορφυρογέννητου και τα τείχη.

Ένας ταξιδιωτικός συγγραφέας ανοίγεται διαρκώς σε νέες περιπέτειες. Ποια είναι η επόμενη δική σου, ποιες χώρες θέλεις να εξερευνήσεις, να μάθεις και τι ετοιμάζεις;
Έχω ήδη ανοιχτεί! Έκανα ήδη δύο τρίμηνα ταξίδια στην Νότια Αμερική και ένα (συντομότερο) στο Μεξικό. Ο κόσμος της λατινικής Αμερικής ανέκαθεν με γοήτευε. Θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο με ιστορίες ανθρώπων και περιπλανήσεις στις χώρες αυτές, που αποτελούν την οικεία “άλλη άκρη του κόσμου” – είναι τόσο μακριά, αλλά τα προβλήματα και πολλές συμπεριφορές τους μας είναι τόσο οικείες.

Από τις χώρες στις οποίες έχεις ταξιδέψει, σε ποια θα αποφάσιζες να μείνεις, αν αποφάσιζες κάτι τέτοιο;
Μου αρέσει πολύ η Αθήνα στην παρούσα φάση και δεν με βλέπω να μετακινούμαι. Αν συνέβαινε, θα ήταν μάλλον προς την Μαδρίτη, τη Λισσαβόνα ή τη Μασσαλία, πόλεις που βρίσκω γοητευτικές και όπου αισθάνομαι, σχεδόν, “στον τόπο μου”. Κάποτε αγαπούσα πολύ και τη Βαρκελώνη, αλλά η υστερική παράνοια του καταλανικού εθνικισμού με έχει παγώσει. Όσο για το Μεξικό ή το Μπουένος Άιρες, με συνεπαίρνουν, αλλά είναι τόσο μακριά. Παραμένω πολύ ευρωκεντρικός, ή μάλλον, μεσογειο-κεντρικός! Είναι και το άλλο – πιστεύω πως τόπος σου είναι το μέρος όπου έχεις τους φίλους, τον κοινωνικό σου κύκλο. Παλιά πίστευα πως θα μπορούσα να εγκατασταθώ, μόνος, οπουδήποτε ήθελα και να ξεκινήσω μια νέα ζωή. Το τόλμησα πηγαίνοντας στην Πόλη, όπου δεν γνώριζα κανέναν και δεν μιλούσα την γλώσσα. Ήμουν τυχερός και πέρασα εκεί δώδεκα υπέροχα χρόνια. Αλλά δεν νομίζω πως θα το ξαναέκανα για άλλο μέρος. Ίσως καθώς μεγαλώνω, δένομαι περισσότερο με τα πρόσωπα, με τις ρίζες;

Θα έγραφες ένα βιβλίο στην Αθήνα, παρόλο που είναι η «δική σου πόλη»; Και τι θα ήθελες να γράψεις για αυτήν σε έναν ξένο, τι θα σε ενδιέφερε να μάθει;
Από καιρό σε καιρό το σκέφτομαι. Νομίζω πως θα απευθυνόμουν τόσο στον ξένο, όσο και στον Αθηναίο, εκείνο που δεν έχει αναπτύξει στενή σχέση με την πόλη και την ταυτότητά της. Θα μιλούσα για την ταραγμένη βιογραφία της τα τελευταία διακόσια χρόνια – την άφιξη του νεοκλασικισμού τον 19ο και την άνθησή του, τη δημιουργία της νέας πρωτεύουσας, τους οραματισμούς αναβίωσης ενός χαμένου παρελθόντος που απέτυχαν, τον χαμό της μικρής, καλαίσθητης πόλης από την ανοικοδόμηση, την φυγή των αστών στα προάστια και την επιστροφή των νέων στο κέντρο μια γενιά μετά, την έκρηξη της νεανικής κουλτούρας κατά την κρίση. Για τις ριζικές μεταμορφώσεις της δημογραφίας και του αστικού τοπίου ιστορικών  συνοικιών. Για την εξαιρετική αρχιτεκτονική του μεσοπολέμου, τα απομεινάρια της οποίας είναι σκανδαλωδώς παραμελημένα και απροστάτευτα. Νομίζω πως με τα ταξίδια – ιδίως τα μακρινής διάρκειας – μαθαίνει κανείς τι του αρέσει και τι αποστρέφεται, και έτσι αξιολογεί καλύτερα τα θετικά και τα αρνητικά του τόπου του. Βάζει ταυτόχρονα και τα τοπικά προβλήματα σε μια σωστή προοπτική. Για μένα η Αθήνα είναι σαν την ζωή – κρύβει εκθαμβωτικές ομορφιές σε ένα πανόραμα συχνά άσχημο ενώ, όσο περνά ο χρόνος, γίνεται και πιο ενδιαφέρουσα.

Το βιβλίο του Αλέξανδρου Μασσαβέτα «Κωνσταντινούπολη. Στις άγνωστες γειτονιές του Κερατίου», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη