Ο Λάμπρος, πλούσιος επαρχιώτης, ονειρεύεται αξιώματα και τη «μεγάλη ζωή» της Αθήνας. Η υποστήριξή του στον τοπικό βουλευτή με αντάλλαγμα μια θέση στο Δημόσιο, θα είναι το εισιτήριό του για την πρωτεύουσα. Τον πόθο του αυτόν, τον μοιράζεται με τη γυναίκα του, Πηνελόπη, που επίσης προσβλέπει σε ένα υψηλό αξίωμα για το σύζυγό της. Κι όσο εκείνος θα διαπλέκεται στους μηχανισμούς του πελατειακού κράτους, εκείνη θα στροβιλίζεται με χάρη στα αριστοκρατικά σαλόνια. Έτσι ξεκινά η ιστορία του έργου του Ηλία Καπετανάκη «Γενικός Γραμματεύς» το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της νεοελληνικής δραματουργίας.

Διαβάστε την κριτική της Τώνιας Καράογλου για την παράσταση

Ιστορικά, η δεκαετία του 1890, όταν γράφτηκε το έργο, είναι μια εξαιρετικά πλούσια, ίσως ανεπανάληπτη σελίδα στην εξέλιξη του νεοελληνικού θεάτρου. Τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα συμπυκνώνουν τις ζυμώσεις και την αναζήτηση που αναμειγνύει παλιές καταστάσεις, ελπιδοφόρα ξεκινήματα και παλινδρομήσεις. Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας και της διοίκησης με τον Χαρίλαο Τρικούπη, ακολουθείται το 1893 από τη χρεοκοπία και αργότερα από την ταπεινωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Την ίδια δεκαετία, το κίνημα του δημοτικισμού, μετά από το «Ταξίδι μου» του Γιάννη Ψυχάρη το 1888, ξεσηκώνει τις πρώτες μεγάλες αντιδράσεις για την ελληνική γλώσσα. Το 1889 με την «Τύχη της Μαρούλας» του Δημητρίου Κορομηλά εμφανίζεται το κωμειδύλλιο, εκεί υπάρχουν και τα στοιχεία της «κωμωδίας μετ’ ασμάτων», αλλά και πολλές απομιμήσεις της.

Γιος του αγωνιστή του ’21 και μετέπειτα βουλευτή, Σταυριανού Καπετανάκη, ο Ηλίας Καπετανάκης σπούδασε νομικά στην Αθήνα, εργάστηκε στη δημόσια διοίκηση, αλλά δοκίμασε και άλλα επαγγέλματα. Όταν παίχτηκε πρώτη φορά ο «Γενικός Γραμματεύς», στην εφημερίδα «Το Άστυ» (24 Αυγούστου 1893), ο Δ. Κακλαμάνος παρουσίασε τον συγγραφέα με τα παρακάτω λόγια: «Ο κ. Ηλίας Καπετανάκης! Άγνωστος χθες, πλήρης φήμης σήμερον. Όλαι αι Αθήναι αναφέρουν τ’ όνομά του καί καθείς ενδιαφέρεται να μάθη τι κάμνη. Δια να ευχαριστήσωμεν την κοινήν περιέργειαν, λέγομεν ότι ήτο υπουργικός γραμματεύς, ότι απελύθη προ δύο ή τριών ετών, ότι η απόλυσίς του ενέπνευσε την πρώτην ιδέαν του έργου του και ότι, παρά το υπόδειγμα των πλείστων της θεατρικής δόξης μνηστήρων, συνδυάζει, με το νέον επάγγελμα, επίζηλον δια συγγραφέα υλικήν ανεξαρτησίαν…».

Aπό την παράσταση «Ο Γενικός Γραμματεύς» ©Κάρολ Τζάρεκ

Aπό την παράσταση «Ο Γενικός Γραμματεύς» ©Κάρολ Τζάρεκ

Σε ηλικία 35 ετών περίπου, ο Καπετανάκης είχε συσσωρεύσει πλούσιες εμπειρίες από τη ζωή στην επαρχία και τη ζωή στην πρωτεύουσα, από τη δημόσια διοίκηση και τη ζωή στην πρωτεύουσα, από τη δημόσια διοίκηση και το εμπόριο, από το στρατό και τον πολιτικό βίο. Μέσα από τα προσωπικά του βιώματα θα είχε δοκιμάσει όλες τις πικρίες και απογοητεύσεις, όσες γνώρισε και η δική του γενιά, αλλά και οι προηγούμενες στην επαφή τους με την ελληνική πραγματικότητα, από εθνικά θέματα πρώτα, αλλά και από την κοινωνική κατάσταση και την πολιτική πρακτική. Με τον «Γενικό Γραμματέα» ξεφεύγει από το απλοϊκό, ελαφρό περιεχόμενο και το διασκεδαστικό είδος, εμφυτεύοντας στην κωμωδία του στοιχεία ουσιαστικής κοινωνικής ανάλυσης με την σύμπτωση της πολιτικής και κοινωνικής διαφθοράς, της φαυλοκρατίας, με τη διάλυση της οικογένειας του πρωταγωνιστή.

Για τη σατιρική ένταση του έργου, το οποίο με την ουσιαστική κριτική του στις βασικές πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής του 19ου αιώνα φέρνει στην πρώτη γραμμή τα ζητήματα της ελληνικής ταυτότητας με ένα διαφορετικό ύφος και τρόπο γραφής, μιλήσαμε με την Σοφία Μαραθάκη, που σκηνοθετεί το έργο στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

«Το έργο είναι σαν να συνοψίζει το πρόβλημα ταυτότητας που έχουμε»

«Παλιά μου είχε αρέσει η Βεγγέρα και τώρα με ενδιέφερε να βρω ένα κείμενο, μέσα από το οποίο να μπορώ να αναδείξω το γκροτέσκο. Η δραματολόγος μου, Ελένη Τριανταφυλλοπούλου, μου πρότεινε να διαβάσω και τον «Γενικό Γραμματέα». Ανακάλυψα ένα κείμενο στο οποίο το σώμα μπορεί να είναι έξω από το συνηθισμένο καθημερινό σώμα. Με ήρωες που έχουν ψυχή και πάθη, αλλά μπορούν να μεταμορφωθούν σε κάτι που δε βλέπεις κάθε μέρα. Και να δουλέψω και εγώ τις έννοιες που με απασχολούν, της μεταμόρφωσης, της παραμόρφωσης, της καρικατούρας, της περιοχής μέσα στην οποία γινόμαστε γελοιογραφία», λέει η Σοφία Μαραθάκη.

Τι σας γοήτευσε στο έργο; Οι χαρακτήρες, η πλοκή, η εποχή;
Όχι, αντιθέτως σε μια πρώτη ανάγνωση είναι μονοδιάστατοι, το έργο μπορεί να φανεί και ρηχό. Με γοήτευσε η γλώσσα που είναι στην ουσία η μουσική του έργου και βέβαια αυτό που συμβαίνει μέσα στο έργο, κάτι επίκαιρο και «κλασικά ελληνικό». Μιλώ για τον ήρωα που μεγαλοπιάνεται, μπλέκει με την πολιτική, ξιπάζεται κι αυτός κι η οικογένειά του, μιλούν καθαρεύουσα και δημοτική και γαλλικά ανακατεμένα και υιοθετούν ένα κακέκτυπο που για μένα σημαίνει «ελληνική τραγωδία». Το έργο είναι σαν να συνοψίζει το πρόβλημα ταυτότητας που έχουμε. Το ποιοι είμαστε, πού ανήκουμε και πού θέλουμε να ανήκουμε, τι θέλουμε να μιλάμε και να φοράμε και με ποιον τρόπο να σχετιζόμαστε.

«Ο Γενικός Γραμματεύς» ©Κάρολ Τζάρεκ

«Ο Γενικός Γραμματεύς» ©Κάρολ Τζάρεκ

Υπάρχουν τραγούδια μέσα στο έργο. Πώς χειριστήκατε τη μουσική συνολικά; Ως μουσικό θέατρο;
Υπάρχουν αυτά τα τραγουδάκια ανάμεσα που είναι σχεδόν αφελή, είναι μια πρόκληση να τα χρησιμοποιήσω, το κάνω πρώτη φορά σε έργο. Οι στιγμές παραπέμπουν σε μουσικό θέατρο, έτσι ανέλαβε ο Χαράλαμπος Γωγιός να γράψει πρωτότυπη μουσική και σε αυτήν τη μουσική έβαλε όλο το μαύρο χιούμορ που μπορεί να υπαινίσσονται αυτές οι ιστορίες, μια ιδέα που δε μπορείς να μη σκεφτείς όταν διαβάζεις το έργο. Κάτι γλυκόπικρο, σαν κλαυσίγελος, που ενώ θέλεις να τους πυροβολήσεις αυτούς τους ανθρώπους, θέλεις και να τους συγχωρέσεις, γιατί είναι πρόσωπα πολύ οικεία, σαν γείτονές σου που πλούτισαν απότομα. Είναι πολλές σουσούδες μαζεμένες και με την απαραίτητη αρχαιοπρέπεια, είναι σαν το σήμερα, ένας στρόβιλος που κι εμείς τον έχουμε νιώσει με τα δημοψηφίσματα, με το να φύγουμε ή να μείνουμε στην Ευρώπη, με το αν είμαστε Τούρκοι ή Βαλκάνιοι ή αρχαίοι Έλληνες.

Εσείς, σαν σύγχρονος δημιουργός, πού καταλαβαίνετε ότι ανήκετε;
Προσωπικά δε θα έλεγα ότι είμαι με το ένα πόδι στην Ανατολή και το άλλο στη Δύση. Αυτή η σύγκρουση μπορεί να ενυπάρχει μέσα μου εξαιτίας της καταγωγής μου, αλλά εγώ δε το βιώνω έτσι. Μπορώ να πω για την εμπειρία μου όταν εργάζομαι ή ζω σε χώρες πιο βόρειες. Εκεί αισθάνομαι πιο ξένη, σε επίπεδο ταμπεραμέντου, πράγμα που δε μου συμβαίνει π.χ. στην Ισπανία, που είναι σαφώς πιο δυτική χώρα από εμάς. Είναι η Μεσόγειος που μας καθορίζει νομίζω. Ακόμα και όταν πηγαίνω στην Ιορδανία ή το Μαρόκο, παρόλο που βρίσκομαι μακριά από την κουλτούρα του Ισλάμ, από τη θέση που έχουν για τις γυναίκες στο φυσικό περιβάλλον, αισθάνομαι οικειότητα.

«Θέλουμε να κάνουμε τα πάντα και να μας συγχωρούνται όλα»

Η ιστορία του «Γενικού Γραμματέα» είναι μια ιστορία ενός ανθρώπου που ανελίσσεται, διαφθείρεται και εκπίπτει, μια ιστορία που έχουμε δει πολλές φορές. Αλήθεια, μας διδάσκει η ιστορία;
Δε μας διδάσκει η ιστορία, το βλέπουμε σήμερα γύρω μας πιο φανερά από ποτέ, με τον Τραμπ για παράδειγμα. Σαν να έχουμε μνήμη χρυσόψαρου. Στον «Γενικό Γραμματέα» βλέπω αυτή τη σύγχυση συμπυκνωμένη μέσα στις γραμμές του έργου. Βλέπω ανήλικους ενήλικες, τους εαυτούς μας, παιδιά που ωθούνται σε μια ενηλικίωση χωρίς καμία προετοιμασία, ενήλικες που θέλουν να αποφύγουν κάθε ανάληψη ευθύνης. Θέλουμε να κάνουμε τα πάντα και να μας συγχωρούνται όλα και τα καλύτερα και τα χειρότερα χωρίς να υπάρχουν συνέπειες. Στο έργο υπάρχει πολύ έντονα αυτό το στοιχείο στους χαρακτήρες. Το ότι δεν έχουμε αλλάξει είναι τρομερό.

Ενώ μιλάμε για τα σοβαρά χαρακτηριστικά του έργου και των ηρώων δε μιλήσαμε για τα κωμικά αξεπέραστα στοιχεία του.
Ο «Γενικός Γραμματέας» είναι μια σάτιρα που ελπίζω και πιστεύω ο θεατής να μπορέσει μέσα σε αυτή να δει και να αναγνωρίσει και να γελάσει με αυτή την παθογένειά μας. Γιατί η γελοιογραφία που θέλω να κάνω σατιρίζει την παθογένεια, αλλά θέλει να μπορείς να γελάσεις με αυτήν. Να δεις την ιστορία μας και εμάς λίγο ανάποδα, κάτι που έχουμε ανάγκη και ως κοινό, αλλά και ως καλλιτέχνες, να βλέπουμε με χιούμορ αυτό που μας συμβαίνει, αλλιώς δε θα επιβιώσουμε.

«Ο Γενικός Γραμματεύς» ©Κάρολ Τζάρεκ

«Ο Γενικός Γραμματεύς» ©Κάρολ Τζάρεκ

Σας δυσκολεύει η κωμωδία;
Είναι δύσκολη η κωμωδία για ένα σκηνοθέτη. Δε μπορείς να τη μετρήσεις, αν θα λειτουργήσει ή όχι στον κόσμο, αν λειτουργήσει και με ποιο τρόπο θα επηρεάσει την αίθουσα και το ρυθμό της παράστασης ή με ποιο τρόπο θα επηρεαστεί η παράσταση από την επαφή της με το κοινό χωρίς να διαλυθεί. Η κωμωδία, περισσότερο από κάθε άλλο είδος, θέλει κοινό και ηθοποιούς εναγκαλισμένους σε ένα ρυθμό, σε μια παρτιτούρα.

Σας ενδιαφέρει να δουλεύετε με μια ομάδα σταθερά;
Είναι μια πολύ παρεξηγημένη έννοια η ομάδα και νομίζω η παρεξήγηση αυτή έχει καταποντίσει πολλές ομάδες. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι οι σταθερές συνεργασίες. Ότι συναντιόμαστε και πηγαίνουμε μαζί και μας κρατάει το νήμα της επικοινωνίας και του κοινού οράματος. Δυσπιστώ με τις ομάδες επειδή στο παρελθόν έχουμε δει πολλά. Είναι συνήθως όχημα προσωπικής ανάδειξης ενός. Το ζήτημα για μένα έχει μια βάση ηθική. Όταν προχωρήσεις, να επιλέξεις να δουλέψεις με αυτούς που έχεις πιστέψει και σε έχουν πιστέψει εξ’ αρχής, στηρίζοντας ο ένας την επιλογή του άλλου.

Κεντρική φωτογραφία
Αριστερά: Η Σοφία Μαραθάκη ©Andrea Bonetti
Δεξιά: Φωτογραφία της παράστασης «Ο Γενικός Γραμματεύς» ©Κάρολ Τζάρεκ

Ιnfo:  «Ο Γενικός Γραμματεύς» | 26 Ιανουαρίου – 26 Φεβρουαρίου 2017 | Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή -1