Δυο βασικά κι αλληλένδετα ερωτήματα γύρω από κάθε έργο αστυνομικού μυστηρίου: 1) ποιος το έκανε και 2) γιατί το έκανε; Ο αναγνώστης ενός μυθιστορήματος και ο θεατής μιας ταινίας που περιστρέφονται γύρω από ένα τέτοιο μυστήριο, αναλαμβάνουν κι αυτοί εξαρχής το ρόλο του ντετέκτιβ ή του αστυνομικού, ψάχνοντας μαζί με τον κεντρικό ήρωα ή την κεντρική ηρωίδα να βρουν τον ένοχο. Άλλες φορές τον βρίσκουν πριν τον ήρωα, άλλες φορές θα αποκαλυφθεί η αλήθεια μέσω μιας ανατροπής που δεν μπορούσαν να προβλέψουν, πάντως έχουν εκπαιδευθεί να υποπτεύονται εξαρχής τους πάντες, γνωρίζοντας ότι η εμφάνιση οποιουδήποτε προσώπου, σε οποιοδήποτε κόντεξτ κι αν γίνεται, το καθιστά ύποπτο. Όσο λοιπόν παρακολουθούσα στο σινεμά τον «Χιονάνθρωπο», σκεφτόμουν ότι τα όρια της καχυποψίας έχουν επεκταθεί τόσο πολύ στο συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, ώστε η τελική ανατροπή που απομένει είναι να σηκωθεί ένας θεατής προς το τέλος της ταινίας και να πει: «Νομίζετε ότι είχατε σκεφτεί όλα τα ενδεχόμενα; Όχι λοιπόν, εγώ το έκανα, καθόμουν όλη την ώρα ανάμεσά σας και δεν με υποψιάστηκε κανείς σας, τα όρια της υποψίας σας εξαντλήθηκαν ενδοφιλμικά, δεν σκεφτήκατε έξω από το κουτί κι έξω από την οθόνη».

The Snowman

Απολογούμαι για την κρυάδα και επιστρέφω στο προκείμενο. Δεν έχω διαβάσει τον «Χιονάνθρωπο» του Jo Nesbo κι άρα δεν ξέρω πώς πραγματεύεται το βιβλίο τα δυο αυτά ερωτήματα, πάντως ως ταινία ο «Χιονάνθρωπος» αποτυγχάνει και στα δύο: αναφορικά με το «ποιος το έκανε» απογοητεύει, καθώς δεν εκπλήσσει -και πάντως δεν εκπλήσσει όσο θα ήθελαν οι συντελεστές της-, ενώ αναφορικά με το «γιατί το έκανε», οι απαντήσεις παραείναι απλοϊκές και μονοσήμαντες, παραείναι βγαλμένες από κακό αμερικάνικο θρίλερ της δεκαετίας του ’90. Ένα «γιατί» που καμώνεται μεν ότι έχει αναφορά σε μια πτυχή της νορβηγικής κοινωνίας, αλλά στην πραγματικότητα ένα «γιατί» καθαρά ιδιωτικό και ξεκομμένο από το κοινωνικό περιβάλλον, ένα «γιατί» ενός ανθρώπου που κατέληξε να είναι ψυχοπαθής. Δυσκολεύεσαι να φανταστείς ότι εξίσου αποτυχημένη είναι  η διαπραγμάτευση και στο βιβλίο, ειδάλλως δεν εξηγείται όλος αυτός ο ντόρος γύρω του και γύρω από τον Nesbo.

The Snowman

Ο Χάρι Χόλε (ή Χόουλ όπως προφέρεται στην ταινία) είναι ο βασικός ήρωας των περισσότερων βιβλίων του Nesbo. Κάθε βιβλίο που τον αφορά, μαζί με κάθε νέο προς επίλυση μυστήριο, συνεχίζει την προσωπική του ιστορία από εκεί που το άφησε η προηγούμενη. Στον κινηματογραφικό «Χιονάνθρωπο», τον βρίσκουμε σε μια περίοδο που έχει πιάσει πάτο. Είναι μεν θρύλος στη νορβηγική αστυνομία για τις επιτυχίες του στο παρελθόν, αλλά βαράει και κάτι πολυήμερες εξαφανίσεις όπου όλη μέρα πίνει. Έχει χωρίσει από μια σημαντική όπως φαίνεται σχέση, κι αυτό επιτείνει το πρόβλημα, αν και μάλλον το θέμα δεν είναι ότι πίνει επειδή χώρισε, αλλά ότι χώρισε επειδή πίνει. Κάπως έτσι ο αλκοολικός αστυνομικός Χάρι Χόλε μπαίνει κι αυτός στο μεγάλο γκρουπ των προηγούμενων κινηματογραφικών συναδέλφων του, που στο ένα χέρι είχαν το περίστροφο και στο άλλο την μποτίλια. Και θα ήθελα να εκμεταλλευθώ αυτό το βήμα, λέγοντας στους επίδοξους μελλοντικούς κινηματογραφικούς αλκοολικούς ντετέκτιβ που θα ακολουθήσουν τον Χάρι και τους προκατόχους του, παιδιά άμα σας χαλάει τόσο πολύ η δουλειά, τα εγκλήματα, τα αίματα, οι φονιάδες, οι κακοί κλπ, πάρτε το λίγο αλλιώς. Κάντε κάτι λιγότερο ζόρικο επαγγελματικά, κρίμα είναι κι εσείς να χαλιέστε τόσο και τόσο πολύ κλισέ να πέφτει πάνω μας.

Στον «Χιονάνθρωπο» συμβαίνει κάτι ακόμη χειρότερο. Στην αρχή βλέπουμε τον Φασμπέντερ, που υποδύεται τον Χόλε, να ξυπνά λιπόθυμος από το ποτό σε πεζοδρόμια και παγκάκια, αλλά μετά, αφού ενημερωθήκαμε περί του αλκοολισμού του, το ξεχνάει κι αυτός και μάλλον κι εμείς και ρίχνεται με τα μούτρα στην εξερεύνηση της υπόθεσής του. Το είχε πει άλλωστε στο αφεντικό του, δώσε μου μια υπόθεση να στανιάρω. Σαν να καθαρίζει με τον αλκοολισμό του, στον «Χιονάνθρωπο» ο αλκοολισμός δεν είναι σαράκι, δεν είναι διαρκής πάλη και διαρκής ανάγκη, είναι αρχική πόζα που σταδιακά ξεχνιέται. Υπάρχει βέβαια και η γκροτέσκα φιγούρα του Βαλ Κίλμερ που περιφέρεται στην οθόνη, όπως είναι μάλλον στην πραγματικότητα οι άνθρωποι που έχουν πιάσει πάτο. 

The Snowman

Πας να δεις την ταινία γεμάτος προσδοκίες. Το τρέιλερ είναι βουτηγμένο στην ατμόσφαιρα. Η σκηνοθετική υπογραφή του Τόμας Άλφρεντσον είναι εγγύηση. Πρωταγωνιστεί ο Μάικλ Φασμπέντερ. Ξέρεις κι ότι ο Νesbo είναι τοπ όνομα στο χώρο του. Τι μπορεί να πάει στραβά; Και πράγματι, τα πρώτα λεπτά του «Χιονάνθρωπου» έρχονται να επιβεβαιώσουν τις προσδοκίες. Οι πρώτες σκηνές που μας δείχνουν μια λίαν τραυματική παιδική ηλικία, έχουν και βάρος και υπόσταση. Όσοι δεν έχουμε εντρυφήσει στο σύμπαν του Χάρι Χόλε, περιμένουμε να δούμε αν οι σκηνές αφορούν την παιδική ηλικία του αστυνομικού που έγινε μπεκρής ή του σίριαλ κίλερ που θα κυνηγήσει.

The Snowman

Ο σίριαλ κίλερ που φτιάχνει χιονανθρώπους έξω από τα σπίτια των γυναικών που εξαφανίζει. Ο σίριαλ κίλερ που στέλνει ένα σημείωμα στον Φασμπέντερ με ζωγραφισμένο τον χιονάνθρωπο. Χιονάνθρωποι που κοιτούν προς τα μέσα. Όλα είναι λευκά, όλα είναι καθαρά, όλα είναι διάφανα, όλα τα διαπερατά. Τα παράθυρα δεν έχουν κουρτίνες, δεν έχουν στόρια, όλοι μπορούν να δουν όλους. Ο Άλφρεντσον χτίζει την ατμόσφαιρά του, είναι έτοιμος να πάει τα πράγματα εκεί που πρέπει. Τι μπορεί να πάει στραβά; Κι όμως σιγά σιγά τα πράγματα αρχίζουν να στραβώνουν και να χαώνονται. Με το «Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι» ο Άλφρεντσον μας είχε δώσει έναν υποδειγματικό Λε Καρέ. Όσο κι αν μπορεί βάσιμα να υποθέσει κανείς ότι ο Νesbo δεν είναι Λε Καρέ, είναι σαφές ότι εδώ τα πράγματα έγιναν στο σενάριο μαντάρα. Στον Σμάιλι τα μπρος – πίσω στον χρόνο λειτουργούσαν υποδειγματικά και συμπύκνωναν τον φιλμικό χρόνο. Εδώ σου αφήνουν μια αίσθηση ανοικονόμητου. Δεν ταξινομήθηκαν σωστά, δεν κατανέμεται ο χρόνος σωστά, ήρωες εισάγονται από το πουθενά και φεύγουν από το πουθενά, καταστροφή. Κι όσο η ιστορία εκτυλίσσεται και πλησιάζουμε προς το τέλος, σου δίνεται η αίσθηση ότι ο Άλφρεντσον αρχίζει να ηττάται και σκηνοθετικά, από την κοινοτοπία όσων έχει να διαχειριστεί. Ότι το περιεχόμενο νικά τη φόρμα και την καθιστά διεκπεραιωτική κι αυτή.

The Snowman

Δεν γίνεται να μη σκεφτείς σε αντιδιαστολή, μια πρόσφατη ταινία βασισμένη σε μυθιστόρημα του Nesbo, όπου η μεταφορά ήταν περισσότερο από πετυχημένη: οι «Κυνηγοί Κεφαλών»του Μόρτεν Τίλντουμ (μια σκηνοθετική εξτραβαγκάντσα με σειρά καλτ σκηνών), όπου μπορεί να συμβαίνουν ένα σωρό εξωφρενικά πράγματα και απιθανότητες που ζορίζεσαι να πάρεις στα σοβαρά, μέχρι που από ένα σημείο και ύστερα καταλαβαίνεις ότι το νόημα εδώ είναι η άγρια, απενοχοποιημένη χαρά του σινεμά, η οποία αφήνει όμως μέσα της χώρο να διεισδύσει και η τρυφερότητα και το νόημα και μια δυο ατάκες που σου μένουν.

Αν μη τι άλλο, ο «Χιονάνθρωπος» μας υπενθυμίζει ότι σε μια ταινία ο σκηνοθέτης δεν είναι Θεός και ότι ο σεναριογράφος δεν είναι για τα μερεμέτια, αλλά για να χτίσει το οικοδόμημα. Ότι η ιστορία που καλείται να αφηγηθεί ο σκηνοθέτης πρέπει να πατά σε γερό έδαφος κι όχι σε λεπτό πάγο. Από την άλλη, θα αναρωτηθεί κανείς, κι όλη αυτή η ατμόσφαιρα, κι όλες αυτές οι εικόνες που μας έδωσε ο Άλφρεντσον είναι για πέταμα; Όχι, δεν είναι. Κάτι προφανώς σου μένει. Αλλά η ταινία απέτυχε.