Ένα σημαντικό κομμάτι της κληρονομιάς που μας άφησε η Έμιλι Ντίκινσον, είναι σήμερα το δωρεάν, ελεύθερο σε όλους τους χρήστες και ανοιχτό αρχείο της. Για τη δημιουργία του συνεργάστηκαν το Χάρβαρντ, το Άμχερστ, η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βοστόνης, η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και άλλες τέσσερις συλλογές.

Η διαδικασία κράτησε χρόνια, καθώς όλοι δεν ήθελαν να αποχωριστούν τα ντοκουμέντα τους. Παρ’ όλες τις δυσκολίες για τη συγκέντρωση του ογκώδους έργου της, ο επιμελητής Λέσλι Μόρις, δήλωσε ότι «σκοπός είναι να υποβαθμιστεί το θέμα της ιδιοκτησίας των ποιημάτων της και να επικεντρωθεί ο κάθε ενδιαφερόμενος και μελετητής στο έργο της». Το ανοιχτό πλέον αρχείο των χειρογράφων της Ντίκινσον, συνοδεύεται από το Lexicon, το οποίο περιέχει περισσότερες από 9.000 λέξεις τις οποίες χρησιμοποιούσε η Ντίκινσον στην ποίησή της.

 Έμιλι Ντίκινσον

Αν και η Ντίκινσον έγραψε σχεδόν 1800 ποιήματα, μόνο 10 από αυτά τυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής της. Η πρώτη σημαντική δημοσίευση ήρθε μετά από το θάνατό της το 1886 και το έργο της προσέλκυσε αμέσως ένθερμους οπαδούς. Η ιδέα ότι τα ποιήματα είχαν γραφτεί από μια απομονωμένη στο σπίτι της γυναίκα, μια γεροντοκόρη, αποδείχτηκε ακαταμάχητη. Ανάμεσα στους ένθερμους οπαδούς της είναι οι γυναίκες και οι έφηβοι, που αναζητούν ένα κρυφό νόημα, αλλά και επιχειρούν να λύσουν το μυστήριο της απομόνωσής της. Το όνομα της Έμιλι Ντίκινσον συγκαταλέγεται στο πάνθεον των μεγάλων Αμερικανών ποιητών.

Γεννήθηκε το 1830 και πέθανε το 1886. Η Ντίκινσον ανέτρεψε τα λογοτεχνικά δεδομένα της εποχής της αψηφώντας τους συμβατικούς ποιητικούς ή γραμματικούς κανόνες της εποχής της, δεν ήταν μόνο οι σύντομες γραμμές, η έλλειψη τίτλων, αλλά και η θεματολογία της, ο θάνατος και η αθανασία επαναλαμβανόμενα ως θέμα σε στίχους και επιστολές. Σημαδεμένη από το θάνατο των γύρω της, μοναχική και καταθλιπτική, εσωστρεφής, εκκεντρική και περίεργη, η Ντίκινσον θα παραμείνει ένα αίνιγμα, η μόνη πηγή γνώσης μας είναι τα ίδια τα ποιήματα και οι επιστολές της. Όπως αίνιγμα θα παραμείνει και το κατά πόσο τη γνώρισαν οι γύρω της, η οικογένεια και οι λιγοστοί της φίλοι. Τυλιγμένη στο μύθο της Κυρίας με τα Λευκά, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο δωμάτιό της και ταξίδεψε μακριά από αυτό ελάχιστες φορές.

 Έμιλι Ντίκινσον

 Έμιλι Ντίκινσον

Παρά το ασφυκτικό περιβάλλον της μικρής, συντηρητικής και προτεσταντικής επαρχιακής πόλης που μεγάλωσε, η Ντίκινσον πήρε καλή μόρφωση όπως και τα αδέρφια της, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα τους. Σπούδασε για επτά ολόκληρα χρόνια, αυτή θεωρείται και η πιο «κοινωνική» περίοδος της ζωής της, σύμφωνα με τις περιγραφές που τη θέλουν πνευματώδη και χαρούμενη. Παρόλο που οι μελετητές πιστεύουν ότι έγραφε από νεαρότερη ηλικία, το πρώτο της ποίημα χρονολογείται το 1850. Η Ντίκινσον ήταν 20 ετών. Έγραφε παντού. Σε φακέλους, σε προσκλήσεις, σε χαρτιά συσκευασίας. Στην πιο παραγωγική περίοδό της, ανάμεσα στα 25 μέχρι τα 35, έγραψε 1.100 ποιήματα.

Έγραφε παντού: σε φακέλους, σε προσκλήσεις, σε χαρτιά συσκευασίας

Η προσωπική της ζωή έχει πάρει διαστάσεις μυθικές, με ανεκπλήρωτους έρωτες, κρυφά αισθήματα και ανολοκλήρωτες πλατωνικές  σχέσεις. Οι δυο άντρες για τους οποίους τρέφει αισθήματα πεθαίνουν, η ίδια περνά ένα μεγάλο μέρος της ζωής της σε ένα κλοιό θανάτου. Όταν γνωρίζει τον εκδότη του περιοδικού «Springfield Republican», Σάμιουελ Μπόουλς, αποφασίζει να του εμπιστευτεί τρία ποιήματά της που δημοσιεύονται ανώνυμα. Αλληλογραφεί μαζί του και αυτή είναι η πιο δημιουργική φάση της ζωής της. Όμως η υγεία της, η όρασή της είναι ταλαιπωρημένη από το κακό φωτισμό και το αδιάκοπο διάβασμα. Για τη θεραπεία των ματιών της ταξίδεψε στη Βοστόνη. Όταν επέστρεψε, δεν ξαναβγήκε σχεδόν από το σπίτι της αυτά ήταν τα τελευταία από τα λιγοστά ταξίδια που έκανε. Συνέχισε να γράφει αλλά πιο αραιά, κυλώντας όλο και πιο βαθιά στην απομόνωση του σπιτιού της. Πριν γίνει σαράντα ετών, αρχίζει να μη βγαίνει καν από το δωμάτιό της, την άκουγαν πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα, αρνείται τις προσκλήσεις των φίλων να τους επισκεφθεί, ασχολείται με τους άρρωστους γονείς της. Παρά το γεγονός ότι συνέχισε να γράφει είχε σταματήσει την επεξεργασία και την οργάνωση των ποιημάτων της. Είχε αποσπάσει ήδη από την αδερφή της Λαβίνια, η οποία δεν παντρεύτηκε ποτέ και παρέμεινε στο Homestead μέχρι το θάνατό της το 1899, την υπόσχεση να κάψει μετά το θάνατό της τα χαρτιά της.

 Έμιλι Ντίκινσον  Έμιλι Ντίκινσον

 Έμιλι Ντίκινσον

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της Ντίκινσον σημαδεύονται από αρρώστια και θάνατο, ο πατέρας της πεθαίνει το 1874, η μητέρα της το 1875, ο ανιψιός της το 1883, η καλύτερή της φίλη το 1885. Η Έμιλι Ντίκινσον πεθαίνει το Μάιο του 1886 σε ηλικία 55 ετών. Μετά από μια απλή και σύντομη τελετή στη βιβλιοθήκη του σπιτιού της, θάφτηκε σε ένα λευκό φέρετρο στο οικογενειακό τους οικόπεδο.

Η αδερφή της Λαβίνια όταν μπήκε στο δωμάτιό της βρήκε πλήθος ποιημάτων γραμμένα παντού, σε φύλλα ημερολογίου, λογαριασμούς από ψώνια, αποδείξεις, συνταγές μαγειρικής, κάποια σε μισοτελειωμένη μορφή, άλλα σε παραλλαγές, μεμονωμένους στίχους, καθώς επίσης και ένα μικρό κουτί, που περιείχε 900 ποιήματα, καθαρογραμμένα σε χαρτί αλληλογραφίας και χωρισμένα σε «Τομίδια» ραμμένα χωριστά το καθένα από την ίδια με σπάγκο, φτάνοντας όλα μαζί, μετά την καταμέτρησή τους στον εκπληκτικό αριθμό των 1775. Κάποια από αυτά δημοσιεύθηκαν μερικά χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του παλιού φίλου της ποιήτριας, Thomas Wentworth Higginson. Η πρώτη επίσημη και επιμελημένη έκδοση του έργου της δε θα εμφανιζόταν πριν το 1955, το τρίτομο «The Poems of Emily Dickinson» σε επιμέλεια Thomas H. Johnson.

 Έμιλι Ντίκινσον

Μια από τις σημαντικότερες πένες της Αμερικής, βρήκε τη φωνή της μέσα στον εικοστό αιώνα, επηρεάζοντας την αμερικανική και σημαδεύοντας τη δυτική ποίηση, όσο λίγες γυναίκες. Με την ιδιαίτερη και ξεχωριστή της φωνή, την ποιητική της μοναδικότητα, κατάφερε να διαπεράσει τους τέσσερις τοίχους του δωματίου μέσα στους οποίους δημιούργησε και να ακουστεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ντίκινσον είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της παγκόσμιας ποίησης, ένας γρίφος, ένα μυστήριο, όπως ακριβώς θα το επιθυμούσε, όπως ακριβώς το είχε διατυπώσει: «Ξέρεις πόσο απεχθάνομαι το κοινότοπο».