Το “Τanna” μας διηγείται μια ιστορία αρχετυπική και παλιά σχεδόν όσο κι η ανθρωπότητα, η οποία διαδραματίζεται σε φυλές ανθρώπων που έχουν επιλέξει να μην τους αγγίξει ο πολιτισμός, ή μάλλον έχουν επιλέξει να μην τους αγγίξει η τεχνολογία, μένοντας πιστοί στον δικό τους πολιτισμό, στον δικό τους τρόπο ζωής που έχει μείνει απαράλλακτος αιώνες. Μας διηγείται επίσης μια ιστορία αληθινή, γιατί οι αρχετυπικές ιστορίες δεν κατοικούν σε κάποιο σύμπαν ιδεών και αφηγήσεων ξεκομμένο από τη ζωή, αντίθετα μάλλον η επαναληψιμότητά τους κατέστησε αναγκαία την αναγωγή τους σε μύθους που διατρέχουν τον χρόνο και τον τόπο.

Ποια ιστορία όμως; Αυτή του έρωτα εναντίον των υποχρεωτικών παντρολογημάτων. Πανίσχυροι ιστορικά και οι δύο πόλοι, άλλο που στη Δύση ο δεύτερος φαίνεται να έχει -τουλάχιστον προς το παρόν- ηττηθεί. Και πάντα σε ταινίες, βιβλία, τραγούδια, πάντα η τέχνη να παίρνει το μέρος του έρωτα: το ανατρεπτικό και ζωοποιό στοιχείο, εναντίον της σύμβασης, της εξουσίας, της ανελευθερίας, της διατήρησης των κεκτημένων. Θα άξιζε τον κόπο, έστω και για να κάνει κανείς τον δικηγόρο του διαβόλου, έστω και για να το δοκιμάσει ως σκέψη, να προσέγγιζε το θέμα μέσα από μια ιστορία όπου ο έρωτας να ήταν ο κακός του έργου: ο εγωισμός του, η αλαζονεία του, η τύφλωσή του. Μεροληπτεί συνήθως η τέχνη όταν έρχεται αντιμέτωπη με τη συγκεκριμένη σύγκρουση, παρουσιάζοντας τον έρωτα τη στιγμή της μεγάλης ακμής του και όχι ως δυναμικό στοιχείο, όχι ως στοιχείο που εξελίσσεται στο χρόνο, παρακμάζει, εκπίπτει, δεν επαρκεί ντε και καλά από μόνο του για να φτιάξεις οικογένεια. Και δεν μας λέει συνήθως την εξέλιξη των κανονισμένων από συμφέρον γάμους. Ο ένας γεννά λοιπόν την ευτυχία και ο άλλος τη δυστυχία; Και τα παιδιά; Τα παιδιά των μη ερωτευμένων είναι παιδιά ενός κατώτερου θεού; Ή αυτά με έναν μαγικό τρόπο αυτονομούνται;

Τanna

Άριστος ο έρωτας για να φτιάχνουμε τραγούδια και να κολυμπάμε στις νότες τους ή ταινίες με πλάνα να φιλιόμαστε πάνω από τις  λάβες και να γουστάρουμε. Έξισου άριστος για γάμο όμως; Μήπως άπαξ και ως ανθρωπότητα αποφασίσαμε να χτίσουμε το πράγμα με πυρήνα την οικογένεια, με αυτό το τόσο κλειστό σχήμα, όπου είσαι με τον άλλον για πάντα, ο έρωτας δεν ήταν απαραίτητα η ανθεκτικότερη πρώτη ύλη; Μήπως υπάρχει μια ακόμη πιο αρχετυπική ιστορία την οποία σβήσαμε από τη συλλογική μας μνήμη, βάσει της οποίας δοκιμάστηκε το σχήμα έρωτας και δεν πήγε πουθενά, οπότε φωτισμένοι άνθρωποι άρχισαν να λένε για κάτσε, μήπως πρέπει να βάλουμε άλλα συστατικά στη συνταγή, μήπως μπορούμε να κάνουμε το γάμο ένα βασικό μηχανισμό σταθερότητας και προόδου των κοινωνιών μας, παντρεύοντας τους σωστούς απογόνους μεταξύ τους; Μήπως δεν ήθελαν τόσο πολλοί γονείς τη δυστυχία των παιδιών τους, αλλά θεώρησαν ότι η ευτυχία δεν είναι να ζήσεις μια ζωή με την καψούρα σου; Αρκετά με τη διαβολική δικηγορία όμως, ας πούμε και τίποτα άλλο.

Τanna

Τάνα είναι το όνομα του νησιού στο Νότιο Ειρηνικό, ενός από τα 82 που αποτελούν τη Δημοκρατία του Βανουάτου. Απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1980. Οι Αυστραλοί ντοκιμαντερίστες Mάρτιν Μπάτλερ και Μπέντλεϊ Ντιν, αφού βρέθηκαν εκεί στο παρελθόν κι αγάπησαν το χώρο και τους κατοίκους του, αποφάσισαν να κάνουν μια ταινία μυθοπλασίας εκεί. Με το έργο τους -που ήταν και υποψήφιο για όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας- μας μεταφέρουν κυριολεκτικά σε έναν άλλο κόσμο, που δεν φαντάζεσαι ότι υπάρχει παράλληλα με τον δικό μας. Αποτυπώνουν τόσο την ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος, όσο και στιγμές από την καθημερινή ζωή των κατοίκων, και μάλλον η εμπειρία τους στο ντοκιμαντέρ τούς κρατά σε εγρήγορση ώστε να μην ξεχαστούν και αφήσουν την κάμερά τους να χαζεύει εκστατικά το τοπίο και τους ανθρώπους, αλλά να τα αναδείξουν εντελώς λειτουργικά μέσα από την αφήγηση της ιστορίας. Στη μια ώρα και τρία τέταρτα που διαρκεί λέει από την αρχή ως το τέλος μια συγκεκριμένη ιστορία και δεν χρησιμοποιεί την ιστορία ως πρόφαση για να χαθεί μέσα στην ομορφιά.

Τanna

Και δεν μπορώ να ξέρω πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή όχι, αλλά λίγο πολύ ο κόσμος στον οποίο βλέπουμε να ζουν είναι παραδεισένιος. Και το μόνο που μπορεί να διαταράξει τον επί γης παράδεισο είναι οι έχθρες μεταξύ των φυλών. Έχθρες που μοιάζουν στα δικά μας μάτια τόσο εντελώς ανόητες και τόσο εντελώς ανεξήγητες, καθώς μοιάζουν τόσο ίδιοι μεταξύ τους που αναρωτιέσαι τι έχουν να χωρίσουν και γιατί χωρίστηκαν εξ αρχής. Μετά βέβαια σκέφτεσαι ότι σημαντικό ποσοστό κατοίκων του πλανήτη δονείται από τη διαφορά Σιίτης – Σουνίτης, ενώ για όλους τους υπόλοιπους είναι και οι μεν και οι δε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Όπως αντίστοιχα συμβαίνει με δικές μας διαφορές στα μάτια άλλων. Οι τρόποι που βρίσκουν οι άνθρωποι να είναι σε αιώνια έριδα και μανούρα, είναι πραγματικά ανεξάντλητοι.

Όλοι οι άνθρωποι που εμφανίζονται στην οθόνη είναι όντως μέλη των φυλών. Και η φυσικότητα με την οποία παίζουν είναι τουλάχιστον εντυπωσιακή. Δεν υπάρχει μισή στιγμή σε όλη την ταινία κατά την οποία μισή έκφραση ενήλικου ή και παιδιού να μοιάζει προσποιητή και να μην σε πείθει. Να είναι άραγε μια φυσικότητα αδιαμεσολάβητη από φίλτρα που χρησιμοποιούν οι καλοί ηθοποιοί; Να είναι δηλαδή μια φυσικότητα εκτός της συνθήκης της αναπαράστασης; Να είναι τόσο φυσικοί επειδή παίζουν τον εαυτό τους; Δεν ξέρω αν είναι τόσο απλό. Γιατί και μπροστά σε κάμερες παίζουν και κυρίως δεν παίζουν ακριβώς τον εαυτό τους. Ίσως πάει αντίστροφα. Ίσως δηλαδή το ερώτημα πηγαίνει στο πόσο συνειδητή είναι η κατασκευή του εαυτού μας, πόσο ισχυρή η αυτοεικόνα του, πόσο εμείς ζούμε σε πολιτισμούς που στηρίζονται τόσο στην έννοια του εαυτού, πόσο τελικά παίζουμε εμείς τον εαυτό μας στην καθημερινότητά μας, με αποτέλεσμα η συνθήκη της αναπαράστασης και κάθε συνθήκη που απαιτεί να υποδυθείς έναν άλλον, απαιτεί πρώτα μια έξοδο από αυτό που (νομίζεις ότι) είναι ο εαυτός σου και ύστερα την είσοδο σε έναν νέο. Ίσως δηλαδή τα μέλη των φυλών της Τάνα που αναπαριστούν μια ιστορία μπροστά σε κάμερες, να έχουν μπει τόσο καλά σε αυτήν, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν μόνο με το ότι είναι μια ιστορία που ξέρουν καλά και τους είναι οικεία. Ίσως δεν τους φαίνεται τόσο σημαίνον στοιχείο ο εαυτός τους ο κανονικός, ώστε να πρέπει να μπουν σε εσωτερικές διεργασίες για να παίξουν κάποιον άλλον.

Τanna

Στον κόσμο του Τζον Χιούστον και του Μάλκολμ Λόουρι, ο Άλμπερτ Φίνεϊ έπινε «Κάτω από το Ηφαίστειο» πιο αχόρταγα και από τον Νίκολας Κέιτζ στο Λας Βέγκας, και κανείς δεν μπορεί να πει αν έπινε μόνο για να αντέξει την προδοσία που προηγήθηκε ή κι επειδή δεν θέλει να επιτρέψει να την ακολουθήσει μια καινούρια. Πάνω από ένα άλλο ηφαίστειο, στην Τάνα της Βανουάτου, ο Νταϊν και η Ουάουα ζουν στην άψη ενός έρωτα που δεν έχουν προλάβει να μολύνουν προδοσίες, ζουν στην άψη ενός έρωτα που δεν γίνεται να οδηγήσει σε γάμο, αφού ο γάμος έχει κανονιστεί αλλιώς ανάμεσα στις φυλές ώστε να συνυπάρξουν ειρηνικά, αφού έτσι ορίζει η παράδοσή τους, τα έθιμά τους, ο νόμος τους, αφού η παράδοσή τους, τα έθιμά τους, ο νόμος τους ορίζουν ότι οι γάμοι κανονίζονται από τους αρχηγούς των φυλών και δεν γίνονται από έρωτα. Εκτός κι αν ο έρωτας του Νταϊν για την Ουάουα και της Ουάουα για τον Νταϊν αποδειχθεί τόσο ισχυρός ώστε να αλλάξει παραδόσεις, έθιμα, νόμους και γίνει με τη σειρά του τμήμα της παράδοσης, τμήμα των εθίμων, εκτός κι αν καταφέρει να γίνει νόμος στη θέση του νόμου.

Τanna