Κάτι εξαιρετικά σπάνιο συμβαίνει αυτή την εβδομάδα: η χρονική σύμπτωση της προβολής δυο -νέων- ταινιών του ίδιου σκηνοθέτη, τις οποίες γύρισε τη μία μετά την άλλη. Τη μία στη Χιλή, την άλλη στις ΗΠΑ. Και η μία και η άλλη αφορούν -έχοντας μάλιστα και ως τίτλο- δύο προσωπικότητες που άφησαν έντονα το στίγμα τους τον περασμένο αιώνα: τον Νερούδα και την Τζάκι.

Ένας από τους σημαντικότερους και σαφώς πιο δημοφιλείς ποιητές της εποχής του και μια «πρώτη κυρία» η οποία αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι του παζλ της λαμπερής εικόνας που είχαμε και έχουμε για την σύντομη -σήμερα είναι πολύ δύσκολο να χωνέψεις πόσο σύντομη ήταν στην πραγματικότητα- εποχή των Κένεντι. Προφανώς η ζωή και των δύο δίνει άφθονο υλικό και σε μια συμβατική κινηματογραφική βιογραφία δεν θα ήξερες τι να πρωτοχωρέσεις μέσα της. Αλλά και στις δυο περιπτώσεις, τα τεκταινόμενα στην οθόνη έχουν να κάνουν με μια εντελώς συγκεκριμένη και σημαδιακή στιγμή στη ζωή τους: Η δολοφονία του Tζέι Εφ Κένεντι και οι λίγες μέρες που την ακολουθούν και το χρονικό διάστημα που ο Νερούδα από εκλεγμένος γερουσιαστής με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Χιλής, περνάει αναγκαστικά στην παρανομία και για να γλιτώσει τη σύλληψη από το καθεστώς που κήρυξε παράνομο το κόμμα του προσπαθεί να βρει τρόπο φυγής από τη χώρα του.

Δεν είναι όμως μόνο η επικέντρωση σε ένα μικρό κομμάτι χρόνου, είναι και η συνολική αισθητική προσέγγιση του Πάμπλο Λαρέν, αυτή που κάνει το «Nερούδα» και το «Jackie» να κινούνται πολύ μακριά από τους κανόνες του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους, του biopic. Στην περίπτωση του «Νερούδα» το κάνει με απόλυτη επιτυχία έχοντας τον απόλυτο έλεγχο του υλικού του και παραδίδοντάς μας ένα άρτιο αποτέλεσμα και μια σημαντική ταινία, στην περίπτωση τoυ «Jackie» φτιάχνει επίσης κάτι μη συμβατικό και μη σύνηθες, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι πολύ άνισο για να κάνεις τα στραβά μάτια και να πεις χαλάλι.

Jackie

Γιατί πράγματι το «Jackie» έχει λίγες σκορπισμένες εδώ κι εκεί στιγμές, που αντιλαμβάνεσαι ότι αν αποτελούσαν αυτές το κέντρο βάρους του και το τελικό σημείο αναφοράς του, θα μπορούσε να σε είχε εμπλέξει συναισθηματικά στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Κι αν ο αντίλογος είναι πως πρόκειται εξ ορισμού για αβανταδόρικες σκηνές (να δείχνεις π.χ. την Τζάκι την ώρα της δολοφονίας του άντρα της που καθόταν ακριβώς δίπλα της ή να προσπαθεί μετά, μπροστά σε έναν καθρέφτη, να καθαρίσει τα αίματα από το πρόσωπό της), το αβανταδόρικο είναι ταυτόχρονα και εξαιρετικά επίφοβο να μετατραπεί σε εύκολο εντυπωσιασμό. Κι όμως, ο Λαρέν τις σκηνοθετεί σαν σύγχρονη αρχαία τραγωδία και καταφέρνει να στις καρφώσει αμέσως στο μυαλό σου. Ωστόσο είναι πάρα πολύ λίγες τόσο αριθμητικά όσο και από πλευράς χρονικής διάρκειας για να μπορέσουν να κρατήσουν την ταινία μόνες τους. Και εκτός από αυτές, το μόνο που μένει είναι μια καθαρότητα στις εικόνες και μια ένταση στη σκηνοθετική προσέγγιση, η οποία όμως κινηματογραφεί καθ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας πράγματα που δεν ξέρω πόσο πολύ μας αφορούν: πώς προγραμμάτισε την κηδεία, πόσο υπερθέαμα την έκανε, πόσο συνέβαλε η ίδια στη δημιουργία του μύθου των Κένεντι τόσο με την κηδεία, όσο και με την ανακαίνιση του Λευκού Οίκου κατά τη διάρκεια της θητείας του άντρα της, πόσο είχε να αντιπαλέψει μέσα της τις διαρκείς απιστίες του άντρα της με όλα τα υπόλοιπα. Ούτε αυτή τη διάκριση της εξωτερικής εικόνας που επικοινωνούσε προς τα έξω και του ανθρώπου που όντως ήταν, τη λες και το πιο φρέσκο θέμα στο κόσμο. Σιγά δηλαδή.

Διαβάζω ότι το αρχικό σχέδιο του σεναρίου πριν χρόνια, ήταν να γυριστεί μια μίνι – σειρά στο HBO. Ή αυτό να γινόταν ή να επέμενε ο Λαρέν στις στιγμές της ταινίας που την κάνουν απείρως πιο προσωπική. Το τελικό αποτέλεσμα που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύο, δεν ισορροπεί ποτέ, και για την ακρίβεια ό,τι διασώζεται από την πλοκή της μίνι – σειράς είναι και λίγο και μπανάλ και δεν πείθει. Όπως επίσης δεν πείθει ως Μπόμπι Κένεντι ο Πίτερ Σάρσγκαρντ, όχι γιατί είναι κακός ηθοποιός, αλλά γιατί στην ταινία είναι ίδιος ο Πίτερ Σάρσγκαρντ και καθόλου ίδιος με τον Μπόμπι Κένεντι. Η Νάταλι Πόρτμαν από την άλλη πείθει και με το παραπάνω, καθώς μοιάζει δε μοιάζει, γίνεται η Τζάκι Κένεντι. Αλλά αν πρέπει να μείνουμε σε έναν ηθοποιό, αυτός θα είναι ο μεγάλος Τζον Χερτ, που πέθανε πριν από λίγες εβδομάδες. Τον βλέπεις στην ταινία εντελώς γερασμένο και λες θα ήταν η τελευταία του ταινία. Κι όμως ψάχνεις και βλέπεις ότι στο μεταξύ πρόλαβε να παίξει σε άλλες πέντε. Και είναι συγκινητικό που στο Jackie υποδύεται έναν ιερέα που συζητά για το θάνατο και λέει ότι μπορεί κάθε βράδυ να αναρωτιόμαστε αν υπάρχει ζωή μετά, αλλά μετά, κάθε πρωί που σηκωνόμαστε, τα αφήνουμε αυτά και φτιάχνουμε όλοι καφέ να ξαναξεκινήσουμε μια ακόμη μέρα. Ο Τζον Χερτ σταμάτησε λοιπόν να φτιάχνει καφέ κάθε πρωινό, αλλά είναι παρών σε τόσες σημαντικές στιγμές του κινηματογράφου, ώστε έχει κατακτήσει μια αθανασία που ελάχιστα άλλα επαγγέλματα μπορούν να προσφέρουν σε έναν άνθρωπο.

Jackie

Αν η «Jackie» δεν κατάφερε να αποφασίσει για το τελικό της βλέμμα, το «Νερούδα» βασισμένο σε ένα εξαιρετικό σενάριο, είναι μια ταινία εντελώς διαυγής. Και τόσο απολαυστική στη θέασή της, ακριβώς γιατί ενώ είναι απόλυτα επικεντρωμένη στον ήρωά της, δε λυγίζει ούτε στιγμή από το βάρος του. Γιατί ενδιαφέρεται και κατορθώνει να κάνει τέχνη και όχι αναπαράσταση. Τον χρησιμοποιεί για να εμπνευστεί και να κάνει κάτι που αποτυπώνει την ουσία του, αλλά και κάτι που πρώτα και κύρια είναι ένα αυτόνομο καλλιτεχνικό έργο. Όχι ένας φόρος τιμής για έναν μεγάλο καλλιτέχνη, αλλά ένα έργο τέχνης καλλιτεχνών του κινηματογράφου, καλλιτεχνών που σε κάθε επιμέρους σκέλος της κινηματογραφικής δημιουργίας έχουν συνεισφέρει το μέρος της τέχνης του για να συντεθεί το τελικό σώμα της ταινίας.

Νερούδα

Ο Νερούδα και ο διώκτης του. Που όχι μόνο δεν είναι ιστορικό πρόσωπο, αλλά βασικός πυρήνας του έργου είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι δεν είναι αληθινό πρόσωπο. Ότι είναι προϊόν μυθοπλασίας. Και ενώ πράγματι δεν κυνήγησε τον Νερούδα όσο κρυβόταν και προσπαθούσε να διαφύγει κανείς Όσκαρ Πελουσοννώ, επίσης πράγματι κάποιοι άλλοι σαν αυτόν τον κυνήγησαν. Που και πάλι είναι αμφίβολο αν τον κυνήγησαν όσο αποτελεσματικά μπορούσαν και αν ήθελαν να τον συλλάβουν, ή αν το καθεστώς φοβόταν την παγκόσμια κατακραυγή αν τον συνελάμβανε και φυλάκιζε. Οπότε ο ήρωας είναι και δεν είναι αληθινός. Σαν το κυνήγι του. Στο σινεμά όμως, το αν ένας ήρωας είναι ή δεν είναι αληθινός εξαρτάται από την αλήθεια του, η οποία προκύπτει από αυτό που καταγράφεται μπροστά μας. Από το αν ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος και ο ηθοποιός μας δίνουν έναν ήρωα που όντως υπάρχει. Και είναι σαφές ότι Όσκαρ Πελουσοννώ πλέον υπάρχει. Και κυνηγά αυτός ο εξ ορισμού μυθοπλαστικός ήρωας έναν ήρωα που βρίσκεται κι αυτός στο μεταίχμιο. Γιατί και ο αληθινός Νερούδα θα ήταν ξεκάθαρα αλλιώς. Καμιά βιογραφία, ακόμη και καμιά αυτοβιογραφία, κανενός είδους αναπαράσταση, δε μπορεί να μεταδώσει πλήρως την αλήθεια ενός ανθρώπου που έζησε και εκτός μυθοπλασίας. Γιατί είμαστε όντα που το τι μας καθορίζει δεν το ξέρουμε ούτε εμείς οι ίδιοι. Ακόμη και αν υπήρχε ένας τρόπος να αναπαρασταθούν απόλυτα πιστά οι εξωτερικές μας ενέργειες, και πάλι οι σκέψεις μας, τα κίνητρά μας, ο κόσμος μας θα παρέμεναν σε έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο -αλλά πάντως απόλυτα καίριο- βαθμό ανεξερεύνητα.

Ο Νερούδα κι ένας άντρας σε οίκο ανοχής που τραγουδάει βαμμένος σαν γυναίκα και που η συνάντηση με τον ποιητή είναι η μεγάλη στιγμή της ζωής του, πάνω στην οποία φαντασιώνεται και προβάλλει το δικό του καλλιτεχνικό μέγεθος. Ο Νερούδα και μια προλετάρια: «Αν ποτέ πάμε στην κοινωνία που υπόσχεσαι θα ζούμε όλοι πλουσιοπάροχα σαν εσένα ή σαν εμένα που καθαρίζω μια ζωή τα σκατά των αστών;». Ο «Νερούδα» είναι μια ταινία που φτάνει να κινείται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όχι γιατί εγκαταλείπει έστω και μια στιγμή την αφήγηση μιας συγκεκριμένης ιστορίας και την εξέλιξη μιας συγκεκριμένης πλοκής, αλλά γιατί από το πώς κινηματογραφείται ένας διάλογος, έως το πόσο αμφισβητούν οι ίδιοι οι ήρωες την υπόστασή τους, όλα μας ταξιδεύουν σε μια σφαίρα κινηματογραφικής υπέρβασης.

Νερούδα

Μετά τη «Μυστική Λέσχη», το «Νο», το «Post Mortem», το «Tόνι Μανέρο», ο Πάμπλο Λαρέν συνεχίζει να εξελίσσεται και να εντυπωσιάζει. Αν συνεχίσει την καριέρα του στο Χόλιγουντ, ας ευχηθούμε να το κάνει στο δρόμο των χιλιανών ταινιών του ή εν πάση περιπτώσει με έναν τρόπο που θα έχει αυτός τον πλήρη έλεγχο του υλικού του. Γιατί ακόμη και αν με τα ελαττώματά του το «Jackie» παραμένει μια διαφορετική ταινία, το θέμα δεν είναι να αρχίσει να κάνει πιο καλά ισορροπημένες και λειτουργικές αμερικάνικες ταινίες. Το θέμα είναι να συνεχίσει να κάνει ταινίες σαν το «Νερούδα».

Νερούδα