Μετά τον β΄κύκλο παραστάσεων του έργου του Δημήτρη Δημητριάδη «Τρωάς» και την παρουσίαση του μουσικού έργου του Γκέοργκ Κούρταγκ «Θραύσματα από τον Κάφκα», η ομάδα Σημείο Μηδέν, παρουσιάζει το έργο – σταθμός «Περιμένοντας τον Γκοντό» του μεγάλου Ιρλανδού συγγραφέα Σάμιουελ Μπέκετ. Η παράσταση παρουσιάζεται στο Θέατρο Άττις-Νέος Χώρος από τις 23 Μαρτίου μέχρι τις 29 Απριλίου 2018. Σκηνοθέτης ο Σάββας Στρούμπος, με τον οποίο συναντηθήκαμε λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα του έργου.

Ο Σάββας Στρούμπος ξεκίνησε σαν ηθοποιός και με την υποτροφία Μινωτή-Παξινού έκανε στο Λονδίνο τις μεταπτυχιακές του σπουδές πάνω στη μέθοδο του Θόδωρου Τερζόπουλου. «Επιστρέφοντας ξεκίνησε να δουλεύει ως ηθοποιός και βοηθός σκηνοθέτη στο Άττις μέχρι το 2007-8. Με ενδιέφερε πάντα η σκηνοθεσία, αλλά ήθελα περάσω από το ρόλο του ηθοποιού γιατί έχει μεγάλη σημασία ο σκηνοθέτης να γνωρίζει το «μέσα» και να μπορεί να διδάξει, να εκπαιδεύσει και να βοηθήσει τους ηθοποιούς», λέει.

Εναρκτήρια παράσταση της ομάδας Σημείο Μηδέν, η «Σωφρονιστική Αποικία» του Κάφκα, που αποτέλεσε ένα γερό ερέθισμα το 2008, ένα κείμενο που τον συγκλόνισε. Πρώτη επαφή του Σάββα Στρούμπου με τον Μπέκετ, το 2003 όταν συμμετείχε ως ηθοποιός στο Τρίπτυχο του Θόδωρου Τερζόπουλου και επόμενη το 2014, όταν συμμετείχε ως βοηθός σκηνοθέτης του Θ. Τερζόπουλου στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι, στο «Τέλος του παιχνιδιού».

Ήταν μια «φυσική μετάβαση» το να αποφασίσετε να ασχοληθείτε με το «Περιμένοντας τον Γκοντό»;
Εντάσσομαι στην ομάδα των ανθρώπων που πιστεύουν ότι ο Μπέκετ και ο Χάινερ Μίλερ είναι οι δυο πιο σημαντικοί τραγικοί συγγραφείς στον σύγχρονο κόσμο. Μάλιστα ο Μπέκετ -και αυτό έχει να κάνει με την άποψη υπό την οποία αντιμετωπίζουμε τον Γκοντό- παρουσιάζει τον Γκοντό σαν τραγικωμωδία σε δυο πράξεις. Το τραγικωμικό ήταν για μένα το σημείο εκκίνησης. Δηλαδή η ανάγνωση πάνω στο έργο δεν πάτησε στην παραδεδομένη αντίληψη πάνω στο υπαρξιακό δράμα για τη σημασία ή το νόημα της ζωής, ή το θρησκευτικό και πολιτικό ζήτημα που προκύπτει από την ανάγνωσή του, ξεκίνησε από το τραγικωμικό στοιχείο. Επίσης δεν συμμερίζομαι την άποψη που λέει ότι ο Μπέκετ είναι ο μελαγχολικός συγγραφέας με την απόγνωση να κυριαρχεί και τα πάντα να είναι μάταια και όλα να τελειώνουν εκεί στην επίγνωση του μη νοήματος.

Οπότε ποιο είναι αυτό που ενστερνίζεστε για τον Μπέκετ;
Ο Αλαίν Μπαντιού μιλά σε ένα βιβλιαράκι του για τον Μπέκετ για τον «απέθαντο πόθο του για τη ζωή». Αυτό για μένα ήταν επίσης σημείο εκκίνησης στη διαδικασία. Ο απέθαντος πόθος για τη ζωή στα  ερείπια του κόσμου είναι οι δυο πυλώνες υπό τους οποίους αντιμετωπίζουμε το έργο. Αυτό το τραγικωμικό στοιχείο, ήδη από την αρχαιότητα, σε ένα θέατρο το οποίο επιχειρούσε να φτιάξει πολίτες ελεύθερους, κριτικά σκεπτόμενους και ενεργούς, νομίζω ότι προσπαθούσε να συνδέσει τους ανθρώπους με αυτό το χώρο μέσα τους τον πιο σκοτεινό, εκεί που υπάρχει η τρέλα και τα ένστικτα. Γι’αυτό και τα πρόσωπα της τραγωδίας είναι πρόσωπα οριακά. Φλερτάρουν με την τρέλα, την έκσταση και το παραλήρημα. Σε κοινωνικές συνθήκες που δεν είναι κανονικές, σε κοινωνικές συνθήκες έκτακτης ανάγκης, ακραίες, για να μπορέσει να δει ο πολίτης ως χειραφετημένος άνθρωπος πώς μπορεί να ορίσει ως άτομο και κοινωνία τους όρους της ζωής του. Το κωμικό προκύπτει από την πηγή ζωικής ενέργειας που είναι το ίδιο το ανθρώπινο σώμα, είναι αυτό που έρχεται και αποδομεί και απομυθοποιεί και σαρκάζει και διαλύει όλους τους θεσμούς, όλους τους θεούς όλες τις αποστεωμένες συμπεριφορές. Για να κοιτάξει πέρα από τον ορίζοντα αυτή την ου-τοπία, αυτό τον άπειρο χώρο των δυνατοτήτων.

Τι γίνεται όταν το τραγικό με το κωμικό διεισδύουν το ένα μέσα στο άλλο και αλληλεπιδρούν;
Εκεί πέρα υπάρχει η μελέτη της ζωής και της ύπαρξης και της κοινωνίας στα ακραία όρια, όπως συμβαίνει στην τραγωδία με τη γέννηση των μεγάλων χαρακτήρων και καταστάσεων, αλλά και η ζωική ενέργεια και αυτό που λέει ο Αντόρνο πάλι για τον Μπέκετ για το «οντολογικά ατελές» του ανθρώπου. Ο άνθρωπος ποτέ δε φτάνει, δεν ησυχάζει, δεν τελειώνει, δε βάζει ποτέ τελεία. Υπάρχει πάντα αυτή η ανάγκη για την κατάργηση των ορίων και των όρων.

Ποιες είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε το έργο του Μπέκετ;|
Ο Μπέκετ γράφει το έργο το 1947. Ο ίδιος συμμετέχει στη γαλλική αντίσταση. Μαζί με τη γυναίκα του βρίσκεται σε ένα χωριό, φίλοι και συνεργάτες του είναι στο Άουσβιτς, αυτός τη γλυτώνει παρά τρίχα και γράφει αυτό το έργο κυριολεκτικά μέσα στα ερείπια του κόσμου. Κατά τη γνώμη μου το Άουσβιτς είναι η στιγμή κατά την οποία η ιστορία και ο ανθρώπινος πολιτισμός παραληρούν. Είναι μια κορυφαία στιγμή. Αυτό που κάνει κατά τη γνώμη μου ο Μπέκετ είναι μεγαλοφυές. Ακριβώς εκεί που ο Αντόρνο λέει «μπορεί να γραφτεί ποίηση μετά το Άουσβιτς;», έρχεται ο Μπέκετ γράφοντας τον Γκοντό μέσα στα ερείπια, να εκδηλώσει αυτή την αγωνία: πώς μπορεί η ζωή να επανεκκινήσει σε ένα άλλο επίπεδο. Να ξανασυνδεθούμε δηλαδή με το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο. Να συνδεθούμε με τον άλλο απέναντί μας και με τον άλλο μέσα μας.

Κάνετε μια αναγωγή με τις εξοντώσεις του σήμερα;
Ακριβώς εκεί θέλω να φτάσω και εννοώ ότι το Άουσβιτς από τότε που συνέβη έχει αλλάξει μορφές και υπάρχει μέχρι και σήμερα. Η άνοδος του φασισμού, οι ροές των προσφύγων, τα hot spots, η Συρία, οι πόλεμοι, ο άνθρωπος ως νομάς, ως υποπροϊόν και ο άνθρωπος που στις δυσκολότερες των συνθηκών αναζητά τη λύτρωση, την υπέρβαση. Όταν λέμε για το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο μιλάμε ακριβώς γι’ αυτό, για τη δυνατότητα να δημιουργήσεις κάτι καλύτερο. Είναι η αξιοπρέπεια, η δυνατότητα να μπορέσεις να συνυπάρξεις αρμονικά με τον άλλο. Στην εποχή μας μιλάμε όχι για κρίση μόνο οικονομική, αλλά για την κρίση του ανθρώπινου πολιτισμού. Και είναι κρίση του ανθρώπινου. Για μένα, σήμερα, ένα αίσθημα απόγνωσης ή αδιεξόδου ή η έλλειψη νοήματος μάς δίνει το ερέθισμα να ξαναδιαβάσουμε το έργο με νέους όρους, αυτό ήταν το κεντρικό ερέθισμα για μένα, αυτό που λέει ο Μπένγιαμιν «ο χρόνος του τώρα».

Ο Μπέκετ τοποθετεί τους ήρωες σε έναν μη τόπο, εσείς πού θα τους τοποθετούσατε;
Τους φαντάστηκα στη Συρία. Η πιο κοντινή εικόνα είναι σε μια βομβαρδισμένη περιοχή της Συρίας. Η ιστορία σήμερα αποδεικνύει πως τα ερωτήματα και τα ζητήματα που έθεσε ο εικοστός αιώνας -παρόλο που μπήκαμε στον εικοστό πρώτο- δεν έχουν κλείσει και δεν έχουν απαντηθεί. Και εμείς ως καλλιτέχνες, ως άνθρωποι που εισπράττουμε τους κραδασμούς της κοινωνίας και της ιστορίας δεν μπορούμε να είμαστε ήσυχοι. Όλα αυτά είναι για μένα ένα γόνιμο υλικό για να μπορέσουμε να διαβάσουμε ξανά τον Γκοντό σήμερα. Ένα υλικό εξαιρετικά πυκνό, ένας αστερισμός πραγμάτων, νοημάτων και ενεργειών, το συγκρίνω με την ουτοπία που νομίζεις ότι έχεις φτάσει, νομίζεις θα την αγγίξεις και όταν πλησιάζεις εκείνη έχει φύγει χιλιόμετρα μακριά.

Σκηνικά πώς μεταφράζεται αυτή η άποψη;
Υπάρχει μια παραδεδομένη αντίληψη και ερμηνεία του έργου ότι τα πρόσωπα είναι κάποιοι κλοσάρ και φορούν τριμμένα ρούχα και μελόν καπέλα. Εμείς συνομιλήσαμε σαφώς με τις οδηγίες που δίνει ο Μπέκετ, κρατήσαμε όλο το κείμενο, αλλά τα καπέλα είναι στρατιωτικά άρβυλα, αυτά που τρώνε οι άνθρωποι είναι πέτρες, το δέντρο που υπάρχει στο έργο είναι ένα σύμπλεγμα από σίδερα σαν σίδερα φυλακής. Είναι οι άνθρωποι ίσως της Γούτα ή του Αφρίν που προσπαθούν στα ερείπια συνδεόμενοι με τον άλλο να επανεκκινήσουν τη ζωή με γνώμονα τον απέθαντο πόθο για τη ζωή. Είμαστε σε ένα σανίδι, σε μια σκηνή όπου επάνω υπάρχει η γυμνότητα των ηθοποιών, τα σώματά τους, οι φωνές τους. Για να μιλήσουν όχι μόνο για τη συνύπαρξη, αλλά και για την καταπίεση, την εξουσία, για τη συνύπαρξή τους μέσα στη ζωή και ενώπιον του θανάτου.

Info παράστασης:

Περιμένοντας τον Γκοντό | 23 Μαρτίου – 29 Απριλίου 2018 | Νέος Χώρος Θεάτρου Άττις