Όταν γράφει κανείς πολύ επαινετικά για κάτι που είδε, οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τον άνθρωπο που τυχόν θα τον διαβάσει, τυχόν θα επηρεαστεί, τυχόν θα επιχειρήσει να δει το έργο που επαινέθηκε και τελικά τυχόν θα αναρωτηθεί: μα γιατί τόσος ενθουσιασμός, είναι δυνατόν, τόσο άλλο πράγμα είδαμε; Και προφανώς αυτό δε σημαίνει ότι αν υπάρχει ο ενθουσιασμός πρέπει να μετριαστεί, ώστε να αποφευχθούν τέτοιες αντιδράσεις. Αλίμονο. Σημαίνει ωστόσο, ότι αν στον ενθουσιασμό σου συντελούν παράγοντες που δεν είναι καθόλου απαραίτητο να συντρέχουν στον αναγνώστη του κειμένου και μετέπειτα θεατή του έργου, οφείλεις να τους συνυπολογίσεις και να τους εκθέσεις εκ των προτέρων, όχι ακριβώς ως αστερίσκο του ενθουσιασμού, αλλά ως ειδικότερη επεξήγησή του.

Τwin Peaks

Κι αν αγαπητέ αναγνώστη νομίζεις ότι αναφέρομαι στον παράγοντα «νοσταλγία», όχι, δεν αναφέρομαι σε αυτόν. Γιατί σύμφωνοι, αλλιώς ξεκινάμε να βλέπουμε τον τρίτο κύκλο του Twin Peaks, 27 oλόκληρα χρόνια μετά τον πρώτο, εμείς που βλέπαμε τη σειρά στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’90, άλλα είναι τα κρατούμενα μέσα μας, άλλη η συγκίνηση με τους τίτλους αρχής και τις νότες του Άντζελο Μπανταλαμέντι κι αλλιώς ξεκινάει να τον βλέπει κάποιος που τότε ήταν αγέννητος ή μικρό παιδί, προσπαθώντας να καταλάβει γιατί αναφέρονταν σε αυτήν με τόσο δέος και μην χρωστώντας καμία θετική προδιάθεση, έχοντας αντιθέτως αυξημένες απαιτήσεις να πειστεί ότι όσα είχε ακούσει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αλλά τόσο όσοι ήταν παλιοί πιστοί της σειράς (ή και της ταινίας που ακολούθησε το 1992 τους δυο πρώτους κύκλους) όσο και οι νέοι θεατές, έχουν ενώπιόν τους έναν κύκλο επεισοδίων (18 ωριαίων εκ των οποίων έχουν ήδη προβληθεί τα 4 πρώτα) που εκ των πραγμάτων δε γίνεται ούτε να συντηρηθεί με τη βενζίνη της νοσταλγίας για τους μεν, ούτε να αναμετράται με λάθος πήχεις για τους δε.

©Suzanne Tenner/Showtime

Οπότε ο κρίσιμος παράγοντας που πρέπει να συνυπολογιστεί και ο σωστός πήχυς που πρέπει να μπει, είναι ο εξής: το να ξέρεις, μπαίνοντας στον κόσμο του Τwin Peaks, πως όσους άλλους τηλεοπτικούς ή κινηματογραφικούς κόσμους κι αν σου θυμίσει, είναι ένας κόσμος με τους εντελώς δικούς του κανόνες, τον εντελώς δικό του ρυθμό και ύφος, την εντελώς δική του στόχευση. Αν δηλαδή περιμένεις να δεις μια σειρά αστυνομικού μυστηρίου, έστω με μεταφυσικές παραμέτρους, είσαι σε τελείως λάθος μέρος. Κι αντίστροφα, αν περιμένεις να δεις μια σειρά που το υπερβατικό έχει το πάνω χέρι, αλλά που εν πάση περιπτώσει τα πράγματα θα ξεκινήσουν από το σημείο άλφα για να καταλήξουν στο σημείο ωμέγα, πάλι σε λάθος μέρος είσαι. Φύγε εγκαίρως πριν σιχτιρίσεις τις ώρες που διέθεσες και όσους επαίνεσαν τον κόσμο του Twin Peaks.

Τwin Peaks

Δεν κατάλαβα ποτέ ποιος σκότωσε τη Λόρα Πάλμερ ή και να το κατάλαβα τότε, το ξέχασα πολύ γρήγορα. Tι σημασία είχε άλλωστε; Ή μάλλον ψέματα, ακόμη και να είχε, δεν ήταν η σημασία του που έδινε αξία στο Τwin Peaks. Γιατί  και τότε μετά τα πρώτα επεισόδια άρχιζες να ψυλλιάζεσαι ότι το τι συνέβη στη Λόρα Πάλμερ ήταν ένα είδος παγίδας, αν όχι και αγνό, ατόφιο Μακγκάφιν για το θεατή. Στη Λόρα Πάλμερ συνέβη κάτι αποτρόπαιο. Και το ποιος, το τι, το γιατί, είναι για να πηγαίνουμε για ύπνο ήσυχοι το βράδυ, ξέροντας ότι το τέρας βρέθηκε και πιάστηκε. Το Twin Peaks, όπως και η πλειοψηφία των έργων του Λιντς, μας ενημέρωνε ότι το τέρας είναι διαρκώς παρών και καιροφυλακτεί στη γωνία, αρκεί να ξύσεις λίγο την παστέλ επιφάνεια για να το βρεις. Όχι μόνο του, όμως. Δεν παίζει μόνο του μπάλα στη φιλμογραφία του Λιντς, ούτε είναι η τελική αναγωγή όλων. Δεν είναι μηδενιστής ο Λιντς, δείχνει και ξαναδείχνει -και είναι λάθος θεωρώ να πιστέψουμε ότι το δείχνει μόνο ειρωνικά- και τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων, κι αν την τραβάει αυτή τη φωτεινή πλευρά συχνά ως τα άκρα της καρικατούρας, μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε ότι ως τα άκρα τραβάει και τη σκοτεινή.

©Suzanne Tenner/Showtime

©Suzanne Tenner/Showtime

Όχι, η τελική αναγωγή του Λιντς δεν είναι το κακό και το σκοτάδι. Η τελική αναγωγή του Λιντς είναι το μυστήριο και το όνειρο, το όνειρο και ο εφιάλτης, η αντιδιαστολή του κόσμου του ονείρου με τον κόσμο της πραγματικότητας. Ένας από τους ήρωές του το λέει κατά λέξη στο τρίτο επεισόδιο: το παράδοξο μυστήριο των παράξενων δυνάμεων της ύπαρξης. Και στο επόμενο ακριβώς πλάνο επιτέλους σε έναν τοίχο το πορτρέτο του Κάφκα. Είναι ο τοίχος του γραφείου του ήρωα που υποδύεται ο ίδιος ο Λιντς. Και το τρίτο επεισόδιο ξεκινά με εικόνες τόσο βαθιά καφκικές και τόσο βαθιά λιντσικές σε μια σεκάνς που κρατάει πάνω από δέκα λεπτά, ο άνθρωπος αυτός χρηματοδοτείται για να κάνει prime time τηλεόραση και μας παραδίδει σουρεαλιστικούς εφιάλτες. Υπάρχουν κορυφαίοι σκηνοθέτες που είναι τόσο πολύ οργανικά δεμένοι με το μέσο τους, τόσο άψογοι story tellers με εικόνες και λόγια, που αναρωτιέσαι αν είχαν γεννηθεί σε προηγούμενους αιώνες τι θα έκαναν. Με τον Λιντς δεν το αναρωτιέσαι αυτό. Ο Ντέιβιντ Λιντς όποια εποχή κι αν γεννιόταν θα ήταν ένας μεγάλος καλλιτέχνης. Είναι πρώτα καλλιτέχνης και μετά κινηματογραφιστής. Το σινεμά και η τηλεόραση είναι μόνο ο επαρκέστερος αυτή την εποχή τρόπος να μεταδίδει τα οράματά του, τις εικόνες στο κεφάλι του, τον κόσμο του μυαλού του.

Τwin Peaks

Τα παζλ που στήνει ο Λιντς δεν είναι αριστοτεχνικά φτιαγμένα, δεν ανήκει κάθε κομμάτι στη θέση του, δεν μπαίνουν όλα στην καλή τους ώρα. Το ζητούμενο δεν είναι η άρτια κατασκευή της τελικής εικόνας. Το ζητούμενο είναι η αυταξία του κάθε κομματιού, το μικρό εκείνο κομμάτι ονείρου ή εφιάλτη. Και η τελική εικόνα δεν μπορεί ποτέ μα ποτέ να είναι ούτε διαυγής, ούτε καθησυχαστική. Η τελική εικόνα έχει πάντα την υφή του αδιευκρίνιστου των ορίων ανάμεσα σε αυτό που είναι πραγματικό και σε αυτό που είναι ονειρικό. Όταν ο Κάιλ ΜακΛάχλαν ξαναμπαίνει στον κόσμο της πραγματικότητας και τον κοιτά με ένα μίγμα ηλιθιότητας και δέους, δεν είναι μόνο κακή κωμωδία. Ο κόσμος ο πραγματικός, αυτός που θεωρούμε αυτονόητα δεδομένο, είναι από μόνος του μια πηγή μυστηρίου, ένα παζλ που δεν έχουμε τολμήσει να το σπάσουμε σε κομμάτια.

©Suzanne Tenner/Showtime

©Suzanne Tenner/Showtime

Κάθε μα κάθε βράδυ το ανθρώπινο μηχάνημα ρετάρει, τα μάτια κλείνουν, ακινητοποιούμαστε ξαπλωμένοι, το μυαλό αρχίζει να μας πηγαίνει κάπου αλλού, γίνονται πραγματάκια όταν κοιμόμαστε, βρισκόμαστε μέσα σε ιστορίες που δεν έχουν τίποτα το μη αληθινό εκείνη την ώρα, βρισκόμαστε σε έναν κόσμο εξίσου πειστικό με τον κόσμο τον άλλο. Ο Ντέιβιντ Λιντς αρνείται να κλείσει τα μάτια σε αυτό που συμβαίνει σε όλη την ανθρωπότητα κάθε μα κάθε βράδυ όταν κλείνει τα μάτια της, αρνείται να πει ότι οκ αυτά εμένα δεν με αφορούν ας μιλήσουμε για τον πραγματικό κόσμο, μιλάει για την πραγματικότητα των δύο παράλληλων κόσμων, μπλέκει τη μια στην άλλη, χαώνει τη μια με την άλλη, να ποιο είναι το δικό του παζλ, να σε τι κόσμο πρέπει να ξέρεις ότι μπαίνεις, αν σε ενθουσιάσει αυτή η ανάμιξη ή όχι είναι δικό σου θέμα, αλλά τουλάχιστον μην στραβώνεις γιατί προσπαθείς να βγάλεις άκρη με βάση έναν και μόνο κόσμο. Ξέχνα το. Αφέσου να χαωθείς, αφέσου να κάνεις παρέα με τα τέρατα δίπλα σου, δείξε λίγη επιείκεια αν ο κόσμος ο πραγματικός ενίοτε σαχλαμαρίζει, προσπέρνα τη σαχλαμάρα, προσπέρνα τα χάσματα, αφέσου στον κόσμο του Ντέιβιντ Λιντς, αφέσου στον κόσμο του Twin Peaks.

Kαι κάτι τελευταίο: το Twin Peaks το πήρε και το έπαιξε, σχεδόν αμέσως μόλις βγήκε τη δεκαετία του ’90, η κρατική τηλεόραση. Η ιδιωτική τηλεόραση είχε ήδη έρθει, έκανε τα πρώτα βήματά της, αλλά τη σειρά δεν στην πρόσφερε ο αέρας αλλαγής της ελεύθερης αγοράς, της ελεύθερης τηλεόρασης όπως την έλεγαν ακόμη τότε. Από το πρώτο της βήμα ως το τελευταίο της, η ιδιωτική τηλεόραση έχει πάρει τον μέσο πολιτιστικό όρο και τον έχει ρίξει και τον έχει ρίξει και τον έχει ρίξει, πριμοδοτώντας την ευτέλεια και απέχοντας από οτιδήποτε δεν ήταν επαρκώς χαμηλό. Και αυτό με το οποίο θα κλείσω, ναι, είναι νοσταλγικό: είμαστε πολύ τυχεροί όσοι προλάβαμε να μεγαλώσουμε με κρατική τηλεόραση, αυτοί οι δημόσιοι υπάλληλοι φρόντιζαν να βλέπουμε, αρκετά συχνά, πράγματα που άξιζαν τον κόπο. Twin Peaks είδαμε λόγω ΕΡΤ, αν μεγαλώναμε με ιδιωτικά κανάλια οι αναμνήσεις μας θα μύριζαν φορμόλη.

Τwin Peaks