O επί επτά έτη (1961-1968) υπουργός άμυνας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Μακναμάρα ήταν ένα περίεργο πολιτικό ζώο. Αναμίχθηκε ενεργά όσο κανείς στον πόλεμο του Βιετνάμ, συνετέλεσε πολύ στην κλιμάκωσή του, αλλά την ίδια ώρα είχε και από σχετικά νωρίς έντονες επιφυλάξεις για το κατά πόσο θα μπορούσε να κερδηθεί. Πίσω από κλειστές πόρτες εξέφραζε συχνά αυτές τις αντιρρήσεις του (ιδίως προς τον δεύτερο Πρόεδρο υπό τη θητεία του οποίου ήταν υπουργός, τον Λίντον Τζόνσον), αλλά δημόσια δεν σταματούσε να μιλά υπέρ του πολέμου. Το «Τhe Post: Απαγορευμένα Μυστικά», το οποίο είναι ούτως ή άλλως βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που κλόνισαν το δημόσιο πολιτικό βίο των ΗΠΑ το 1971, ξεκινά στα πρώτα του λεπτά με μια πολύ χαρακτηριστική σκηνή, η οποία δεν είναι αποτέλεσμα μυθοπλασίας, αλλά συνέβη στα αλήθεια. Το 1965, στο αεροπλάνο της επιστροφής από το νότιο Βιετνάμ όπου ο Μακναμάρα είχε μεταβεί για να ελέγξει από πρώτο χέρι ποια είναι η πορεία του πολέμου, καλεί τον νεαρό αναλυτή του υπουργείου Ντάνιελ Έλσμπεργκ να του δώσει τη δική του οπτική: τα πράγματα πάνε καλύτερα (όπως υποστήριζε ο συνομιλητής του Μακναμάρα) ή χειρότερα (όπως υποστήριζε ο ίδιος); Ο Έλσμπεργκ απαντά ότι τα πράγματα παραμένουν ακριβώς τα ίδια. Ο Μακναμάρα ενθουσιάζεται. «Αυτό ακριβώς εννοούσα. Είναι όλα βαλτωμένα και δεν έχουμε καμία πρόοδο». Στην προσγείωση, στις δηλώσεις στους δημοσιογράφους, ο υπουργός εκφράζει με πλατύ χαμόγελο την αισιοδοξία του και την βαθιά του ικανοποίηση για την μεγάλη πρόοδο που έχει σημειωθεί.  

Ο άνθρωπος αυτός, λοιπόν, αντί να θέλει να συγκαλύψει τις ανακολουθίες του και τα ψέματά του, αντιμετωπίζοντας τον ίδιο τον πόλεμο τον οποίο πολεμά ως αρμόδιος υπουργός και ως ακαδημαϊκό αντικείμενο μελέτης, αναθέτει το 1967 σε μια ομάδα εμπίστων συνεργατών του, ανάμεσα στους οποίους και ο Έλσμπεργκ, να συγκεντρώσουν όλα τα επίσημα και εσωτερικά έγγραφα του υπουργείου, προκειμένου να συνταχθεί μια ιστορική καταγραφή όλων των αποφάσεων που αφορούν την ανάμιξη των ΗΠΑ στο Βιετνάμ από το 1945 ως το 1967. Το αποτέλεσμα ήταν 3.000 σελίδες ανάλυσης και 4.000 σελίδες πρωτότυπων εγγράφων και η άκρως απόρρητη αυτή έρευνα (που έγινε τελικά γνωστή ως “Pentagon Papers“) κρατήθηκε μυστική ακόμη και από τον Πρόεδρο. Σκοπός του Μακναμάρα ήταν να χρησιμοποιηθεί για ιστορικούς σκοπούς στο μακρινό μέλλον, ώστε να εξεταστούν τα λάθη που έκαναν οι ΗΠΑ στις αποφάσεις τους και να μην τα επαναλάβουν στο μέλλον. Ο Ντάνιελ Έλσμπεργκ, όμως, βλέποντας τον πόλεμο να συνεχίζεται, το Βιετνάμ να βομβαρδίζεται ανηλεώς και τους νεκρούς να αυξάνουν και να πληθαίνουν, έχοντας πρόσβαση στα έγγραφα, τα φωτοτυπεί κρυφά ήδη από το 1969, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν όχι για ιστορικούς λόγους στο μέλλον, αλλά για να σταματήσει ο εν εξελίξει πόλεμος στο παρόν. Αρχικά απευθύνεται σε γερουσιαστές και στον ίδιο τον μετέπειτα υπουργό εξωτερικών Χένρι Κίσιντζερ, που όμως δεν δείχνουν ενδιαφέρον.

«Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ κατέληξε να μιλά για ένα θέμα που στήριξε σε πρόχειρα κινηματογραφικά ποδάρια»

Φτάνουμε έτσι στο 1971, όπου την κατάσταση παίρνει στα χέρια του ο Τύπος. O Έλσμπεργκ έχει διαρρεύσει μεγάλο μέρος της έκθεσης στους New York Times, οι οποίοι αρχίζουν να τη δημοσιεύουν. Μολονότι τα έγγραφα πλήττουν τους προκατόχους του, ο Νίξον γίνεται έξαλλος και το παίρνει προσωπικά. Ο γενικός του εισαγγελέας κάνει κάτι πρωτοφανές, διατάσσοντας τους Times να σταματήσουν τη δημοσίευση των εγγράφων, τα οποία είναι άκρως απόρρητα και η δημοσίευσή τους ζημιώνει το εθνικό συμφέρον. Οι Times δεν υπακούν, η υπόθεση πάει στο δικαστήριο, όπου ο δικαστής εκδίδει προσωρινή διαταγή να σταματήσει η δημοσίευση. Αν μια εφημερίδα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο ταινίας για τα “Pentagon Papers” ήταν οι Times, οι οποίοι για την κάλυψη του θέματος πήραν και το πούλιτζερ τον επόμενο χρόνο. Αντ’ αυτών η ταινία εστιάζει στην Washington Post, που όπως διάβασα σε μια αμερικάνικη κριτική, είναι σαν να έκανε κανείς ταινία για το Watergate και να έβαζε στο επίκεντρο τους Τimes. Αλλά επειδή θα πω διάφορα αρνητικά για την τελευταία ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, αυτό είναι το τελευταίο που με πειράζει και σε τελική ανάλυση, όσο δεν υπάρχει κάποια ιστορική παραχάραξη (και κανείς δεν κατηγορεί το “The Post” για τέτοια), είναι αναφαίρετο δικαίωμα των δημιουργών να εμπνευστούν περισσότερο από την ανάμιξη στην υπόθεση της εφημερίδας που είχε δευτερεύοντα και όχι πρωταγωνιστικό ρόλο.

Και ο ρόλος της Washington Post, έχοντας εξασφαλίσει στο μεταξύ κι αυτή τμήμα των Pentagon Papers, ήταν πως μόλις το δικαστήριο της Νέας Υόρκης εκδίδει την προσωρινή απαγόρευση εναντίον των New York Times, αποφασίζει να πάρει τη σκυτάλη και να προβεί με τη σειρά της σε σχετικές δημοσιεύσεις. Το κέντρο βάρους της ταινίας είναι ακριβώς αυτό: η λήψη της απόφασης δημοσίευσης ενόψει μιας σειράς κινδύνων και εμποδίων. Πρώτο εμπόδιο, το αμιγώς νομικό: καθώς υπάρχει ήδη προσωρινό δεδικασμένο εναντίον των Times, η δημοσίευση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε φυλακίσεις. Δεύτερο εμπόδιο, το οικονομικό, το οποίο μπορεί να απειλήσει ακόμη και την ύπαρξη της εφημερίδας: η Washington Post έχει μόλις πουλήσει μετοχές της σε θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι μπορούν, βάσει όρου στο συμβόλαιο, να αποσύρουν τη χρηματοδότηση εάν συμβεί κάποιο ιδιαίτερα απρόβλεπτο γεγονός.

«Το κέντρο βάρους της ταινίας είναι ακριβώς αυτό: η λήψη της απόφασης δημοσίευσης ενόψει μιας σειράς κινδύνων και εμποδίων»

Το τρίτο εμπόδιο, ή καλύτερα η τρίτη ιδιαίτερη δυσκολία που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη απόφαση, είναι ένας από τους δύο βασικούς πυλώνες της ταινίας του Σπίλμπεργκ. Ο πρώτος είναι βέβαια η ελευθερία του Τύπου, ο ρόλος του Τύπου, η εξύμνηση της ανεξαρτησίας του Τύπου, η καταδίκη της προσπάθειας φίμωσής του από την εκτελεστική εξουσία, οι σαφέστατες αντιστοιχίες του 1971 με το 2017, οι σαφέστατες αντιστοιχίες του Νίξον με τον Τραμπ. Ο δεύτερος είναι ο ρόλος της εκδότριας Κάθριν Γκρέιαμ στην απόφαση, η οποία στην ταινία αποκτά εμμέσως αλλά σαφώς και μια διάσταση που ξεπερνά τον εαυτό της, γίνεται δηλαδή το σύμβολο μιας γυναικείας χειραφέτησης, το σύμβολο μιας γυναίκας που αναλαμβάνει ρόλο κυρίαρχο, αντί για τον διακοσμητικό, που πολλοί τότε θεωρούσαν ότι θα έπαιζε. 

Γιατί η Washington Post ήταν μια εφημερίδα που ανήκε στην οικογένειά της, μια εφημερίδα που κληρονόμησε, μια εφημερίδα που πρώτα ανήκε στον πατέρα της, μετά αυτός την άφησε στο σύζυγό της και όταν αυτός αυτοκτόνησε, ανέλαβε εκείνη τα ηνία της. Από μια γυναίκα της πολύ καλής κοινωνίας, από μια γυναίκα των δεξιώσεων και των δείπνων με την ελίτ, από μια γυναίκα που στα δείπνα αυτά μετά το τέλος του φαγητού οι άντρες κάθονταν και συζητούσαν τα σοβαρά ζητήματα και οι γυναίκες αποσύρονταν στο σαλόνι να συζητήσουν τα γυναικεία, από μια γυναίκα που ως τότε όλοι την έβλεπαν ως την κληρονόμο και μόνο, μια κληρονόμο που μπορούν να διαχειριστούν και να χειραγωγήσουν, τώρα πρέπει να μετατραπεί σε μια εκδότρια η οποία καλείται να πάρει την πιο ιστορική απόφαση για την πορεία της εφημερίδας, καλείται να πάρει μια απόφαση ιστορική ακόμη και για την ίδια την ελευθερία του Τύπου στη χώρα της. Η Γκρέιαμ έχει λοιπόν να πάρει μια απόφαση λίαν επίφοβη νομικά, λίαν επίφοβη οικονομικά και την ίδια ώρα επικρέμαται πάνω από το κεφάλι της η ρητή ή άρρητη πίεση, του εσύ είσαι γυναίκα που δεν έχεις ασχοληθεί με αυτά, εσύ καλείσαι να πάρεις μια απόφαση που σχεδόν πάντα παίρνουν άντρες.

Στο ντοκιμαντέρ “The Most Dangerous Man in America” ο ιστορικός Χάουαρντ Ζιν και προσωπικός φίλος του Έλσμπεργκ, λέει πως ο Έλσμπεργκ μάλλον απογοητεύτηκε και διαψεύστηκε ως προς την επίπτωση που πίστευε ότι θα είχε η δημοσίευση των Pentagon Papers. Πίστευε ότι αν η αμερικάνικη κοινή γνώμη μάθαινε ότι της είχαν πει ψέματα τέσσερεις Αμερικάνοι Πρόεδροι (Τρούμαν, Αϊζενχάουερ, Κένεντι, Τζόνσον) αφενός για το μέγεθος της αμερικάνικης ανάμιξης στο Βιετνάμ και αφετέρου για το τι πίστευαν ως προς την εξέλιξή του, ο πέμπτος Πρόεδρος που τον συνέχιζε (Νίξον) και που είχε άλλωστε εκλεγεί με τη δέσμευση για «αξιοπρεπή ειρήνη», θα αναγκαζόταν υπό το βάρος της κατακραυγής να τον σταματήσει.

Πίστευε ότι αν γινόταν γνωστό ότι από πάρα πολύ νωρίς κανείς στον Λευκό Οίκο δεν πίστευε ότι ο πόλεμος μπορεί να κερδηθεί, αλλά ότι η ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή σε αυτόν γινόταν όχι για στρατηγικούς και γεωπολιτικούς λόγους, αλλά γιατί δεν μπορούσαν να παραδεχτούν την ήττα για λόγους πολιτικού κόστους, ότι δεκάδες χιλιάδες Αμερικάνοι και εκατομμύρια Βιετναμέζοι έχασαν τη ζωή τους επειδή η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ δεν μπορούσε να ομολογήσει ότι ο πόλεμος χάθηκε, τότε θα ξεσηκώνονταν και οι πέτρες. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη μεν, ωστόσο η υπόθεση άφησε μια βασικότατη παρακαταθήκη στη συνταγματική ιστορία των ΗΠΑ: το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε με ψήφους 6-3 την υπόθεση υπέρ των δύο εφημερίδων και η ελευθερία του Τύπου σφραγίστηκε με ακόμη ειδικότερο και κατηγορηματικότερο τρόπο, καθώς σύμφωνα με το σκεπτικό ενός εκ των δικαστών: αποστολή του Τύπου είναι να προστατεύει τους κυβερνωμένους, όχι τους κυβερνώντες.

Στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ “Spielberg”  o Σπίλμπεργκ παραδέχεται, μισοπερήφανα – μισοενοχικά (αλλά μάλλον περισσότερο περήφανα):“Ι am a patriot”. Kαι πράγματι ο πατριωτισμός του δεν έχει τίποτα το μισαλλόδοξο, πράγματι ο πατριωτισμός του είναι ένας συνταγματικός τρόπον τινά πατριωτισμός, ένας ιδεαλιστικός πατριωτισμός. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι, γιατί όχι, κι ένας καλοδεχούμενος πατριωτισμός, όταν συγκρούεται η εκδοχή του πατριωτισμού του Νίξον και του Τραμπ με την εκδοχή του πατριωτισμού που προκύπτει από την υπεράσπιση θεμελιωδών συνταγματικών αρχών (δημοφιλών ή αντιδημοφιλών, όπως το δικαίωμα στην υπεράσπιση εχθρών του κράτους στην «Γέφυρα των Κατασκόπων» ή το δικαίωμα να δημοσιεύσεις ότι η χώρα σου είχε σαμποτάρει τη διαδικασία εκλογών στη χώρα της οποίας τη δημοκρατία πολεμά υποτίθεται για να σώσει). Και πράγματι σε επίπεδο αρχών, πώς να μη σταθείς με σεβασμό απέναντι σε εκδότριες και δημοσιογράφους που συγκρούονται κατά μέτωπο και με σημαντικό ρίσκο με την εξουσία; Πράγματι, επίσης, βλέποντας την ταινία πώς να μην έχεις αρχίσει ήδη να νοσταλγείς ένα κομμάτι που ανήκει πια περισσότερο στο παρελθόν παρά στο παρόν, την εποχή της έντυπης δημοσιογραφίας, την εποχή των μεγάλων από κάθε άποψη εφημερίδων;

 

Πράγματι, τέλος, πώς να μην κάνει ένα μικρό σκίρτημα η καρδιά κάθε κινηματογραφόφιλου όταν η κινηματογραφική κάμερα μεγάλης παραγωγής αναπαριστά ξανά τα γραφεία της Washington Post; Γραφεία που αγαπήσαμε στο «Όλοι ο Άνθρωποι του Προέδρου», γραφεία που αν έχεις δει την ταινιάρα του Πάκουλα αρκετές φορές, θεωρείς ότι έχεις δουλέψει κι εσύ λίγο σε αυτά, θεωρείς ότι ήσουν μέρος των καπνών τους, των γραφομηχανών τους, των συσκέψεών τους. Aν είχα μια ελπίδα ότι το “Τhe Post” θα φτάσει στο ύψος του «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», ήταν μια ελπίδα μάλλον μικρή. Ήλπιζα, όμως, ότι θα είναι τουλάχιστον μια ταινία που θα μπορεί να σταθεί στο δικό της σημαντικό ύψος. Προσωπικά με απογοήτευσε από την αρχή μέχρι το τέλος της. Όσες φορές κι αν δεις την ταινία του Πάκουλα, όσο απ’ έξω και να την ξέρεις, θα σε βάλει στο τριπάκι της δημοσιογραφικής ανακάλυψης της αλήθειας. Θα μπεις ξανά και ξανά στο πετσί του Ρέντφορντ και του Χόφμαν. Θα χτυπήσεις μαζί τους πόρτες επί πορτών. Θα φας μαζί τους τις πόρτες. Με τρεμάμενο χέρι θα πιεις τους πολλαπλούς καφέδες στο σπίτι που σου ανοίγουν επιτέλους την πόρτα και θα σημειώσεις με μικρά γράμματα σε όποιο χαρτάκι βρεις.

Εδώ, δεν υπάρχει πουθενά κάτι αντίστοιχα αληθινό. Μαϊμουδίζεται αυτή η αγωνία με τον Μπομπ Όντερκερκ και τα κέρματα που του πέφτουν στο δρόμο όταν προσπαθεί να πάρει τηλέφωνο. Βρίσκει τον Έλσμπεργκ με ένα και μόνο τηλέφωνο. Πάει, του δίνει τους φακέλους, αυτό ήταν. Και μετά τι; Όσο οι ρεπόρτερ προσπαθούν να βάλουν τα χαρτιά σε μια σειρά στο σπίτι του Τομ Χανκς, η κόρη του πουλάει σπιτικές λεμονάδες. Από κάπου είχε ξεμείνει η σκηνή ή κάπου μπήκε για να δώσει χρώμα, αλλά χρώμα δεν μπαίνει από πουθενά. Γιατί εντάξει θα πει κανείς, εδώ το θέμα δεν είναι η δημοσιογραφική έρευνα, αλλά κάτι άλλο; Ωραία, ωραίο και το άλλο. Ιδεολογικά ωραίο, πολιτικά ωραίο. Κινηματογραφικά όμως, όχι καθόλου. Ζήτω η ελευθερία του Τύπου, ζήτω η γυναικεία χειραφέτηση, αλλά κανένα ζήτω στο Post. Kαι Μπεν Μπράντλι ήταν, είναι και θα είναι επτά μέρες της εβδομάδας και δώδεκα μήνες το χρόνο ο Τζέισον Ρόμπαρντς. Τι γύρευες στα παπούτσια του και δη χωρίς ρόλο της προκοπής, Τομ Χανκς; Βάλε κι εσύ τα μυτερά παπούτσια του πάνω στο γραφείο. Δεν θα τα βάλεις όπως αυτός.

Όταν στην αρχή η Washington Post προσπαθεί να πείσει τους επενδυτές, το μότο της είναι ότι η ποιότητα φέρνει και τα κέρδη. Αυτό είναι κι ένα μότο του ίδιου του Σπίλμπεργκ. Οι ταινίες του έφεραν ποταμούς χρημάτων μέσω της κινηματογραφικής ποιότητας. Εδώ και μολονότι η ταινία του εκθειάζεται παγκοσμίως, θέλησε να μιλήσει για ένα θέμα που έκρινε ότι πολιτικά επείγει και κατέληξε να μιλά για ένα θέμα που στήριξε σε πρόχειρα κινηματογραφικά ποδάρια.