Το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ «Πλατεία Ηρώων» που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Καραντζάς στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων μπορεί να οριστεί με την κλισέ αλλά απολύτως ακριβή έκφραση: «ένα δριμύ κατηγορώ του συγγραφέα προς τους συμπατριώτες του Αυστριακούς». Σημαδιακό το έτος γραφής του, το 1988, καθώς ο συγγραφέας το εμπνεύστηκε και το «αφιέρωσε» στην επέτειο των πενήντα χρόνων από την προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία – αφότου ο Χίτλερ είχε εκφωνήσει το λόγο του στην πλατεία που έδωσε το όνομά της στον τίτλο του έργου.

Πρόκειται για ένα «έργο θέσης» που θα μπορούσε να απορριφθεί από θεατρικής άποψης

Γραμμένο κατά παραγγελία για το Εθνικό Θέατρο (το Burgtheater), το έργο αποσκοπούσε και κατάφερε να προκαλέσει και να ανακινήσει αντιδράσεις και συζητήσεις, εστιάζοντας σε ένα και μοναδικό γεγονός: την απροκάλυπτη κατάδειξη πως, εν έτει 1988, ο φασισμός δεν ανήκε στο χρονοντούλαπο της αυστριακής Ιστορίας. Ο Μπέρνχαρντ δε μάσησε τα λόγια του. Το έργο είναι μια αφορμή για να ειπωθεί αυτό που με κάθε τρόπο ανακυκλώνεται και επαναλαμβάνεται από τα δραματικά πρόσωπα: οι Αυστριακοί δεν έμαθαν τίποτα από το παρελθόν και επαναλαμβάνουν τα ίδια εγκληματικά λάθη. Ο (νεο)ναζισμός δεν είναι απλώς προ των πυλών· μάλλον δεν έφυγε ποτέ.

Η πίκρα, η χολή και η απαξίωση του συγγραφέα για τους συμπατριώτες του αποτελούν την πρώτη ύλη του παραληρηματικού λόγου του έργου· ενός λόγου που -όπως και στα άλλα έργα του συγγραφέα- παίρνει κυρίως τη μορφή παράλληλων μονολόγων, παρά διαλόγου. Αυτός ο λόγος που δανείζονται τα δραματικά πρόσωπα βρίθει από αφορισμούς, καθώς ο Μπέρνχαρντ δε χαρίζεται σε κανέναν· κυβερνήσεις, πολιτικά κόμματα, Εκκλησία, βιομηχανία, επιστήμονες και πνευματικοί άνθρωποι, όλοι έχουν τη δική τους βαρύτατη ευθύνη. Κι αν ο συγγραφέας εν έτει 1988 έβαζε στο στόχαστρο τους συμπατριώτες του, τώρα, σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, είναι ελάχιστες οι κοινωνίες που δεν ταιριάζουν γάντι στην περιγραφή του.

Πλατεία Ηρώων

Πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για ένα «έργο θέσης», που θα μπορούσε να απορριφθεί από θεατρικής άποψης. Έστω, θα πρέπει να συμφωνηθεί πως «δε χαρίζεται» στο σκηνοθέτη, του προσφέρει τα ελάχιστα δυνατά για να πιαστεί. Κατεξοχήν παράδειγμα η έναρξη του έργου – και, παράλληλα, εκκίνηση της δράσης. Βρισκόμαστε στο σπίτι του καθηγητή Σούστερ, την επαύριο της αυτοκτονίας του. Πενήντα χρόνια μετά από την ημέρα της προσάρτησης και ενώ ο Εβραίος στην καταγωγή καθηγητής σχεδίαζε την επάνοδό του στην Οξφόρδη όπου είχε διαμείνει, ως αυτοεξόριστος εκεί και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποφασίζει να πηδήξει στο κενό από το παράθυρο του σπιτιού του που βλέπει στην Πλατεία Ηρώων. Το συμβάν που αποτελεί κομβικό δραματουργικό σημείο έχει ήδη συντελεστεί και τίποτα δεν φαίνεται ικανό να σταματήσει το γαϊτανάκι του «κατηγορώ» του ήρωα δια στόματος των άλλων που ξεκινάει από εδώ κι έπειτα. Μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον, μέσα από την «αφόρητη» επαναληπτικότητα που διακρίνει τη γραφή του Μπέρνχαρντ. Ο λόγος, εξάλλου, βάζει τα δικά του εμπόδια, αυτή η μέχρις εξάντλησης παράθεση θεμάτων, σχολίων και αφορισμών, που προκύπτουν, σβήνουν και επανακάμπτουν σαν μέσα από ομόκεντρους κύκλους, που συνηθίζει ο συγγραφέας.

Έπειτα, το φινάλε. Η λήξη ενός έργου που δεν έχει δομηθεί με βάση μια «συγκεκριμένη» πλοκή μετατίθεται στο πρόσωπο της συζύγου του καθηγητή, που έχει εμφανισθεί για πρώτη φορά μόλις λίγο νωρίτερα και για την οποία ελάχιστα έχουν ειπωθεί. Κι όμως, η δική της κατάρρευση κάτω από το βάρος της κλονισμένης πνευματικής και ψυχικής υγείας της θα πρέπει πειστικά να οριοθετήσει τη λήξη. Δύσκολη δουλειά για την ηθοποιό η ερμηνεία ενός χαρακτήρα με τέτοιο δραματουργικό βάρος, που παραδίδεται χωρίς επαρκές χτίσιμο από το συγγραφέα.

Πλατεία Ηρώων

Βέβαια, το μεγαλείο του Μπέρνχαρντ είναι προς ανακάλυψη και δεν εντοπίζεται (τόσο) στα όσα προφητικά επισημαίνει για την άνοδο του Νεοναζισμού, αλλά στη διαρκή υπονόμευση των ίδιων του των λεγομένων – κατ’ επέκταση στην υπονόμευση κάθε υποψίας σωτηρίας, που εντέλει καθιστά το έργο νομοτελειακά απαισιόδοξο. Το θέατρο, για παράδειγμα, χαρακτηρίζεται κάποια στιγμή της β΄πράξης ως «ό,τι απέμεινε του κακόμοιρου αυτού λαού», για να αναιρεθεί λίγο μετά: «θέατρο, ένας αηδιαστικός κομπασμός».

O Δημήτρης Καραντζάς επιδόθηκε με μια σκηνοθετική καθαρότητα αξιοσημείωτη

Εξάλλου, πρώτη και καλύτερη αναδεικνύεται η υπονόμευση του ίδιου του ήρωα (αν και απών, ο ρόλος του καθηγητή Σούστερ ορίζει το έργο), του καθηγητή που μπορεί να αυτοκτόνησε (προφανώς;) υπό το βάρος της συνειδητοποίησης πως η Ιστορία τείνει να επαναληφθεί, αλλά που ο ίδιος δεν υπήρξε υπόδειγμα (πνευματικού μάλιστα) ανθρώπου: αλαζόνας, υπερόπτης, δεσποτικός, ένας μικρός «φασίστας», δηλητηρίασε τους ανθρώπους γύρω του.

Έτσι, η θεατρική μαεστρία του Μπέρνχαρντ βρίσκεται μάλλον σε αυτό που ζητάει από σκηνοθέτη και ηθοποιούς: να εντοπίσουν και να δουλέψουν πάνω σε ό,τι υποβόσκει. Κι εδώ ερχόμαστε σε δύο θέματα: την ψυχοσύνθεση των δραματικών προσώπων και τις μεταξύ τους σχέσεις, για να αντιληφθούμε πως οι ρόλοι δεν έχουν λόγο ύπαρξης στη σκηνή (μόνο) ως φερέφωνα της συγγραφικής θέσης, αλλά και ως πρόσωπα με ψυχολογική υπόσταση. Πώς όμως στοιχειοθετεί κανείς αυτούς τους μόλις επαρκώς σκιαγραφημένους χαρακτήρες; Δύσκολη δουλειά.

Πλατεία Ηρώων

Σε αυτή τη δύσκολη δουλειά, λοιπόν, ο Δημήτρης Καραντζάς επιδόθηκε με μια σκηνοθετική καθαρότητα αξιοσημείωτη. Κατ’ αρχήν, φαίνεται πως δούλεψε πολύ το λόγο κι έτσι το έργο ακούστηκε σε κάθε του λέξη (πολύτιμο ούτως ή άλλως, χρειάζεται κατά τι περισσότερο, όταν μιλάμε για συγγραφείς όπως ο Μπέρνχαρντ). Έπειτα, εμφανώς τον απασχόλησε να μας εμπλέξει στη συνθήκη – επί του ιδεολογικού μιλώντας, όχι απλώς ως στοιχείο θεατρικότητας. Εμείς, οι θεατές, είμαστε το ευρύτερο περιβάλλον του έργου, η κοινωνία έξω από το σπίτι του καθηγητή, όπως βλέπουμε τους εαυτούς μας στον καθρέφτη του σκηνικού που ορθώνεται απέναντί μας. Εμείς είμαστε οι περίεργοι να κρυφακούσουμε τις κουβέντες της οικογένειας μετά την κηδεία, έτσι όπως η δεύτερη πράξη εκτυλίσσεται με τους ηθοποιούς να παίζουν πλάτη σε εμάς, ρίχνοντας πού και πού κλεφτές ματιές πίσω τους (σκηνικές επιλογές που -θα πρέπει να σημειωθεί- στο συγκεκριμένο θέατρο λειτουργούν καλύτερα για την κεντρική πτέρυγα της πλατείας). Δεν ξέρω αν αυτά τα σκηνοθετικά ευρήματα τα απορρίπτει κανείς ως «πρώτου επιπέδου». Θα είναι άδικο.

Πλατεία Ηρώων

Στο σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη δεσπόζει μια τρύπα, το αποτύπωμα που άφησε το σώμα του καθηγητή στο έδαφος. Μεταφερμένη μέσα στο σπίτι, σκηνοθετική αδεία, για να υπενθυμίζει το συμβάν (πόσο εύστοχα θα καλυφθεί όπως-όπως για το τελευταίο οικογενειακό δείπνο που θα λάβει μέρος στο τραπέζι που κατασκευάζεται με πλήρως ευρηματικό τρόπο από τα αντικείμενα του σκηνικού, ανάμεσά τους και τα μπαστούνια του καθηγητή), λειτουργεί και για εμάς τους θεατές ως διαρκής υπενθύμιση μιας άλλης τρύπας που απειλεί να μας καταπιεί, αν δεν αλλάξουμε ρότα.

Και, βέβαια, σημαντική είναι η δουλειά του Καραντζά και των ηθοποιών του πάνω στους ρόλους. Τον τόνο δίνει αδιαμφισβήτητα η Καριοφυλλιά Καραμπέτη, στο ρόλο της κυρίας Τσίτελ, της πιστής οικονόμου του καθηγητή, το προσωπικό του «δημιούργημα»· εμμονική μέχρις βαθμού παροξυσμού, με εμφανή την ερωτική της καταπίεση, είναι αυτή που συστήνει στην πλατεία την αλαζονική και δεσποτική προσωπικότητα του καθηγητή, την οποία ουσιαστικά έχει υιοθετήσει και αναπαράγει προς τη νεότερη βοηθό της (στο ρόλο η Σύρμω Κεκέ, με μια αξιοσημείωτη παρουσία, ειδικά στις βουβές, σωματικές αντιδράσεις της). Η Καραμπέτη πραγματοποιεί έναν άθλο επιδιδόμενη στο σχεδόν μονολογικό κομμάτι που της αναλογεί στην πρώτη πράξη και χτίζει έναν χαρακτήρα οριακό, μέσω του οποίου διαφαίνεται αυτός που ούτως ή άλλως μονοπωλεί το λόγο της: ο καθηγητής Σούστερ.

Πλατεία Ηρώων

Ο Χρήστος Στέργιογλου υποδύεται με ευχέρεια τον αδερφό του καθηγητή που κρύβει πίσω από την εκ πρώτης όψεως αδιάφορη στάση του, από την επιλογή του να εθελοτυφλεί μπροστά σε όσα απασχολούσαν τον αδερφό του, μια εξίσου εξονυχιστική και αφοριστική ματιά απέναντι στα ίδια θέματα και είναι, επιπροσθέτως, αυτός που εισάγει το μεγαλύτερο μερίδιο της ειρωνικής -από την κωμική της άποψη- ματιάς του συγγραφέα. Ικανοποιητική, αν και κάπως θολότερη, είναι η απόδοση της υπόλοιπης διανομής, για την οποία πάντως θα πρέπει να ειπωθεί πως δε φαίνεται να της δίνει ιδιαίτερα πατήματα το ίδιο το έργο: η Μαρία Σκουλά και η Άννα Καλαϊτζίδου υποδύονται τις κόρες του καθηγητή, ο Γιώργος Μπινιάρης έναν συνάδερφό του, ο Παναγιώτης Εξαρχέας το γιο και η Υβόννη Μαλτέζου τη σύζυγο, χωρίς να χρεώνονται κάποια αποτυχία αλλά και χωρίς να απογειώνουν μια παράσταση που στο σύνολό της έχει ήδη αναμετρηθεί επιτυχημένα με ένα πολλαπλώς δύσκολο έργο.

Πλατεία Ηρώων

Info παράστασης: Πλατεία Ηρώων | 3 Φεβρουαρίου – 9 Απριλίου 2017 | Θέατρο της οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής