Στα ενενήντα λεπτά της παράστασης που σκηνοθέτησε η Αργυρώ Χιώτη και παρουσίασε με την ομάδα της, χώρεσε μια απολύτως συμπυκνωμένη εκδοχή των δεκατεσσάρων και πλέον χιλιάδων στίχων της «Θείας Κωμωδίας», προφανώς «κομμένη και ραμμένη» γύρω από τη δική της, την προσωπική επιλογή μέσα από το σύνολο του μεγαλειώδους έπους του Δάντη. Πολλά αποσπάσματα παραλήφθηκαν, ενώ προστέθηκαν στίχοι από άλλα, πολύ νεότερα, ποιητικά έργα· ομολογώ, λοιπόν, πως δεν ξέρω τι γνώμη θα διατύπωνε κάποιος που έχει γνώση και άποψη για το έργο, όσον αφορά την πληρότητα του περιεχομένου της παράστασης. Όσον αφορά, όμως, το σκηνικό θέαμα που παρουσιάζεται στη σκηνή της Στέγης, πρόκειται σαφέστατα για ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης, που καταφέρνει, μέσα από μια αξιοσημείωτη λιτότητα υψηλής αισθητικής, να λειτουργήσει σε πολλαπλά επίπεδα, σε αναλογία ίσως με τα πολλαπλά επίπεδα -νοημάτων, συμβόλων κ.λπ.- που έχει το ίδιο το έργο.

«Θεία Κωμωδία» του Δάντη

Η παράσταση πιάνει το βασικό νήμα του έργου, την κάθοδο του Δάντη στην Κόλαση, όπου, με οδηγό τον πνευματικό του δάσκαλο, τον Βιργίλιο, πραγματοποιεί ένα προσωπικό και εμφανώς συμβολικό, ταξίδι γνώσης, αυτογνωσίας και κάθαρσης, και διαρθρώνεται σε τρία επεισόδια, αντίστοιχα των τριών μερών του έπους (Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος).

Επεισόδιο πρώτο: Κόλαση· κάθοδος στον κόσμο των νεκρών, συνάντηση με χαμένες ψυχές και τρομαχτικά πλάσματα.

Επεισόδιο δεύτερο: Κοιμητήριο του Σπουν Ρίβερ (από την ομώνυμη Ανθολογία του Edgar Lee Masters)· χώρος συνάντησης με άλλες, κάποιες επιφανείς, προσωπικότητες και ψυχικής προετοιμασίας για το επόμενο στάδιο.

Επεισόδιο τρίτο: Προσευχή· συνάντηση και αποχαιρετισμός με την αγαπημένη Βεατρίκη. Ο ήρωας είναι έτοιμος πια, φωτισμένος και σοφός, να επανασυνδεθεί με τον έξω κόσμο.

«Θεία Κωμωδία» του Δάντη

Ένα από τα καθοριστικά στοιχεία της παράστασης είναι ο χώρος που δίνει στο λόγο, αλλά και ο τρόπος με τον οποίον τον αντιμετωπίζει. Η παράσταση δεν μένει στο ελάχιστο ζητούμενο, δεν τον φέρνει «απλώς» σε πρώτο πλάνο, λαμβάνοντας, σωστά, υπόψιν πως έχει να κάνει με ένα κατεξοχήν αφηγηματικό έργο – αν και θα πρέπει να σημειωθεί πως και αυτό το εκτελεί άψογα. Με καθαρή άρθρωση, άψογο (συν)τονισμό και ρέοντα ρυθμό, ο λόγος του Δάντη γεμίζει την άδεια σκηνή της Στέγης· στο πρώτο επεισόδιο, κυρίως από τους δύο ερμηνευτές που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος της αφήγησης, ως Δάντης και Βιργίλιος, ενώ οι υπόλοιποι έξι τους πλαισιώνουν συμπληρώνοντας την αφήγηση και τη σκηνική δράση, δημιουργώντας ηχητικά περιβάλλοντα, λειτουργώντας ενίοτε ως «Χορός».

Στο δεύτερο επεισόδιο, το σύνολο των οχτώ ερμηνευτών παίρνει «ισότιμο» ρόλο και δημιουργεί μια πολυφωνική σκηνή, ενώ στο τρίτο επεισόδιο το βάρος πέφτει και πάλι σε ένα δίδυμο, του Δάντη και της Βεατρίκης αυτή τη φορά, με τους υπόλοιπους να λειτουργούν υποστηρικτικά ως προς τη μουσικότητα της σκηνής. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να σημειωθεί: η μουσική ταυτότητα της παράστασης, με τους ομοιοκατάληκτους στίχους του έπους να προφέρονται «τραγουδιστά», πότε ως ύμνος πότε ως ψαλμωδία, με μια ιδιαίτερη τονικότητα, και με την καίρια συμβολή της ζωντανής μουσικής, επικυρώνει τη θρησκευτική ταυτότητα του έργου και υπηρετεί την έμμετρη φύση του επικού είδους.

«Θεία Κωμωδία» του Δάντη

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της παράστασης είναι η όψη της, η δύναμη που καταφέρνει να προκαλέσει αυτός ο άδειος χώρος, ο τόσο καίρια φωτισμένος από τον Τάσο Παλαιορούτα. Το μαύρο της σκηνής φαντάζει ως η ιδανική Κόλαση του πρώτου επεισοδίου, ενώ το σκηνικό συνολικά καθορίζεται από τη χρήση ενός λευκού πανιού, που πότε συμπιέζει τους ήρωες στον κάτω κόσμο, πότε οριοθετεί τα σύννεφα ή το πέρασμα ανάμεσα σε δύο κόσμους (είναι χαρακτηριστική στη δουλειά της Εύας Μανιδάκη η χρήση των επιπέδων), και από την οριοθέτηση ενός φωτεινού κύκλου, μιας μικρής ορχήστρας στη μέση της σκηνής, για τους μουσικούς. Σε αυτόν τον ελάχιστα εξοπλισμένο σκηνογραφικά χώρο, οι ερμηνευτές λειτουργούν ταυτόχρονα ως φορείς δράσης και αφήγησης, ως μουσικά εργαλεία (όχι μόνο με τις φωνές τους, αλλά και με τον ήχο που δημιουργούν τα roller blades με τα οποία μετακινούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης) ακόμη και ως στοιχεία του εικαστικού περιβάλλοντος. Και είναι πραγματικά αξιοσημείωτο πώς μια τόσο «απλή» φαινομενικά, χωρίς εικαστικό πλουραλισμό δουλειά, κατορθώνει να επικοινωνήσει τόσες εικόνες και αισθήσεις στον θεατή.

Μάλιστα -για να φτάσω σε αυτό που θεωρώ πως αποτελεί το επιστέγασμα της όλης προσπάθειας- ο πλούτος που κρύβει μέσα του το λιτό σκηνικό περιτύλιγμα είναι κάτι που χαρακτηρίζει συνολικά την παράσταση. Αυτό το λιτό θέαμα, που στηρίζεται σε τέσσερις μουσικούς και οχτώ ερμηνευτές που, όντας σε αέναη κίνηση πάνω στις ρόδες τους, αφηγούνται «τραγουδιστά» μια ιστορία, συμπυκνώνει με έναν απολύτως δικό του τρόπο το μεταίχμιο στο οποίο κινείται: μεταξύ έπους και θεάτρου – ενώ από την πλευρά τους οι ερμηνευτές καταδεικνύουν την αλληλουχία κατά την οποία η τέχνη της αφήγησης, των ραψωδών δηλαδή, εξελίχθηκε στην τέχνη της δράσης και του διαλόγου: το θέατρο.

Info παράστασης:

«Θεία Κωμωδία» από την ομάδα Vasistas | 22 Απριλίου – 7 Μαΐου 2017 | Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών