Τι κι αν είναι 89 ετών; Η κόρη του Ευγένιου Ιωάννη Βάρδα από τη Σμύρνη, η σκηνοθέτης – σύμβολο του γαλλικού σινεμά, αυτή που ανέτρεψε και εξακολουθεί να το κάνει, κάθε σύμβαση, η πρωτοπόρος, η φεμινίστρια, η αενάως ανήσυχη και δραστήρια Ανιές Βαρντά, θα παραλάβει στις 11 Νοεμβρίου τιμητικό ‘Οσκαρ για το σύνολο του έργου της, με την ευκαιρία ετήσιας τελετής στο Λος Άντζελες.

Η μοναδική γυναίκα εκπρόσωπος του γαλλικού Νέου Κύματος έχει λάβει ήδη ένα τιμητικό Σεζάρ το 2001 και έναν τιμητικό Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2015. Αυτοδίδακτη του κινηματογράφου, η 89χρονη Βαρντά εξερεύνησε πολλές πλευρές της 7ης Τέχνης και εμπλούτισε τις εμπειρίες της κατά τη διάρκεια της καριέρας της.

Οι ταινίες της (“Η Κλεό από τις 5 έως τις 7”, 1962, “Ναυσικά”, 1970, “Δίχως στέγη, δίχως νόμο”, 1985) είναι συχνά στρατευμένες, είτε πρόκειται για πολιτικά ντοκιμαντέρ είτε για έργα αφιερωμένα σε πρόσωπα φτωχά και σε περιθωριακά. Το τιμητικό βραβείο δίδεται για την «εξαιρετική συμβολή στον κόσμο του κινηματογράφου ή για τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στην Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών», η οποία δίνει τα ‘Οσκαρ, σύμφωνα με ανακοίνωσή της.

Ανιές Βαρντά

Η «γιαγιά» του φαινομένου που ονομάστηκε «Νέο Κύμα», γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1928 και  σπούδασε φωτογραφία και εικαστικές τέχνες. Η πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, La Pointe courte (1956), δικαίωνε πράγματι τον κατοπινό χαρακτηρισμό της, καθώς εισήγαγε νέες αντιλήψεις στην αισθητική και την κινηματογραφική γλώσσα. Η διεθνής αναγνώριση ήλθε με την ταινία Cléo de 5 α 7 (1962), όπως και με το φιλμ Sans toit nι loi (1985), στα οποία κοινό χαρακτηριστικό είναι η αντίληψη του κόσμου μέσα από τα μάτια της γυναίκαςπρωταγωνίστριας. Ειδικά στη δεύτερη, εμφανίζεται με μια ευρύτερη πολιτική τοποθέτηση, με μια κριτική στην απογοητευμένη γενιά του Μάη του ’68, αλλά πιο στρατευμένες θέσεις παίρνει στις ταινίες της Μαύροι Πάνθηρες (Black Panthers, 1970), που γύρισε στις ΗΠΑ για τη γνωστή εξτρεμιστική οργάνωση των Αφροαμερικανών, Salut les Cubains (1963), για την Κούβα, καθώς και με τη συμμετοχή της στην ταινία για τον πόλεμο του Βιετνάμ, Loin du Viétnam (1967). Η θέση της για τον φεμινισμό έχει μια ιδιαίτερη οπτική στην ταινία Η μία τραγουδάει, η άλλη όχι (L’ une chante, l’ autre pas, 1977).

Η Βαρντά δεν δίστασε να προβοκάρει το κινηματογραφικό κατεστημένο, ενώ χρησιμοποίησε ως πρωταγωνίστρια σε δύο ταινίες της την Τζέιν Μπίρκιν (Jane B. parAgnés V. και Kung-Fu Master, και οι δύο του 1988). Ελληνικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ταινίες της, Uncle Yanko (1968) και Nausica (1970), που αναφέρεται στη χούντα των συνταγματαρχών. Μια τελευταία δουλειά της ήταν ένα φιλμ μεγάλου μήκους για την εκατονταετηρίδα του κινηματογράφου, με τίτλο Les Cent et une nuits du cinéma (Οι εκατό και μία νύχτες του κινηματογράφου, 1995).

Ανιές Βαρντά και JR

Ανιές Βαρντά και JR

Ανιές Βαρντά και JR

Ανιές Βαρντά και JR

Η Bαρντά ξεκίνησε για ένα μεγάλο ταξίδι στα ενδότερα της Γαλλίας με τον 33χρονο εικαστικό JR, έναν καλλιτέχνη που απεικονίζει σε όλα τα σημεία της γης τα ανθρώπινα πρόσωπα. Επιβιβάστηκαν σε ένα φορτηγό-φωτογραφικό στούντιο πριν από δυο χρόνια και ξεκίνησαν  ένα ταξίδι μακριά από τις διάσημες πόλεις της Γαλλίας, σε χωριά που δεν βρίσκονται στον τουριστικό χάρτη των διακοπών των πολλών, αναζητώντας μια νέα αλήθεια στον τόπο και τους ανθρώπους των χωριών που ανακάλυπταν.

Η ταινία τους τιτλοφορείται «Visages, Villages» και η Βαρντά έχει δηλώσει πως με αυτό το ταξίδι ικανοποίησε μια από τις μεγαλύτερες επιθυμίες της, «να συναντήσω καινούρια πρόσωπα και να τα φωτογραφήσω, έτσι ώστε να μην πέσουν στις τρύπες της μνήμης μου». Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ των Κανών αυτής της χρονιάς, με τα μάτια και τις κάμερες να είναι όλες στραμμένες επάνω της, μαγνητισμένες από την παντοτινή γοητεία και νεανικότητά της.