Με την Τάνια Τσανακλίδου συναντηθήκαμε στο μικρό γραφείο του Κουν, στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Μοιάζει αλλιώτικο σήμερα και ας είναι το ίδιο,  με τη μικρή μπαμπού πολυθρόνα και τα βυσσινί καλύμματα στα μαξιλάρια του χτιστού καναπέ, με το φως από ψηλά που τα δείχνει όλα χλωμά, τα κολάζ του Κουν με τα μικροσκοπικά κεφαλάκια των ηθοποιών στους τοίχους. Εδώ ακριβώς ήρθε η Τάνια, πριν από 41 χρόνια, για να ξεκινήσει να παίζει στο θέατρο, στην Αθήνα. Και εδώ επιστρέφει, για να παίξει μια ηλικιωμένη γυναίκα που γνωρίζει την καλοσύνη και τη σκληρότητα της αγάπης, προσθέτοντας ένα ακόμα πολύτιμο κομμάτι στο παζλ της ζωής της. Ο χρόνος δεν πείραξε τίποτα στην Τάνια όλα αυτά τα χρόνια. Είναι το ίδιο ενθουσιώδης και δυνατή, ευάλωτη και αεικίνητη, ειλικρινής και παθιασμένη. Μόνο το χρώμα των μαλλιών, στο ωραίο σγουρόμαλλο κεφάλι της.

«Εδώ ακριβώς ήρθα και βρήκα τον Κουν το καλοκαίρι του 1975. Του είπα «κύριε Κουν, θέλω να με πάρετε στο θίασο». Ήμουν ήδη δυο χρόνια στην Αθήνα, είχα κάνει δίσκους, τη «Θητεία», το «Αχ! Έρωτα» και δούλευα με τη Μοσχολιού στην Πλάκα. Είχαν κατέβει τότε στην Πλάκα, Νταλάρας, Αλεξίου και εγώ βγήκα και είπα ότι οι μπουάτ έγιναν «αστικά μπουζουκομάγαζα». Δεν ήταν πια οι μπουάτ από τις οποίες εγώ ξεκίνησα. Τα είπα λοιπόν κι έφυγα.

«Ποτέ ο άνθρωπος δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που έχει. Πάντα ζηλεύει του αλλουνού»

Ηρθα εδώ στον Κουν και του είπα να με πάρει. Ο Κουν δεν έπαιρνε ανθρώπους που δεν ήταν μαθητές του, μου λέει «βρε παιδί μου, έχεις μια καριέρα, παίρνεις ένα σωρό χρήματα». Του λέω «με το βασικό να με πάρετε, θέλω να δουλέψω δίπλα σας». «Καλά», μου λέει, «πάρε τη Νίνα από το «Γλάρο» και έλα σε τρεις μέρες να σε ακούσω». Έρχομαι εδώ, τα λέω, μου κάνει κάποιες διορθώσεις, λέει «εντάξει». Λέω «όχι εντάξει, θα πάω να δουλέψω τις διορθώσεις και αν τις κάνω καλά να με πάρετε». Και μετά με φωνάζει στην ανάγνωση, στις «Τρεις Αδερφές», που νόμιζα ότι θα είχα κάποιο βουβό ρόλο. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα μου έδινε την Ιρίνα, ποτέ. Ήρθα μόνο για να ανασαίνω, δε ζήταγα τίποτα. Σαν να ήθελα να πλυθώ από κάτι που με έβγαζε από το δρόμο μου. Και μετά όσο δούλευα στο θέατρο πήγαινα στις μπουάτ και έκλαιγα γιατί ζήλευα αυτούς που τραγουδούσαν. Ποτέ ο άνθρωπος δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που έχει. Πάντα ζηλεύει του αλλουνού. Μετά τις «Τρεις αδερφές» γύρισα στις μπουατ. Δε μετάνιωσα. Καλώς γινωμένα είναι όλα και ένα κέρδος έχεις και από τα άσπρα και από τα μαύρα».

Φωτογραφία της παράστασης «Ο Φόβος τρώει τα σωθικά»

Πέρυσι, πώς σου φάνηκε που ξαναγύρισες στο θέατρο;
Ενώ μου αρέσει το θέατρο, πεθαίνω, ταλαιπωρήθηκα λίγο. Γιατί προχωρούν πολύ τα πράγματα στο θέατρο και τα πολύ μοντέρνα πράγματα με δυσκολεύουν. Αλλά διδάχτηκα από αυτούς με τους οποίους δούλεψα κι αυτό με κάνει καλύτερη. Όπως κι αυτό που κάνω τώρα με κάνει καλύτερη. Είναι σαν να πηγαίνω σχολείο. Ξέρεις πόσα πράγματα μαθαίνω κάθε μέρα; Λέω κάθε μέρα «Σίμο, πολύ σε ευχαριστώ», είναι καταπληκτικός δάσκαλος (σ.σ. ο σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας). Αυτό για μια γυναίκα που σε τρεις μήνες θα γίνει 65 είναι πολύ ωραίο.

Πόσο;
Εξηνταπέντε, τον Απρίλιο, τι με κοιτάς; Θα πληρώνω μισό εισιτήριο στα λεωφορεία. Και ακόμα έχω όρεξη να μάθω, βρε Αργυρώ. Και μαθαίνω. Δεν είναι κακό να γερνάμε, έχει κι αυτό μια γλύκα.

Την αντέχεις ακόμα τη δοκιμασία; Να ετοιμάζεσαι, να δουλεύεις, τελικά να κρίνεσαι ξανά και ξανά και κάθε βράδυ;
Είναι δοκιμασία τρομερή και περιπέτεια πολύ ωραία, που καθόλου δεν ξέρω πού με βγάζει και δε με νοιάζει πού θα με βγάλει, γιατί δε με νοιάζει πια να χτίσω καμιά καριέρα. Με ενδιαφέρει να έχω το σεβασμό του ανθρώπου που θα έρθει να με δει. Θέλω να βγω από αυτό καλύτερη, γι’ αυτό το κάνω, αλλιώς θα νιώσω ότι έχασα το χρόνο μου.

Φωτογραφία της παράστασης «Ο Φόβος τρώει τα σωθικά»

Ο φοβερός αυτός τίτλος του «Ο φόβος τρώει τα σωθικά», τι σου λέει;
Είναι ένας οδηγός ζωής. Αν αυτό το θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή, θα ζήσεις με γενναίο τρόπο. Αν δεν αφήσεις να σε βάλει από κάτω, αν ξέρεις πάντα ότι ο φόβος θα σου καταστρέψει όλη σου την πορεία, όλη σου την προσωπικότητα, όλες σου τις σχέσεις, όλα όσα αγαπάς. Αν αυτό το βάλεις καλά στο μυαλό σου και δεν το αφήσεις να σε νικήσει, το έχεις γραμμένο κάπου, να το βλέπεις, πρωί και βράδυ και να λες «τι φοβήθηκα σήμερα, να μη ξαναφοβηθώ».

Η δική σου σχέση με το φόβο;
Πάντα φοβόμουν κι ακόμα φοβάμαι. Από παιδί φοβόμουν.

Εγώ σε είχα για ατρόμητη, άφοβο άνθρωπο.
Οι ήρωες, όπως ξέρεις, όχι ότι δε φοβούνται, δεν αφήνουν τον φόβο να τους παραλύσει. Δεν τον άφησα το φόβο σε καμία περίπτωση. Τώρα φοβάμαι πολύ την ανημπόρια, γιατί ζω μόνη μου. Φοβάμαι μη φτάσω σε ένα σημείο που θα γίνω βάρος στους άλλους. Άλλα δε φοβάμαι. Δε φοβάμαι τη φτώχεια, να αρρωστήσω και να παλέψω να γίνω καλά. Τώρα που χτύπησα, δεν έκλαιγα, φοβήθηκα όμως, αλλά ήμουν ψύχραιμη, είπα σε ποιον να το πουν, να μη φρικάρουν οι δικοί μου, αυτά.

Παλιά τι ήταν αυτό που σε φόβιζε περισσότερο;
Ο θάνατος. Τίποτα άλλο. Γιατί με όλα τα άλλα πάλεψα μαζί τους και τα ευχαριστήθηκα.

Ποιες ήταν οι δύσκολες μάχες;
Στην καριέρα μου θα σου πω για τα τελευταία χρόνια, γιατί όταν ήμουν νέα δε φοβόμουν τίποτα, νόμιζα ότι είμαι πολύ σούπερ-ντούπερ. Όταν άρχισα λίγο να σοβαρεύω και να ωριμάζω και αναμετριόμουν με τις ανεπάρκειές μου. Πολλές ανεπάρκειες και σε συναισθηματικό και σε πρακτικό επίπεδο. Γιατί ήμουν ένας άνθρωπος που δεν πρόσεχε ποτέ, κάπνιζα πάντα, έτρωγα σαν γουρούνι πάντα, δε μπήκα ποτέ σε πρόγραμμα. Αυτή η έλλειψη πειθαρχίας σε μένα είναι μια ανεπάρκεια την οποία ενώ τη διέγνωσα νωρίς, δεν έκανα τίποτα για να τη διορθώσω. Απλά συμφιλιώθηκα με την ιδέα ότι μπορεί να είμαστε και ανεπαρκείς.

Φωτογραφία της παράστασης «Ο Φόβος τρώει τα σωθικά»

Αν σου έλεγα ότι καπνίζεις σαν φουγάρο και τρως σαν γουρούνι τι θα έκανες;
Θα έλεγα καλά κάνω, κοίτα τα δικά σου και εμένα άσε με ήσυχη. Επέλεξα ένα δρόμο ελευθερίας, ήταν ένα κόστος που πλήρωνα κάθε μέρα, δε μου τη χάριζε κανένας. Όμως αυτή η ελευθερία έχει κάτι βράδια που γυρνάς σπίτι μόνος σου μετά από πρεμιέρες φορτωμένη λουλούδια, στολίζεις τα βάζα και σκέφτεσαι «ωραίος επιτάφιος». Αισθανόμουν ότι δεν έχω να μοιραστώ αυτή τη χαρά μου, βέβαια το πρωί ξυπνούσα πανευτυχής που ήμουνα μόνη μου και δε με έπρηζε κανένας πριν πιω τον καφέ μου.

Το «μόνος μου» είναι μια επιλογή που κάνει κάποιος όταν έχει ζήσει, έχει ερωτευτεί πολύ;
Βεβαίως, γιατί δε βάζεις νερό στο κρασί σου όταν έχεις μάθει να ζεις σχεδόν εκτός ορίων ή φλερτάροντας με τα όρια σου και το πέραν των ορίων σου. Εγώ δε μπόρεσα να ζήσω μια βολεμένη ζωή, δε νοιάστηκα να συσσωρεύσω πλούτο, δε λειτούργησα έτσι. Είχα μια άλλη σχέση με τα πράγματα που ήταν αγαπητική, αλλά είχε και ένα «άντε γεια». Ήμουν πάντα έτοιμη να αποχαιρετήσω κι αποχαιρέτησα πολλές φορές και κούνησα το μαντήλι και με πόνο και μετά με ενθουσιασμό.

«Επέλεξα ένα δρόμο ελευθερίας, ήταν ένα κόστος που πλήρωνα κάθε μέρα»

Ο έρωτας σού λείπει;
Για μένα ο έρωτας υπήρξε πάντα κινητήρια δύναμη στη δουλειά μου. Εγώ τραγουδούσα γιατί είχα κάποιον ερωτευθεί, ήθελα ο συγκεκριμένος να έρθει να με ακούσει. Γι’ αυτόν έκανα τα προγράμματα, τους δίσκους, γι’ αυτόν τα έκανα όλα. Τώρα μου λένε «γιατί δεν κάνεις δίσκο»; Δεν έχω κανέναν να καίγομαι να τον ακούσει. Δεν έχω κάποιον να το πω. Και δεν ερωτεύτηκα ποτέ και τον εαυτό μου, να νιώσω θεά, όμορφη για να το κάνω.

Στη ζωή με τι αναμετρήθηκες;
Στη ζωή φοβήθηκα τη ζήλια και το πάθος μου στον έρωτα. Ήμουνα φριχτή ζηλιάρα. Μου έτρωγε η ζήλια τα σωθικά. Και νομίζω ότι ο λόγος που σταμάτησα να ερωτεύομαι είναι κι αυτός. Δεν άντεχα να βλέπω τον εαυτό μου έτσι εξαθλιωμένο, γιατί έλεγα πού είναι η ανέλιξή σου σαν προσωπικότητα; Αυτό που λες ότι κατάφερες να γίνεις καλύτερος και μόλις ερωτεύεσαι γίνεσαι ό,τι σιχαίνεσαι. Με ταπείνωνε ο ίδιος μου ο εαυτός. Έπεφτα στα μάτια μου. Από την άλλη, μακάρι και να μου ξανασυνέβαινε, αλλά είναι μια ταλαιπωρία, δεν την αντέχει νομίζω ούτε το σώμα, ούτε η ψυχή.

Ο έρωτας σε βυθίζει, στον αφρό τι σε κρατάει;
Θα σου πω τι με κράτησε. Θα ήθελα το πέρασμά μου σε αυτή τη ζωή να έχει κάνει καλό σε πέντε ανθρώπους. Να στο πω αλλιώς, θα ήθελα το καλό που έχω κάνει να είναι μεγαλύτερο από το κακό. Αυτό είναι μια ζυγαριά που με νοιάζει πολύ σε όλα τα επίπεδα. Παρόλο που είμαι δύσκολος άνθρωπος.

Τσακώνεσαι εύκολα;
Πολύ εύκολα και σε ένα λεπτό έχω σηκωθεί κι έχω ζητήσει συγγνώμη.

«Με θυμώνουν οι γλύφτες, γι’ αυτό ζω και τόσο μόνη»

Θυμώνεις πολύ;
Θυμώνω πολύ αλλά το λέω. Με θυμώνει πολύ η αγένεια, με σκοτώνει και εκεί τρώω άνθρωπο. Την τρώμε πολύ στα μούτρα σήμερα, αλλά με ενοχλεί, τη σιχαίνομαι… Γιατί έχω υπάρξει και εγώ αγενής με τα νεύρα που έχω και έχω αδικήσει ανθρώπους. Με θυμώνουν οι γλύφτες, γι’ αυτό ζω και τόσο μόνη. Το γλύφτη πρέπει να τον κρατήσεις μακριά, αλλιώς σου καταστρέφει τον χαρακτήρα, την καριέρα, ό,τι έχεις. Εγώ έχω μετρημένους φίλους και απαιτώ να μου λένε την αλήθεια και μπορώ να την ακούσω. Μπορεί να μη μου αρέσει, να με ζορίζει, αλλά έχουν πολύ ξύλο οι αληθινές σχέσεις. Γιατί κάθε μέρα επαναπροσδιορίζεσαι στις φιλίες, ποιος είναι ο φίλος σου και γιατί είναι φίλος σου.

Το περιβάλλον του θεάτρου σού αρέσει;
Πότε ναι και πότε όχι. Καταρχάς σέβομαι πολύ τους ηθοποιούς που δουλεύουν σαν τα σκυλιά χωρίς να αμείβονται, παίζοντας για δυο μήνες, αν είναι τυχεροί, με βασικό και κάτω από το βασικό.  Σέβομαι αυτά τα παιδιά που έχουν αυτό το πάθος κι αυτή την όρεξη και τα δίνουν με ατέλειωτες ώρες δουλειάς, απλήρωτοι και δεν παραπονιούνται. Από την άλλη, είναι μια δουλειά που έχει να κάνει πολύ με το «εγώ». Όπως και το τραγούδι. Πρέπει να είσαι πολύ ήρεμος και πολύ κατασταλαγμένος να μην αφήσεις την εγωπάθειά σου να κάνει κακό στη σχέση σου με τον συνάδελφο. Επάνω στη σκηνή και πέρα από αυτή.

Αυτές οι γενιές ηθοποιών δεν είναι καλύτερες από τις παλιότερες;
Ναι, είναι. Και νομίζω αυτά τα παιδιά είναι πιο καταρτισμένα από εμάς. Έχουν κάνει χορό, μουσική, δουλεύουν σαν σκυλιά με το σώμα τους, παρακολουθούν σεμινάρια, εμείς κάναμε μια σχολή και τέλος. Αυτοί κάνουν σεμινάρια, εκπαιδεύονται συνεχώς.

Φωτογραφία της παράστασης «Ο Φόβος τρώει τα σωθικά»

Οι παλιότεροι βοηθούν τους νεότερους;
Αν κρίνω από αυτούς που ξέρω εγώ, θα πω ναι. Το πώς φέρεται η Καλογεροπούλου, ο Φέρτης, εγώ αυτούς ξέρω, αυτοί είναι φίλοι μου, τους άλλους δε τους ξέρω καν. Δεν κάνω παρέα με τους ανθρώπους του θεάτρου πια, παρόλο που πάντα οι παρέες μου ήταν από το θέατρο, ακόμα κι όταν τραγουδούσα.

Στο χωριό εξακολουθείς να πηγαίνεις πάντα για μεγάλα διαστήματα;
Όχι με το ίδιο πάθος όπως παλιότερα, είμαι ευχαριστημένη κι εδώ πια. Είμαι ευτυχισμένη. Βέβαια έξι μήνες στο χωριό είμαι. Πολύ λίγα θέλω για να είμαι ευτυχισμένη. Όχι τώρα με την κρίση, από τότε που ήμουνα 35 χρονών και έβγαζα πάρα πολλά χρήματα είπα «δε σου χρειάζονται όλα αυτά» και τότε πήγα και πήρα το σπίτι στο χωριό. Λίγα χρειαζόμαστε. Τα άλλα που χρειαζόμαστε είναι η επικοινωνία, η αγάπη, να βγαίνεις να βλέπεις τη φύση και να μένεις έκθαμβος. Μας τρέφει η πνευματικότητα, η συζήτηση, ο κόσμος που σε πάει πιο πέρα, σου ανοίγει το μυαλό σε μια ώρα. Αυτά θέλω. Έχει γλύκα η ζωή και είμαι πολύ τυχερή. Γιατί εμένα με έζησε η επιλογή μου, το μεράκι μου με τάισε και πρακτικά.

Πες μου λίγο για τις πρόβες σας.
Είναι καταπληκτικά αυτά τα παιδιά, από ταλέντο, από ήθος, από ευφυΐα. Τον Φασμπίντερ τον ήξερα από τότε που τρέχαμε στους κινηματογράφους, αυτό το έργο δεν το είχα δει. Ανακάλυψα εδώ, με αυτό το έργο, ότι αν πεις τα λόγια σου απλά, η αλήθεια βγαίνει. Δε θέλει σουσούμια το θέατρο αυτό, παλιότερα αυτά άντεχαν πιο πολύ στη σκηνή. Ήταν μερικοί ηθοποιοί, τέρατα, ήταν σκηνικά τέρατα, ήταν φοβερό και αξιοθαύμαστο αυτό που έκαναν στη σκηνή. Αλλά νομίζω άλλαξε η εποχή, οι άνθρωποι μαζί με το πώς μιλάμε, το πώς βλέπουμε. Σε είκοσι χρόνια θα είναι κάτι άλλα πλάσματα στη σκηνή, θα μιλάνε αλλιώς. Το θέατρο δανείζεται από το προχώρημα της κοινωνίας και με ένα τρόπο της το επιστρέφει.

«Εμένα με έζησε η επιλογή μου, το μεράκι μου με τάισε και πρακτικά»

Μου λες αυτό που σε έχει σοκάρει, εκπλήξει περισσότερο τα τελευταία χρόνια;
Πριν τριάντα χρόνια αν μου έλεγες ότι η Χρυσή Αυγή θα έβγαζε δέκα τοις εκατό, θα σου έλεγα είσαι παράφρων. Δε χωράει στο μυαλό μου ότι ένας στους δέκα που συναντάω στο δρόμο ψηφίζει Χρυσή Αυγή. Δε χωράει στον κόσμο, στο σύμπαν μου, στο μυαλό μου, αλλά υφίσταται, είναι πολύ ενοχλητικό και πολύ επικίνδυνο. Νομίζω είναι ένα ζήτημα που δε μας απασχολεί όσο πρέπει. Το προσπερνάμε εύκολα.

Το έχεις εξηγήσει σαν φαινόμενο;
Νομίζω πως όταν ταπεινώνεις ένα λαό, τον μετατρέπεις εύκολα σε εθνικιστή. Ένας άνθρωπος που εξαθλιώνεται οικονομικά και πολιτιστικά και πνευματικά, νομίζει ότι για να τα βγάλει πέρα πρέπει να επιστρέψει σε πυρηνικές δομές. Στην οικογένεια, την εκκλησία, στο εθνικό φρόνημα. Συντηρητικοποιείται και φασιστοποιείται, πιστεύει ότι γύρω είναι όλοι εχθροί και ότι βάλλεται από παντού. Δεν έχει κανένα σημείο αναφοράς και δε μένει τίποτα όρθιο.

Στο έργο υποδύεσαι μια ηλικιωμένη γυναίκα που ερωτεύεται ένα νεότερό της άντρα, Μαροκινό και ζουν όλη την πίεση, το bulling της οικογένειας, της κοινωνίας, μέχρι να διαλυθούν. Η αγάπη μπορεί να είναι άρρηκτη;
Η αγάπη συντρίβεται, αλλά όταν ο καιρός περνάει, πάντα μέσα σου υπάρχει ένα δωμάτιο που αυτή η αγάπη ζει. Είναι η παρηγοριά ότι δεν πήγε η ζωή σου στράφι, είναι η περιουσία σου, πως ό,τι αγάπησες δεν πήγε χαμένο. Δηλαδή, φαντάζομαι, όταν φτάνουμε να πεθάνουμε, αυτά θα σκεφτόμαστε, αυτό είναι το βιός μας και ο πλούτος μας. Οπότε η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ οριστικά, συντρίβεται, αλλά είναι εκεί.

Info: Ο Φόβος τρώει τα σωθικά | σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας | 26 Ιανουαρίου – 12 Μαρτίου | Θέατρο Τέχνης – Υπόγειο